Sufir3d

ερευνώντας τις δυνατότητες και τις ενέργειες που γεννάει η εποχή μας

Από την οπτική του μεταπολιτευτικού ριζοσπαστισμού

by Δημήτρης Αργυρός on 16 Ιουνίου 2016

Από πολλές πλευρές, υπάρχει η αίσθηση ενός τέλος, όχι του τέλους της ιστορίας ή της αριστεράς, αλλά  του τέλους μιας εποχής, το τέλος  μιας ιστορικής φάσης. Υπάρχει η αίσθηση μιας μετάβασης όχι προς κάτι άγνωστο,  αλλά κυρίως προς κάτι  σκοτεινό και  βάρβαρο.  Την ίδια στιγμή, που γεννιούνται τεράστιες ελπίδες και προσδοκίες, σε σχέση με την τεχνολογία και την επιστήμη, υπάρχουν μικρές προσδοκίες για την εξάλειψη της φτώχειας, για μια καλυτέρευση των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων.

Και το κυριότερο απουσιάζει η προσδοκία για μια συλλογική κοινωνική αλλαγή, με τα όρια να βρίσκονται σε αυτά που συνθέτει και επικαθορίζει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, οι ατομικοί δρόμοι και οι ιδιωτικές πορείες και όχι οι συλλογικές διαδικασίες. Το παρακάτω κείμενο- που μου βγήκε πιο μεγάλο από το νόμιζα- είναι μια ιστορικοπολιτική διαδρομή της μεταπολίτευσης, με ένα συγκεκριμένο φιλοσοφικό υπόβαθρο.

Μια διαδρομή από γενικό στο ειδικό και από εκεί ξανά στο γενικό. Μια διαδρομή μέσα από τις αντικειμενικές και υποκειμενικές οπτικές, από την αντικειμενική ύπαρξη, στην συνειδητή δράση και από εκεί και πάλι στο καθαυτό/ διεαυτό, δηλαδή μια διαδρομή από τις αυθόρμητες πορείες στις συνειδητές μεταβάσεις. Με κομβικό σημείο  της ανάλυσης, με κεντρικό σημείο τους αγώνες, τους κοινωνικούς και λαϊκούς αγώνες, την πάλη των τάξεων.

Θα ξεκινήσουμε την αναδρομή  από το «μυστικό» του κεφαλαίου και των κρίσεων του. Στην συνέχεια θα στραφούμε στην πρώτη φάση της μεταπολίτευσης και των άγριων εργατικών, ακηδεμόνευτων αγώνων της. Η άμπωτης και  στην συνέχεια η ήττα των αγώνων θα μας οδηγήσει στο ΠΑΣΟΚ, στο Πασοκιστάν και τις μορφές αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που εκείνη την εποχή θα ηγεμονευόσουν. Η ανάλυση της δεκαετίας του  90 θα δείξει πως το τέλος της μεταπολίτευσης είχε αρχίσει από τότε και συνδέεται με την «βρώμικο 89»  και την συγκυβέρνηση ΝΔ-ΣΥΝ, με το τελεσίδικη ενσωμάτωση των σοβιετικών συστημάτων και των λαϊκών δημοκρατιών στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα.  Γεγονότα που φέρνουν στο κέντρο των πολιτικών ηγεμονιών τον νεοφιλελευθερισμό από την μια, και τον εθνικισμό από την άλλη. Στην Ελλάδα ότι δεν κατάφερε ο άγριος νεοφιλελεύθερος τσαμπουκάς του Μητσοτάκη, το κατάφερε το πιόνι των Γερμανών Σημίτης, με το εκσυγχρονιστικό του επιτελείο, σε συνεργασία και με συμβιβασμό, της αστικής τάξης, των μεσοστρωμάτων και της «εργατικής αριστοκρατίας».

Με στόχο την συμμετοχή της Ελληνικής αστικής τάξης στην καπιταλιστική επέκταση, στο φαγοπότι των ευρωπαϊκών κονδυλίων, στο μοίρασμα των βαλκάνιων, που έγινε με τον πρωτοπαράδοτο τρόπο, αίμα, πόλεμος, εθνικιστικές κόντρες και ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Η απόπειρα να γραφτεί το τέλος της ιστορίας έπεσε στο κενό, όπως απέδειξαν οι δυο πρώτες δεκαετίες του 21ού αιώνα. Κίνημα ενάντια στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση από την μια, πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία από την άλλη. Με την έκρηξη των παγκόσμιων καπιταλιστικών αντιθέσεων και την  καπιταλιστική κρίση  να βάζει «φωτιά στα σπαρτά», δίχως όμως να ξέρουμε ακόμη ποιος θα καεί και ποιος θα σωθεί. Ας προσδεθούμε στο χρονοταξιδευτή και ας ξεκινήσουμε πετώντας πάνω από το σύμπαν της κεφαλαιακής αξιοποίησης στο τοπίο της προλεταριακής αυτοαξιοποίησης γύρω στα 1975.

Α)Το «μυστικό»

Επί του πολιτικού πρακτέου, στο επόμενο διάστημα, δεν είναι άμεσος στόχος η κατάργηση του 13/ 14ου  μισθού, ούτε καν η απελευθέρωση των απολύσεων. Όχι πως αν δουν ελεύθερο έδαφος δεν θα το τολμήσουν, αλλά δεν είναι στην συγκεκριμένη συγκυρία ο στόχος. Στόχος τους είναι να «βγει στην παρανομία» το συνδικαλίζειν, σε μια περίοδο που έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για κάτι τέτοιο.

Από αυτή την οπτική , ο νέος συνδικαλιστικός νόμος που θα ρθει, κινείται στην ίδια λογική  με τον αντεργατικό νόμο 330 του 1976, που χει ως στόχο, να καταστείλει την εργατική επίθεση και τους άγριους ακηδεμόνευτούς αγώνες των αρχών της μεταπολίτευσης. Ένας νόμος ο 330,  που όντως σε μεγάλο βαθμό κατάφερε, να καταστείλει το εργατικό κύμα που ξεκίνησε το 1975, και καταργήθηκε όταν είχε ολοκληρωθεί η μετάβαση σε μια νέα ρύθμιση των σχέσεων κράτους- εργοδοσίας-εργασίας με το νόμο 1264/82.  Αυτή η ρύθμιση πλέον δεν λειτουργεί, και μπροστά στο δυνητικό κίνδυνο νέων άγριων αγώνων και εργατικών  εξεγέρσεων, το καπιταλιστικό σύστημα, ξαναψηφίζει ένα νέο 330, επιχειρώντας όπως είπαμε να ξαναθέσει σε παρανομία του συνδικαλίζειν.

Το θέσει σε παρανομία, δεν σημαίνει να καταργηθούν τυπικά οι συνδικαλιστές ελευθερίες, αλλά να καταργηθούν ουσιαστικά, μετατρεπόμενες σε ένα «αδειανό πουκάμισο», όπως έχουν μετατραπεί και οι αστικές πολιτικές ελευθερίες.Σε μια περίοδο που έχει απαξιωθεί το συνδικαλιστικό κίνημα στο δημόσιο τομέα και επικρατεί έρημος ή σφοδρή τρομοκρατία στον ιδιωτικό τομέα. Οι αλλαγές θα γίνουν με μέτρο και σύστημα, θέτοντας τα δικαιώματα των συνδικαλιστών απέναντι στα μη «δικαιώματα» των υπολοίπων.Εάν τα καταφέρουν και πολύ φοβάμαι πως θα τα καταφέρουν,  τότε ναι θα είναι απείρως πιο εύκολο να μειωθεί και άλλο ο μισθός, να καταργηθούν ο 13 και ο 14 μισθός  και να απελευθερωθούν και τυπικά οι απολύσεις. Γιατί όλα αυτά θα μου πείτε;  Τόσο κακοί είναι  οι δανειστές που μας κυβερνούν, οι ΔΝΤες, οι εργοδότες και η κυβέρνηση που θα τα ψηφίσει, και που χει μεταβιβάσει τις ευθύνες και την εξουσία σε ξένα κέντρα ;  Μα όχι βέβαια,  τα πράγματα είναι πέρα από το καλό και κακό.

Είναι μάλλον στα πλαίσια ενός προγράμματος μιας παγκοσμιοποιημένης κεφαλαιοκρατικής διακυβέρνησης που υπερβαίνει τις ενδοιμπεριαλιστές και ενδοαστικές αντιπαραθέσεις και ανταγωνισμούς. Με την Ελλάδα, τον Ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό  να αποτελεί σε μεγάλο βαθμό ένα είδους κοινωνικό πειραματόζωο, για τις αλλαγές που μέλει, αν και εφόσον, συμβούν και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Πιο είναι το μυστικό;; Μα τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο,  από την πτώση του ποσοστού κέρδους, όχι λόγω αδυναμίας του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, αλλά μάλλον λόγω υπερανάπτυξης του. Δηλαδή οι κεφαλαιοκράτες παρά τις «ντρίπλες» και τις μεταμορφώσεις τους, τις «πτήσεις» στην σφαίρα στο «πλασματικού» και της χρηματιστικοποίησης, τις περιπλανήσεις σε περιοχές με χαμηλό κόστος παραγωγής, όχι μόνο δεν βγάζουν όσα κέρδη θέλουν, αλλά βγάζουν  όλο και λιγότερα. Και αυτό,  όχι παρά, την συνολική αύξηση του πλούτου και της παραγωγικότητας, αλλά εξαιτίας της συνολικής αύξησης του πλούτου και της παραγωγικότητας.

Αλλά και σε -άμεση και έμμεση συσχέτιση- με το γεγονός του συνολικού παγκόσμιου χρέους που είναι 5 φορές πάνω από το παγκόσμιο ΑΕΠ και του γεγονότος πως τα παράγωγα είναι 4 φορές πάνω από το ΑΕΠ, και του πλούτου που έχει συγκεντρώσει το 1% του πλανήτη. Πλούτος που υπερβαίνει το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ, με 18 εκατομμύρια να μοιράζονται το 47% όλου του παγκόσμιου πλούτου σε εισοδήματα  τραπεζικές καταθέσεις ή μετοχές. Το ύψος της περιουσίας αυτής της μειοψηφίας που κατέχει την πλειοψηφία ανέρχεται στα 78,8 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που ξεπερνά το παγκόσμιο ΑΕΠ. Πρόκειται για συνθήκες που  όχι μόνο νοθεύουν, που έχουν νοθεύσει τελεσίδικα, την «ελευθερία της αγοράς», αλλά και την παραγωγή και αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγή.

Το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα ασθμαίνει, γιατί έχει αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό, που αδυνατεί να διαχειριστεί την ανάπτυξη της. Ενώ δεν ασθμαίνει γενικά και καθολικά, αν φτάσει σε αυτό το σημείο τότε τα γεγονότα, μάλλον είναι υπερβολικά άσχημα. Μιλάμε για ένα παγκόσμιο σύστημα που ακολουθεί ανισόμετρους βαθμούς ανάπτυξης και κρίσης, με τους τόπους της κρίσης να συνυπάρχει διαλεκτικά με τους τόπους της ανάπτυξης. Με τους τόπους της κρίσης να θρέφει τους τόπους της ανάπτυξης.

2)The is the and μεταπολίτευση

Κακά τα ψέματα  -στον Ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό- με κλαυθμό και οδυρμό, ζούμε την ακροτελεύτια πράξη, του  τέλους της μεταπολίτευσης. Ένα τέλος  που άρχισε- με την όχι και τόσο αυτόματη κατάρρευση- του  «υπαρκτού σοσιαλισμού» και την τυπική ενσωμάτωση τους, στο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, των κοινωνικών σχηματισμών του υπαρκτά ανύπαρκτου σοσιαλισμού.  Με το τέλος του τέλους, να παίζεται σε μια φάση πρωτόγνωρης και παγκόσμιας κρίσης υπερπαραγωγής, με την Ελλάδα να είναι ο πιο  αδύνατος κρίκος της κρίσης που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Η  τραγική ειρωνεία είναι πως το τέλος άρχισε με την κυβέρνηση του «ιστορικού συμβιβασμού», μιας κυβέρνησης ΝΔ-ΣΥΝ, και το τέλος του τέλος την ζούμε με μια κυβέρνηση αριστεροδεξιά, μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Τραγική ειρωνεία που έχει σχέση με το κομβικό ρόλο που έπαιξε και παίζει η αριστερά στο Ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό την περίοδο της μεταπολίτευσης.

Η μεταπολίτευση ήταν η περίοδος μιας νέας οργάνωσης των ταξικών σχέσεων και αντιπαραθέσεων, ενσωμάτωσης και περιθωριοποίησης  των λαϊκών και εργατικών τάξεων, τρόπο και μορφών διακυβέρνησης, με χαρακτηριστικό την συναίνεση και την ενσωμάτωση, το «καρότο» και όχι το «μαστίγιο». Μια περίοδος που άνοιξε με τους άγριους ακηδεμόνευτους κοινωνικούς αγώνες των πρώτων 4 χρόνων, μέχρι το σύστημα- στην νέα του εκδοχή- να αρχίσει να ελέγχει το πολιτικό παίγνιο και τους όρους αναπαραγωγής και τελειώνει με το κοινωνικό και το ταξικό να βρίσκεται στο περιθώριο, ζώντας 6 δύσκολα μνημονιακά χρόνια, με τα δυο πρώτα 2010-12, να παίζονται και να χάνονται όλα. Ειδικά την εξεγερσιακή περίοδο  2010-12, όπως και την περίοδο 1975-1977 μπορούμε να πούμε- πως σε μεγάλο βαθμό βρεθήκαμε- σε μια προεπαναστατική περίοδο, με την αριστερά να μην σηκώνει το πήχη της αναμέτρησης με και για την εξουσία.

Η αριστερά της μεταπολίτευσης – όλες οι μορφές και οι εκφράσεις της αριστεράς, από την ακραία μεταρρυθμιστική, έως την «ένοπλη»- έπαιξαν το ρόλο τους σε αυτή την  ρύθμιση της μεταπολίτευσης, ρόλος εντός, εκτός και επί ταύτα. Το ίδιο ισχύει και με το χώρο της αναρχίας, των αντιεξουσιαστών και των εναλλακτικών ρευμάτων. Σε κάθε περίοδο και φάση της μεταπολίτευσης ο ρόλος της αριστεράς, της αναρχίας, της αντιεξουσίας και των κοινωνικών κινημάτων ήταν διαφορετικός αλλά εν τέλει  συμπληρωματικός της παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού σχηματισμού εν Ελλάδι. Και παρα τις επιθυμίες των συμμετεχόντων σε αυτά τα εγχειρήματα το ίδιο ισχύει και για τα αυτοδιαχειριστικά πειράματα κοινωνικής οικονομίας, που χουν ανθήσει τελευταία.  Φυσικά η ευθύνη δεν επιμερίζεται σε όλους στο ίδιο βαθμό. Την μεγαλύτερη ευθύνη σηκώνει ο χώρος της παραδοσιακής αριστεράς είτε στις εκδοχές του ΚΚΕ, είτε στην ευρωκομουνιστική παράδοση του ΚΚΕ εσωτερικού, του ΣΥΝ και τώρα του ΣΥΡΙΖΑ.

Από αυτή την οπτική είχαν δίκαιο, αλλά  και άδικο οι δυνάμεις -που βρίσκονται στις πιο εξωθεσμικές, συγκρουσιακές και ένοπλες   οπτικές της αριστεράς-  που στα 1974 μίλαγαν για μια αλλαγή ηγεσίας και όχι για πραγματική, ουσιαστική, αλλαγή. Δίκαιο γιατί στην πραγματικότητα αυτό συνέβη,  μια αλλαγή ηγεσίας,  και όχι πιο δομικών αλλαγών, πόσο μάλλον αλλαγών που θα βλέπουν πέρα από το καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.  Αλλά και άδικο γατί αυτή η αλλαγή ηγεσίας συνοδεύτηκε με αλλαγή στο τρόπο που αντιμετωπίζονταν οι λαϊκές τάξεις και στρώματα. Πόσο μάλλον που στις δομές εξουσίας/ ηγεσίας μπλέχτηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και η αριστερά, ακόμη και τμήματα που προέρχονταν από την επαναστατική αριστερά.

Στις δομές εξουσίας/ ηγεσίας μπλέχτηκε- με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- και το συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα. Είτε αυτό αφορά την ΠΑΣΚΕ/ ΔΑΚΕ, είτε την παραδοσιακή αριστερά, είτε την ομοσπονδία των συνδικάτων βάσης και του εργοστασιακού συνδικαλισμού, που με μαχητικότητα και ταξικότητα, είχε ανανεώσει τον συνδικαλισμό με τις άγριες απεργίες, την διετία 1975-77.

Με το Ελληνικό νεανικό προλεταριάτο της βιομηχανικής μεταποίησης – αντίστοιχο με τον εργάτη- μάζα της Ιταλίας του 1970- ένα προλεταριάτο που δρούσε ως τάξη για τον εαυτό της- να εκφράζει την επιθυμία για δράση και αντίσταση, με την συνειδητή παρέμβαση ταξικών δυνάμεων, και ειδικά των  δυνάμεων της πρώτης φάσης του  ΕΛΑ. Ένα προλεταριάτο, που δεν είχε όμως το ταξικό βάθος, την ταξική εμπειρία και την ταξική παράδοση να αντέξει την πίεση, την αντεπίθεση των δυνάμεων του κράτους και του κεφαλαίου. Ενώ η μικρή συγκεντροποίηση δυνάμεων-   καθώς στην πλειοψηφία τους ήταν μικρά και μεσαία εργοστάσια- σε μια αντικειμενική βάση, δεν βοηθούσε σε μια συνολικότερη λογική και ταξική στάση- να   έχει μια συνολικότερη ταξική αντίληψη. Έτσι παρα τους επιμέρους ταξικούς αγώνες και ταξικές νίκες,  δεν υπήρχε συμμετοχή σε ευρύτερους αγώνες και συνολικότερη πολιτικοποίηση.

Όπως είναι σε μεγάλο βαθμό γνωστό το κίνημα των εργοστασιακών σωματίων και συνδικαλισμού έδωσε ηρωικές μάχες την διετία 1975-77, έχοντας απέναντι του, όχι μόνο την εργοδοσία, την αστυνομία και το κράτος του Καραμανλή, αλλά και την παραδοσιακή κομμουνιστική αριστερά που έβλεπε να χάνει  το παιχνίδι του ελέγχου των σωματείων. Για την ακρίβεια εκείνη την ηρωική εποχή ούτε και η ίδια η παραδοσιακή κομμουνιστική αριστερά δεν είχε το έλεγχο,  και ούτε θα το έχει ποτέ 100%.

Στα συνδικάτα πάλευαν για την ηγεμονία η παλιά χουντική εργατική αριστοκρατία που έχανε έδαφος και οι νεότεροι  μεταμορφώθηκαν σε συνδικαλιστές της ΝΔ, οι παλιότεροι πήραν την συνδικαλιστική τους σύνταξη και είτε άραξαν, είτε έγιναν κομματάρχες της ΝΔ.

Πάλευε η παραδοσιακή κομμουνιστική αριστερά κα ειδικά το ΚΚΕ με την γραμμή της οικοδόμησης κλαδικών σωματείων σε εναντίωση με τα εργοστασιακά, με κάποια σωστά επιχειρήματα, όπως αποδείχθηκε στην συνέχεια. Τα εργοστασιακά σωματεία βρίσκονται πιο κοντά στην βάση,  άρα η εργατική τάξη μπορεί πιο εύκολα να έχει το πρώτο λόγο και να αυτοδιαχειρίζεται την αγωνιστικότητα και την ταξικότητα της, από την άλλη είναι ευάλωτη στην εργοδοτική τρομοκρατία, πόσο μάλλον αν δεν έχει την ηγεσία που απαιτείται, πόσο μάλλον που και η εξαγορά της είναι πιο εύκολη. Για να στηριχθεί ένα τέτοιο συνδικαλιστικό κίνημα,  χρειάζεται μια συνολικότερο πλαίσιο ταξικής και αγωνιστικής αλληλεγγύης, απ΄ έξω. Η παραδοσιακή αριστερά με την τάση της στήριξης του κλαδικού συνδικαλισμού θεωρούσαν- και ως ένα σημείο είχαν δίκαιο- πως εξασφάλιζαν 3 πράγματα 1)  το λενινιστικό η «συνείδηση έρχεται από τα έξω», δηλαδή έξω και πέρα  από τον οικονομικό αγώνα και 2) την μετατροπή των συνδικάτων σε ιμάντες της μεταβίβασης της κομματικής γραμμής, με την πιο  στενή – μάλιστα – έννοια του όρου. 3) την ταξική αλληλεγγύη στους εργατικούς αγώνες, κινητοποιώντας το κομματικό μηχανισμό.

Οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ που στήριζαν και στηρίζονταν στις επιτροπές πρωτοβουλίας, στην λογική της αυτοδιαχείρισης, έδιναν τη υποστήριξη τους στο εργοστασιακό συνδικαλισμό. Μια στάση που τους έδωσε την αβάντα να εξασφαλίσουν την ηγεμονία στα συνδικάτα και στο εργατικό κίνημα που κτίστηκε στην μεταπολίτευση. Την ηγεμονία,  όχι μόνο στην ομοσπονδία του εργοστασιακού συνδικαλισμού, αλλά και στην νέα εργατική βάρδια, που μεταμορφώθηκε στην συνέχεια στην νέα εργατική αριστοκρατία.

Στην πέρα του ΚΚΕ αριστερά  ο παραδοσιακός Μ- Λ αμφιταλαντεύονταν ανάμεσα σε μια γραμμή υποστήριξης των κλαδικών σωματείων ή των εργοστασιακών, ο χώρος του τροτσκισμού στήριξε το εγχείρημα των εργοστασιακών σωματείων, η άκρα της άκρας αριστεράς, οι παρυφές του αναρχοσυνδικαλισμού ή του ένοπλου κινήματος,  έπεσαν με τα μπούνια στο κίνημα του εργοστασιακού συνδικαλισμού, στηρίζοντας με αυταπάρνηση και ανθρώπινες θυσίες- όπως η δολοφονία του Χρήστου Κασίμη από ασφαλίτες – τις άγριες απεργίες του 1975-77.

Πάρα την αυταπάρνηση και την μαχητικότητα των οργανωμένων δυνάμεων της επαναστατικής αριστεράς, η επιλογή τους να θεωρούν τον εαυτό τους ως  φορέας της επαναστατικής αλήθειας, τους μετέτρεψε σε «ορθόδοξες» αιρέσεις. Σε αυτοαναφορικές- σχεδόν αυτιστικές-«μορφές ζωής», που μιλούσαν η κάθε μια δυσνόητη, ακατάληπτη γλώσσα, μπαίνοντας η κάθε μια σε διαμάχη με τις άλλες οργανώσεις, για το ποια οργάνωση, θα  στρατεύσει το προλεταριάτο και το λαό.

Μια δυσνόητη και αυτιστική γλώσσα καθαρά για μυημένους- με την ιδιαίτερη βέβαια της γοητείας και της σαγήνης του να είσαι στους μυημένους-  αλλά αρκετά μακριά από τον λαό και τους γλωσσικούς κώδικες του, μακριά ακόμη και από το λαό και την εργατική τάξη, τους προλεταρίους,  που εκείνη την εποχή ήταν στο καμίνι του ταξικού αγώνα. Έτσι ενώ από την μία υπήρχε μια συλλογικότητα του αγώνα, της δράσης και της σύγκρουσης, από την άλλη υπήρχαν μικροκοινότητες, «αιρέσεις» και «μορφές ζωής» που ζούσαν και δρούσαν εντός αυτής της κοινότητας, επιχειρώντας η κάθε μια να γίνουν από αίρεση, εκκλησία, και να ηγεμονεύσουν επάνω στην κοινότητα.

Η  δυσνόητη γλώσσα των αριστερών και κομμουνιστικών αιρέσεων- η τόσο γοητευτική για τους πιστούς της κάθε αίρεσης- θα μπορούσε να συγκριθεί με την ύστερη γλωσσική θεωρία  του Βίτγκενσταϊν. Η θεωρία του Βίτγκενσταϊν, από την μία συνδέει την γλώσσα με τις «μορφές ζωής», και τα «γλωσσικά παίγνια» της κάθε «μορφής ζωής»,  τους κανόνες και τις γραμματικές ομοιότητες.  Από την άλλη όμως αυτό την τοποθετεί στο επίπεδο της πραγματικής ζωής, της πράξης και της πρακτικότητας, επιχειρώντας παράλληλα να τις δώσει μια θεραπευτική σημασία. Γιατρεύοντας την από την από τις αλλοτριωτικές κοινές χρήσεις της και από την άλλη επικρίνοντας την δυσνόητη  γλώσσα των φιλοσόφων. Αυτές τις δυσνόητες αφαιρέσεις που το κάθε διαφορετικό το κάνουν ίδιο, μια δυσνόητη γλώσσα μακριά από την  θεραπευτική πράξη και της ανθρώπινης πρακτικής. Θέλοντας να προσδώσει στην καθημερινή γλώσσα μια πρακτική σημασιολογική, μια ουσιαστική σημασιολόγηση, στα  πλαίσια των εκάστοτε «μορφών ζωής».

Η γλώσσα των αριστερών αιρέσεων της μεταπολίτευσης είναι αντίστοιχο με την γλώσσα των φιλοσόφων, σαγηνευτική προς τα μέσα, αδιάφορη προς τα έξω. Ενώ η γλώσσα του ρεφορμισμού και του πολιτικού καιροσκοπισμού από την άλλη, μπορεί να μιλάει περισσότερο, επί του πρακτέου, με κυρίαρχα τα αλλοτριωτικά συμφραζόμενα. Μακριά και οι δυο λογικές από μια γλώσσα της πράξης και της πρακτικής, μακριά και οι δυο από μια γλώσσα μιας φιλοσοφίας της πράξης, της πράξης της κοινωνικής χειραφέτησης.

Οι αριστερές αιρέσεις, όπως και οι και η αριστερή εκκλησία, ακόμη και σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, ειδικά στις περιόδους της ήττας, έχουν μια  λογική: « καλά να είναι το μαγαζί», μέχρι να περάσει η μπόρα. Σε αντίθεση, με την λογική της ανοικτότητας και της κοινής δράσης, της σύμφυσης των «γλωσσικών παιγνίων» της αντίστασης και των αγώνων της χειραφέτησης, της σύμφυσης της αληθειών και των παραδόσεων που απαρτίζουν την καθολική αλήθεια.  Με γνώμονα και καθοδηγητική κατεύθυνση της πράξης, της πράξης του αγώνα, της πολύμορφης δράσης, της αντίστασης και της χειραφέτησης.

Επιστρέφοντας όμως στις οργανώσεις της – πέρα από το ΚΚΕ- παρά την κριτική που ασκήσαμε η συνεισφορά τους , στην κινηματική ζωή και στο συγκρουσιακό πνευμα  της εποχής εκείνης ήταν τεράστια και καθοριστική. Είναι διαφορετικής ποιότητας ζήτημα αν  και κάτω από ποιες συνθήκες, είχαν τις εσωτερικές  δυναμικές, να υπερβούν εαυτούς, να υπερβούν το κλίμα της εποχής και να συμβάλλουν,  σε μια άλλου τύπου διαδικασία. Εκ του αποτελέσματος φάνηκε πως δεν είχαν και δεν το επιθύμησαν, συνδεδεμένες με τις κυρίαρχες πολιτικές αιρέσεις της εποχής, Μαοϊσμός κ  Τροτσκισμός, ακολούθησαν την πορεία των πραγμάτων και των γεγονότων.  Ιδιαίτερα ο Μαοϊσμός ακολούθησε την πορεία του εκφυλισμού της Μαοϊκής Κίνας, τον  εκφυλισμό της Αλβανίας και της Καμπότζης.  Η Πασοκική αλλαγή θα τα ισοπεδώσει όλα, διαλύοντας ιστορικές οργανώσεις όπως το ΚΚΕ Μ-Λ, ενσωματώνωντας δια του Λαλίωτικης εκδοχής του, πλήθους  μελών και στελεχών τους. Έπρεπε να αρθει το 1985 και το τέλος του Πασοκικού  σοσιαλισμού, για να ξανασηκώσουν κεφάλι.

3)«Πασοκιστάν»   

Η διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δημιούργησε μια χαρακτηριστική αντιπροσωπευτική φιγούρα ανθρώπου. Ο πασοκάνθρωπος είναι η φιγούρα του ανθρώπου, που ξεπέρασε τα πολιτικά και ιδεολογικά στεγανά και μετατράπηκε σε «αρχετυπικός» ανθρωπόμορφος χαρακτήρας   από την άκρα δεξιά έως την άκρα αριστερά.  Πρόκειται για μια αριστερόστροφη λαϊκίστικη εκδοχή κρατικοδίαιτου συντεχνιακού κορπορατισμού. Που δεν θα υπήρχε ή δεν θα υπήρχε με αυτό τον τρόπο, δίχως τις μορφές και την επίδραση του ριζοσπαστισμού της μεταπολίτευσης. Δίχως την αντεστραμμένη- και πολιτικά εκφυλισμένη- εικόνα των μορφών του ριζοσπαστισμού της μεταπολίτευσης.

Αποτελώντας τομή και ασυνέχεια του στενόμυαλου και κοντόθωρου κρατικοδίαιτου συντεχνιακού κορπορατισμού της μετεμφυλιακής δεξιάς. Αν επί μετεμφυλιακής δεξιάς οι δομές του κρατικοδίαιτου συντεχνιακού κορπορατισμού αγκάλιαζαν τους μεγαλοεπιχειρηματίες, και τα «εθνικώς σκεπτόμενα» μεσαία στρώματα, τα εθνικώς σκεπτόμενα»  μικροαστικά στρώματα και τα «εθνικώς σκεπτόμενα» τμήματα της φτωχολογιάς, επί ΠΑΣΟΚ αυτό γενικεύτηκε σε όλα τα στρώματα και τις κοινωνικές τάξεις, αποκτώντας μια ιδιαίτερη ποιότητα και ευρύτητα. Με πιο απλά λόγια το ΠΑΣΟΚ έβαλε  στο παιχνίδι- με τα καλά και τα άσχημα του- όλο τον ελληνικό λαό.

Σε αυτό το σημείο όμως απαιτούνται τρεις  παρατηρήσεις: 1) ο κρατικοδίαιτος συντεχνιακός κορπορατισμός δεν ήταν νόθευση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά ο τρόπος, η μορφή που λειτουργούσε και αναπαράγονταν ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής  και ο κεφαλαιοκρατικός Ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. 2) Η γενίκευση του, επί ΠΑΣΟΚ, δεν συνιστά μια μείωση των κοινωνικών και ταξικών ανισοτήτων, παρα την φιλεργατική πολιτική των 4 πρώτων χρόνων, και αυτό διότι δεν θίχτηκαν τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης.  Από αυτή την οπτική ο «σοσιαλισμός» του ΠΑΣΟΚ είναι η ολοκλήρωση μιας μοντέρνας μορφής καπιταλιστικοποίησης. 3) Καπιταλιστικοποίηση που συνιστά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης από τον καπιταλισμό της απόλυτης υπεραξίας, στο καπιταλισμό της σχετικής υπεραξίας.

Μεταβίβαση στο καπιταλισμό της σχετικής υπεραξίας- που μάλλον ήρθε αργά- σε μη συγχρονισμό,  με την υπόλοιπη Ευρώπη. Την δεκαετία το 1980 που στο Ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό φύσαγε δυνατός «σοσιαλιστικός» άνεμος που επηρέασε όλα τα πολιτικά ρεύματα της χώρας , στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και στην Κίνα,  φύσαγε δυνατά  νεοφιλελεύθερος  άνεμος.

Και από το 1985 ήταν ολοφάνερο πως η τάση ήταν προς την παγκόσμια ομογενοποίηση του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος, με την εξουσία να μεταβιβάζεται σιγά, σιγά από τα εθνικά κράτη, στις ολοκληρώσεις, και από τις ολοκληρώσεις, στις πολυεθνικές και από τις πολυεθνικές στα χρηματιστηριακά παράγωγα, και στο πλασματικό κόσμο του θεού «χρήμα». Μετατρεπόμενο σε μια πλατωνική ιδέα, ζώντας εμείς οι  θνητοί το κακέκτυπο της πλατωνικής ιδέας «χρήμα», πολύ μακριά από το αρχέτυπο «χρήμα». Όσο μεγαλύτερη η πλατωνική ιδέα «χρήμα», τόσο πιο άθλιο το κακέκτυπο που ζούμε.

Στα 1995 -σε μια από τις τελευταίες φωτισμένες δηλώσεις  του- ο Ανδρέας Παπανδρέου μίλησε για την μείωση της εθνικής κυριαρχίας, όπως την βιώνουμε σήμερα.  Είπε στο μέλλον οι εθνικές κυβερνήσεις δεν θα κάνουν κουμάντο, κουμάντο θα κάνει η Γερμανία». Λίγο αργότερα ο βιολογικός του θάνατος θα παραδώσει την πολιτική εξουσία στα «τέρατα» της νέας κατάστασης , τους εκσυγχρονιστές και το Πασοκιστάν του Σημίτη, του ανθρώπου των Γερμανών. Μεταβιβάζοντας την εξουσία από τους πολιτικούς, από την αυτονομία της πολιτικής- άμεσα στις οικονομικές ελίτ, από εκεί και πέρα, όλο και πιο άμεσα οι πολιτικοί είναι, θα  είναι πλήρως ελεγχόμενα πιόνια των οικονομικών ελίτ.

Πάντως ακόμη στην δεκαετία 1980-1990 στην Ελλάδα όλοι ήταν σοσιαλιστές ακόμη και οι δεξιοί.  Με συνδικάτα- ανεξαρτήτου που πολιτικά  ανήκαν-   και  τις συντεχνίες, να παίζουν σημαίνοντα ρόλο,  στο πως αναπαράγονταν ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, με τα θετικά τους και φυσικά τα αρνητικά τους. Πρόκειται για μια εμφανέστατη «μπαστερδοποίηση» , μόνο  που τα «μπασταρδέματα» σε κάποιες στιγμές λειτουργούν παραγωγικότερα από τι οι «καθαρές» περιπτώσεις.

Καπιταλιστικοποίηση που συνδέθηκε και συνδυάστηκε με μια σχετική αποβιομηχανοποίηση του δευτερογενή τομέα, όπως   και με μια βιομηχανοποίηση του τριτογενή τομέα,  που καθιστούσαν τον Ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, παρά τις ανισομετρίες και τις ιδιομορφίες του, ένα σύγχρονο και μοντέρνο καπιταλιστικό  κοινωνικό σχηματισμό. Βέβαια σε αυτό το σημείο, τα γεγονότα που ακολούθησαν και που ζούμε αναδεικνύει πλήθος ερωτηματικών και προβλημάτων, για την  ποιότητα του Ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Για το βαθμό ανάπτυξης του και την σχέση του, με πιο αναπτυγμένους κοινωνικούς σχηματισμούς, αλλά και με λιγότερο αναπτυγμένους. Αλλά και το ρόλο της πάλης των τάξεων , του αγώνα των καταπιεσμένων, των μορφών και των διαδικασιών της ενσωμάτωσης ή της περιθωριοποίησης τους στο κοινωνικό σχηματισμό.

Και από αυτή την οπτική, η απουσία επενδύσεων στο δευτερογενή τομέα, μάλλον συνιστά στοιχείο που συναντάται σε δομές ενός αναπτυγμένου καπιταλισμού, φυσικά σε μακροχρόνια κρίση, παρά σε υποανάπτυκτου καπιταλισμού. Δίχως όμως να μας διαφεύγει το γεγονός πως πολυεθνικές πιο αναπτυγμένων κεφαλαιοκρατικών σχηματισμών έχουν μεν επενδύσει σε χώρες του τρίτου κόσμου, αλλά η υπεραξία έρχεται στις χώρες του πρώτου κόσμου.   Ενώ η επί 6ετίας συνειδητή υποτίμηση της εργατικής δύναμης συνιστά καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, που σε ενότητα και αντίθετη με την απαξίωση κεφαλαίων, υποβαθμίζουν τον Ελληνικό καπιταλιστικό σχηματισμό, στο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Βοηθώντας όμως  μακροπρόθεσμα στην συγκεντροποίηση του κεφαλαίου σε ακόμη λιγότερα- ντόπια και πολυεθνικά- κέντρα και συμφέροντα και στην ισχυροποίηση της εξουσίας τους επί της εργασίας.

  4) Του νεοφιλελευθερισμού, του εθνικισμού

Το «βρώμικο 89» ήταν- η από τα «πάνω» απόπειρα της συμμαχίας των αντιπάλων του εμφυλίου –  να γίνει εκκαθάριση του κράτους του ΠΑΣΟΚ , συνεχίζοντας τους ρυθμούς της Πασοκικής «μορφή ζωής», στο βαθμό που κομμάτι αυτής της «μορφής ζωής», ήταν και οι ίδιοι. Γρήγορα το κατανόησαν και περιορίστηκαν σε ένα αντιπαπανδεικό αγώνα, με την ανοχή και τμημάτων του ΠΑΣΟΚ, που αργότερα θα μεταμορφωθούν σε εκσυγχρονιστές, επιχειρώντας να σπάσουν με την σοσιαλ/λαϊκίστικη χαρακτηροδομή, κρατώντας ή και αυξάνοντας τα κρατικοδίαιτα ή ευρωκρατικοκεντρικά χαρακτηριστικά.

Ας σημειωθεί πως σε παγκόσμια κλίμακα ο λεγόμενος νεοφιλελευθερισμός είναι βαθιά κρατικοδίαιτος, με ένα ιδιαίτερο τρόπο. Ένα κράτος που ενισχύει την επιχειρηματικότητα και τους ιδιώτες, με κάθε μέσο, μεταμορφώνοντας το κράτος από επιχειρηματία  σε κράτος συλλογικό μάνατζερ, εισοδηματία και πάνω από όλα, σε κράτος «νυχτοφύλακα» και «χωροφύλακα» των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου, πιο κράτος από το κράτος  δεν γίνεται.

Ο παγκόσμιος κατακλυσμός του «89»- η αλλαγή της εποχής, με την τυπική ενσωμάτωση των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στο παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα, μια ενσωμάτωση που χει αρχίσει από την εποχή της «ειρηνικής συνύπαρξης»- ανάγκασαν σύσσωμο  το Ελληνικό πολιτικό σύστημα  να συγκυβερνήσει, αφήνοντας στην άκρη τους ιδεοληψίες της κάθαρσης. Ιδεοληψίες που έχουν μεταμορφωθεί  σε καλοστημένα «παίγνια», που εξυπηρετούν την «βρωμιά» του καπιταλιστικού συστήματος. Όπως και  το «βρώμικο 89», έτσι και σήμερα,  κάθε λόγος περί κάθαρσης, δεν είναι παρά «στάχτη στα μάτια», για να συνεχίζουν να παίζονται τα «βρώμικα» παιχνίδια τους.

Η οικουμενική κυβέρνηση  ήταν  μια μικρή μεταβατική περίοδος για να «δει» το πολιτικό σύστημα πως θα πορευτεί στις νέες πρωτόγνωρες συνθήκες. Συνθήκες που θα απελευθέρωναν τα χέρια των πιο επιθετικών τμημάτων του κεφαλαίου, των νεοφιλελεύθερων ινστρουχτόρων, των μεταμοντερνίστικων αντιλήψεων, μιας ομογενοποίημενης παγκοσμιότητας, αλλά και των αντιπάλων τους, όπως είναι του ισλαμικού φονταμενταλισμού και του μεσσιανικού εθνικισμού. Εθνικισμός που στην περίπτωση των Βαλκανίων στοίχισε 10 χρόνια πολέμων και ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, όπως θα δούμε λίγο πιο κάτω και ενός ισλαμικού φονταμενταλισμού που σκορπά το χάος ακόμη και σήμερα.

Στις αρχές του 1990 λυσσομανούσε ένας άγριος νεοφιλελεύθερος, φιλοκαπιταλιστικός αέρας παντού. Στην Ελλάδα η ΝΔ του Μητσοτάκη με επιθετικότητα επιχείρησε να καθαρίσει το τοπίο και έφαγε τα μούτρα του, ηττημένος κατά κράτος, από τον κόσμο των σωματείων και της εργασίας.   Έχει μείνει στην ιστορία του εργατικού κινήματος η μάχη της ΕΑΣ, με τον παρατεταμένο συγκρουσιακό χαρακτήρα της.  Η τραγική ειρωνεία είναι πως χρειάστηκαν 16 χρόνια, 3 μνημόνια, 6 χρόνια παρατεταμένων αγώνων, με εξεγερσιακά χαρακτηριστικά, και μια κυβέρνηση της αριστοδεξιάς το ΣΥΡΙΖΑ, για να περάσουν τα μέτρα του Μητσοτάκη του 1990.

Την ίδια στιγμή η εθνικιστική πτέρυγα της Μητσοτακικης ΝΔ του 1990, υπό τον Αντώνη Σαμαρά, από την μια καλωσόριζε τους αδερφούς μας Βορειοηπειρώτες, ανοίγοντας τα σύνορα, δημιουργώντας παράνομους ενόπλους μηχανισμούς όπως η ΜΑΒΗ, και από την άλλη, μέσα από το «μακεδονικό ζήτημα», επιχείρησε να μετατρέψει την Ελλάδα σε άμεσο συμμέτοχο στην Βαλκανική κρίση, «σχεδία» να διαμοιράσουμε  μαζί με την Σερβία τα «Σκόπια», όπως έλεγαν και λένε την Δημοκρατία της «Μακεδονίας». Κρατικοδίαιτος νεοφιλελευθερισμός από την μια, φασίζουν εθνικισμός από την άλλη, και κοινωνικός ρατσισμός λόγω μεταναστευτικών ρευμάτων. Πέρα από τους ανέμους του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού, φύσαγαν και άγριοι αέρηδες μιας συντηρητικής, φασίζουσας στροφής.

5) Τρία βασικά  γεγονότα   

Την πρώτη πενταετία της δεκαετίας του 1990, τρία είναι  νομίζω τα αλλλοδιαπλεκόμενα  γεγονότα που καθόρισαν την πολιτική και  κοινωνική ζωή. Το πρώτο γεγονός είναι το μεταναστευτικό ρεύμα,  κυρίως από την Αλβανία και τις χώρες του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού». Στα θετικά του γεγονότος είναι η ζωτικότητα και η ζωντάνια που απέκτησε η ύπαιθρος και η επαρχία. Όπως και η σχετικά,  εύκολη ενσωμάτωση των μεταναστευτικών ροών στο Ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Απόρροια και της αρχετυπικής- σχεδόν- κοινής πορείας στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, λαϊκά, τα χνότα μας ταιριάζουν…

Στα θετικά και η συνολικότερη ωφέλεια της οικονομίας, της καπιταλιστικής οικονομίας για να εξηγούμαστε. Από το μεταναστευτικό ρεύμα της δεκαετίας του 1990 δεν βγήκε κερδισμένο μόνο το μεγάλο κεφάλαιο, μάλλον το λιγότερο κερδισμένο ήταν αυτό. Κύρια κερδισμένο βγήκαν τα πιο αδύναμα τμήματα του Ελληνικού κεφαλαίου, που χάρη στην φτηνή εργασία των μεταναστών, έμειναν με αξιώσεις στο παιχνίδι, αποτρέποντας να      γίνει εκκαθάριση των πιο αδυνάμων κεφαλαίων, για να δυναμώσει η τάση της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου.

Η μεταναστευτική ροή,  αύξησε το εργατικό δυναμικό, και μάλιστα ένα εργατικό δυναμικό, φοβισμένο και παράνομο, ευάλωτο σε πιέσεις, εκφοβισμό και εκβιασμούς. Ο ρατσισμός και ο εκφασισμός  δεν ήταν -και δεν είναι- παρά το όπλο  του κεφαλαίου στο αγώνα ενάντια στους εργάτες. Και όσο πιο αδύνατα και μικρομεσαία κεφάλαια, τόσο πιο πολύ χρησιμοποιούσαν τα εν λόγω όπλα. Αυτή η υλική βάση είναι και η βάση στήριξης και ανάπτυξης και του μορφώματος της Χ.Α.

Βόλευε τα μεσαία στρώματα, τους μικρομεσαίους ακόμη και λαϊκά στρώματα ή τμήματα της εργατικής τάξης που αγόραζαν την εργασία και τις υπηρεσίες των μεταναστών/ιων; Τι λέω τώρα;  Ας δούμε τους εαυτούς μας, αν έχουμε γονείς σε μεγάλη ηλικία. Πόσες φορές «αγοράσαμε» την υπηρεσία, την εργατική δύναμη,  μιας κυρίας να τους φυλάει;  Πόσες φορές αγοράσαμε την εργασία ενός κτίστη από την Αλβανία για το σπίτι στο χωριό; Αν είμαστε στο χωρίο και έχουμε ζωντανά, ποιος συνήθως «βοηθάει» ή «βοηθούσε», με το αζημίωτο; Ποιες, και από ποιες χώρες, πρόσφεραν ερωτική συντροφιά στους ξαναμμένους μικροαστούς, μεσοαστούς, αστούς και προλετάριους; Προλετάριοι, συχνά ταξικά παλικάρια, αγωνιστές, με αριστερές και κομμουνιστικές απόψεις.

Αυτά είναι ιστορίες, είναι ιστορία, είναι γεγονότα, είναι πράξη που κανείς δεν δικαιολογεί κανέναν, μόνο που τίποτε δεν εξελίσσεται σε «καθαρό» περιβάλλον, και σίγουρα  αυτά που βιώσαμε στην υπέροχη γκλαμουράτη, σεξουαλικά κλικάτη,  και σε μεγάλο βαθμό εικονική δεκαετία του 1990, η μεταμοντέρνα διαταξική μαζικοποίηση, επηρέασε τους πάντες. Δίνοντας ένα ισχυρό πλήγμα  στην νοηματοδότηση «ταξικότητα», στην «μορφή ζωής»  εργατική τάξη ως υποκείμενο δράσης και αγώνα.

Όχι πως χάθηκε η εργατική τάξη, με την έννοια, αυτού που πουλάει την  εργατική του δύναμη, νιώθοντας πως ανήκει σε ένα υποσύνολο με κοινά ή περίπου κοινά  συμφέροντα σε αντίθεση με αυτόν ή αυτούς που την αγόραζαν. Απεναντίας ο συνολικά απόλυτος αριθμός αυξήθηκε, απόρροια της οικονομικής ανάπτυξης, κύρια του τομέα των υπηρεσιών,  μα η ποσοτική αύξηση δεν οδηγεί πάντα σε ένα διαλεκτικό ποιοτικό άλμα.

Παρά τα αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα, τόσο η μεταμοντέρνα πολιτιστική  μαζικοποίηση, η υποχώρηση των αριστερών, κομμουνιστικών  ιδεών, όσο και η ταξική πολυμορφία διαμέσου των μεταναστευτικών ροών, που έδιναν την δυνατότητα – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- να αγοράζουν εργατική δύναμη, λαϊκά και εργατικά στρώματα, διάβρωνε τα ταξικά χαρακτηριστικά. Ταξικά χαρακτηριστικά,  που έτσι κι αλλιώς, είχαν χάσει  από την ταξικότητα τους, ως απόρροια του συντεχνιακού κορπορατισμού,  της κυριαρχίας μιας εργατικής αριστοκρατίας των ΔΕΚΟ και των μειωμένης συνδικαλιστικής κάλυψης στο ιδιωτικό τομέα.

Τούτο δεν συνεπάγεται πως τα συνδικάτα έχασαν την δυνατότητα παρέμβασης και διαμεσολάβησης, ιδιαίτερα τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ, ταυτόχρονα όμως άρχισαν μέσω των Εοκικών προγραμμάτων να «ζεσταίνονται» και να εκφυλίζονται μέσα από το «χρήμα» που έρρεε άφθονο εκείνη την εποχή.  Από την μια έδειχναν, μια εικόνα «ντεμοντέ», μια εικόνα από την χθες, σε σχέση με την μεταμοντέρνα κλικάτη σαγήνη, από την άλλη όμως όχι μόνο συνέχιζαν να παίζουν ρόλο διαμεσολαβητή της «εργατικής δύναμης» και της «εργατικής αξίας», αλλά άρχισαν να μεταμορφώνονται σε κοινωνικό εταίρο,  και από τραγιάσκα οι συνδικαλιστές άρχισαν να φορούν «Αρμάνι και γραβάτα», και να κάνουν βόλτες στις Βρυξέλλες. Όχι πως δεν συνέχιζαν να υπάρχουν οι συνδικαλιστές που το πάλευαν, που αγωνιούσαν και αγωνίζονταν, που πίστευαν στην καταστροφικά δημιουργική δύναμη της ταξικής πάλης, και ήταν αυτοί, που έδιναν τον τόνο στις απεργίες που συνεχίζονταν καθόλα την δεκαετία του 1990.

Το κλίμα όμως μύριζε «Ευρώπη» και ζεστό ευρωπαϊκό χρήμα- που πιστεύαμε πως ήταν «δανεικά και αγύριστα»- μύριζε «τέλος της ιστορίας», καπιταλιστική σαγήνη και καταναλωτική αποχαύνωση. Μύριζε δημοσιοσυσχετισμό, δημοσιουπαλληλισμό και παρασιτίλα, μύριζε ιδιώτευση  και ιδιωτική πρωτοβουλία.  Ήσουν και σχεδόν ένιωθες ντεμοντέ,  αν μίλαγες για «ταξική πάλη» και καπιταλισμό, ήταν η εποχή που το χρήμα έπεφτε στην αγορά, για να κάνει το κύκλο του, να την ζεστάνει για να επιστρέψει στα χέρια λίγων, όπως συνέβη, με το «κόλπο» του χρηματιστηρίου, τα δημόσια έργα και το κρατικό δανεισμό.

Φυσικά αυτό συνδέεται  και με το δεύτερο γεγονός, με την επέλαση του Ελληνικού κεφαλαίου στην ενδοχώρα  των Βαλκανίων. Η Ελλάδα- το ελληνικό κεφάλαιο δηλαδή-  εισήγαγε ζωντανή εργασία από τα βαλκάνια, για πάσα χρήση, και εξήγαγε κεφάλαιο προς τα εκεί, κύρια το τραπεζικό κεφάλαιο, αν και μικρομεσαία τμήματα του, επιχείρησαν να «παίξουν» και να εισάγουν υπεραξία από αυτήν την ιστορία.

Συνήθως έτρωγαν τα μούτρα τους,  και έμειναν σε αυτό που γνώριζαν καλά: Στο να είναι μεσάζοντες- εξαγωγές, εισαγωγές- ή πατρόνες σε δίκτια διαφθοράς, «ναρκωτικά, πορνεία, λαθρεμπόριο». Όχι δεν είναι προνόμιο μόνο των Ελλήνων καπιταλιστών αυτές οι «μπίζνες», όλοι οι μεγάλοι κεφαλαιοκράτες, έχουν περάσει και περνούν από εκεί, για να τα «καθαρίζουν», να τα «ξεπλένουν» μετά στην νόμιμη οικονομική δραστηριότητα.

Ήταν η εποχή, που νιώθοντας μια χώρα, εντός του ευρωπαϊκού καπιταλιστικού κέντρου, σχεδόν ιμπεριαλιστική, συμμετέχοντας να συμμετάσχει στο πλιάτσικο των βαλκάνιων. Σε σύγκρουση και σε συνεργασία, με άλλες καπιταλιστικές δυνάμεις πλιατσικολόγησαν όσο μπορούσαν, παρόλο που η εξέλιξη έδειξε, πως τίποτε δεν έμεινε από αυτή την «εκστρατεία».  Δεν έμεινε για την συνολικότερη αναπαραγωγή του Ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού του, και όχι για τα ταμεία, τους λογαριασμούς και τις «offshore» τμημάτων του Ελληνικού κεφαλαίου.

Δεν έμεινε τίποτε για δυο λόγους: ο πρώτος είναι γιατί η εξαγωγή κεφαλαίων και οι «μπίζνες» στα βαλκάνια δεν μετουσιώθηκαν σε επιχειρηματικά παραγωγικά πλάνα εντός του Ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, οι «παρασιτικές εργασίες» του «αγοράζω, πουλάω, εξάγω, εισάγω», κυρίως «εισάγω», και οι αρπακτές δεν συνιστούν επιχειρηματικά πλάνα μακράς πνοής. Ο δεύτερος γιατί στο παιχνίδι με άλλες ισχυρότερες καπιταλιστικές/  ιμπεριαλιστικές δυνάμεις , σε ένα βάθος χρόνου,  ο ελληνικός καπιταλισμός, βγήκε χαμένος, κυρίως εκεί που επιχείρησε να παίξει αυτόνομο ρόλο, σε σύγκρουση με αυτές τις δυνάμεις, και όχι εκεί που έπαιζε το ρόλο «πράκτορα», και συνεταίρου. Δείχνοντας  και τα όρια των υπο-ιμπεριαλιστικών δυνατοτήτων του Ελληνικού κεφαλαίου/ κράτους/ κοινωνικού σχηματισμού. Και για να κάνουμε λίγο πλάκα, πως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, με το πολιτική «επένδυση» του Ελληνικού αστισμού, στους ηττημένους  Σέρβους- εν ορθοδοξώ Χριστό- αδερφούς μας;

6) Γιουγκοσλαβία ή τα μικρά ενωμένα βαλκάνια

Το τρίτο μεγάλο γεγονός λοιπόν είναι τα γεγονότα στην Γιουγκοσλαβία, για μια δεκαετία περίπου. Η Γιουγκοσλαβία ήταν μια μικρογραφία των οραμάτων του Ρήγα Φεραίου και ύστερα της Γ’ διεθνούς, κύρια του Λ. Τρότσκι , για ενωμένα βαλκάνια. Αναγνωρίζοντας τα κοινά βιοτικά ιζήματα, τις μπασταρδεμένες «μορφές ζωής», τις θρησκευτικές παραδόσεις που συχνά έφτιαχναν περίεργες συγκριτικές συνενώσεις, όπως λόγου χάρη οι μπεκτασήδες, αναγνωρίζοντας την αδυναμία να αντιμετωπιστούν οι μεγάλες αυτοκρατορικές, αποικιοκρατικές/ ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ή την αδυναμία των αστικών τάξεων να ολοκληρώσουν τον καπιταλιστικό εκσυγχρονισμό, εισήγαγαν την θεωρία των ενωμένων Βαλκανίων, των ενωμένων σοσιαλιστικών βαλκάνιων.

Γιατί μόνο στα  σοσιαλιστικά Βαλκάνια- με την εξουσία να ανήκει στις λαϊκές τάξεις που έχουν κοινά συμφέροντα, ανεξαρτήτου εθνότητας και εθνικής καταγωγής-  μπορεί να είναι πραγματικά ενωμένα τα Βαλκάνια. Καθώς η ιδέα των ενωμένων Βαλκανίων είχε να αντιμετωπίσει όχι μόνο τις εθνικές και θρησκευτικές διαφορετικότητες ή τους αστικούς ανταγωνισμούς, τους βαλκάνιους εθνικισμούς, αλλά και τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, που επιθυμούσαν και επιθυμούν τα Βαλκάνια χωρισμένα.

Αυτή είναι η θεωρία, και όπως συμβαίνει συνήθως υπάρχει μεγάλη απόσταση από την θεωρία στην πράξη και αυτό για μια σειρά λόγους: Ο πρώτος είναι γιατί ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός – και μάλιστα στα πλαίσια μιας καθυστερημένης οικονομικά και πολιτιστικά  χώρας- είναι σχεδόν αδύνατος. Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός έχει μεγαλύτερη δυνατότητα στα πλαίσια μιας ενωμένης βαλκανικής και όχι ανά χώρα, και αυτό δεν συνέβη.

Ο δεύτερος λόγος είναι πως οι εθνικές ανισομετρίες, οι ανταγωνισμοί, οι ηγεμονισμοί αλλά και τα γεωπολιτικά παιχνίδια, επηρέασαν τις σχέσεις των χωρών των βαλκάνιών που είχαν σοσιαλιστικά καθεστώτα.

Από την εποχή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα το ΕΑΜ, εντάσσεται στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής που ηγεμονεύει, η ιμπεριαλιστική Αγγλία και όχι στο βαλκανικό στρατηγείο μαζί με τον Τίτο. Οι Αλβανοί κομμουνιστές του Ε. Χότζα αντιμετώπιζαν τους Γιουγκοσλάβους κομμουνιστές με αντιπάθεια, αναγνωρίζοντάς τους εθνικιστικές βλέψεις, το ίδιο Βουλγάροι και οι  Γιουγκοσλάβοι κομμουνιστές.

Με το «μίγμα» να χαλάει τελείως στα 1948 με την ρήξη Τίτο και Στάλιν, ενώ η ήττα του Ελληνικού αντάρτικου, κλείνει την διαδικασία της επέκτασης των σοσιαλιστικών καθεστώτων τόσο νοτιότερα, όσο και προς την Ευρώπη.   Κανείς δεν γνωρίζει πως θα εξελίσσονταν η διαδικασία  αν και εφόσον είχαμε νίκη και όχι ήττα του ελληνικού ανταρτικού ή αν εξαρχής το ΕΑΜ κρατούσε την λαϊκή εξουσία;

Η Γιουγκοσλαβία του Τίτο έμεινε ως μια μικρογραφία των ενωμένων σοσιαλιστικών βαλκάνιών, ακολουθώντας μια αυτόνομη πορεία, μεταξύ της καπιταλιστικής Ευρώπης και των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Εφαρμόζοντας ένα πιο ανοικτό σοσιαλιστικό μοντέλο , τουλάχιστον στο πεδίο της οικονομίας. Με αγορά, κράτος, κεντρικό πλάνο  και την αυτοδιαχείριση. Τα εργοστάσια ανήκαν στους εργάτες,  μόνο που στα πλαίσια του κεντρικού πλάνου, υπήρχε ένας εσωτερικός οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων, μεταξύ των περιοχών και των αυτόνομων δημοκρατιών.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ναι μεν οι εργάτες να ενδιαφέρονται για το προϊόν που παρήγαγαν,  να νιώθουν πως είναι  σε μεγάλο βαθμό αφεντικά, αλλά αυτό σταμάταγε στα όρια του εργοστασίου. Έξω από αυτό η κομματική μονοκρατορία, η Τιτοική  γραφειοκρατία,  δεν άφηνε περιθώρια για μια γενικευμένη κοινωνική αυτοδιαχείριση. Ενώ η ανισόμετρη οικονομική, παραγωγική ανάπτυξη δημιούργησε πλούσιες περιοχές, όπως Σλοβενία, Κροατία, και την Σερβία και λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές και κράτη, όπως η Βοσνία, το Κόσοβο και η δημοκρατία της Μακεδονίας.

Μια οικονομική και παραγωγική ανισομετρία που οδήγησε στο ανταγωνισμό ανάμεσα στις δημοκρατίες, υποθάλποντας τον εθνικισμό, που εκφράστηκε ανοικτά, όταν οι εθνικοί   γραφειοκράτες των δημοκρατιών, ύστερα από τον θάνατο του Τίτο,  αποφάσισαν να διαχωριστούν, κάνοντας δικά τους κράτη.

Διαχωρισμός που κάθε άλλο παρα βελούδινος ήταν, καθώς η ηγεμονική Σερβία το κατανόησε ως ήττα και κίνδυνο για την ύπαρξη της. Στους βαλκάνιους εθνικιστικούς ανταγωνισμούς- πάνω στα ερείπια της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας- έβαλαν το χεράκι τους και οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. ΗΠΑ και Γερμανία,  στοιχημάτισαν με τους βαλκάνιους εθνικισμούς, με τον Σερβικό εθνικισμό να βγαίνει ολότελα χαμένος. Τελευταίο μεγάλο προπύργιο του, ήταν η Αλβανική Πρίστινα που την θεωρούσε δική του.

Οι ενωμένες αυτοκρατορικές δυνάμεις βομβάρδισαν την Σερβία και το Βελιγράδι, για πρώτη φορά ύστερα από τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο βομβαρδίζεται ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Το πρόσχημα ήταν  ο εθνικισμός του Μιλόσεβιτς και των Σέρβων,  καθώς και τα δικαιώματα των Αλβανόφωνων.

Το αίτιο η καταστροφή των δομών, μιας, σε μεγάλο βαθμό, αυτοδιαχειριζόμενης παραγωγικής οικονομικής βάσης. Μια αυτοδιαχειριζόμενη παραγωγική βάση – που παρά  τον στενά εθνοκεντρικό τους χαρακτήρα, που απέκλειε τους Αλβανόφωνους, αποτελούσαν ένα εμπόδιο, στην ενσωμάτωση των Βαλκανίων, στην νέα- ολοκληρωτικά καπιταλιστική- τάξη πραγμάτων και τα κατάφεραν.

Με τους Έλληνες ολιγάρχες και το πολιτικό επιτελείο να παίζουν το δικό τους βρώμικο ρόλο, σε αντίθεση με τον ελληνικό λαό που στήριξε με αυταπάρνηση τον δοκιμαζόμενο Σερβικό λαό. Είναι γνωστός ο βρώμικος ρόλος της «πρεσβείας», των συμβούλων του Γιώργου Παπανδρέου, των εκσυγχρονιστών του ΠΑΣΟΚ και  τμημάτων του Ελληνικού κεφαλαίου,  στην πτώση του Μιλόσεβιτς, σε συνεργασία με τμήματα του Σερβικού κεφαλαίου και της Σέρβικης πολιτικής ελίτ, αντίστοιχος με τον ρόλο που έπαιξε στους βομβαρδισμούς στην Σερβία δια του ΝΑΤΟ και την χρησιμοποίηση των βάσεων.

7) Εκσυγχρονισμός: Του Σημίτη μαγαζί  

Εκσυγχρονιστής είναι αυτός ο νεαρός της δεκαετίας του 1970 που συμμετείχε στις επιτροπές πρωτοβουλίας που δημιουργήσαν το ΠΑΣΟΚ, διαβάζοντας Πάμπλο και Ανδρέα Παπανδρέου, φωνάζοντας «έξω από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ», στις «18 σοσιαλισμός», πίνοντας στην υγειά αυτών των παλικαριών, που εκτέλεσαν τον Γουέλς και τους βασανιστές της χούντας.

Στα 1981 από προλετάριος  έγινε γραμματέας σε κάποιο υπουργείο για να συνεισφέρει στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της χώρας. Γρήγορα κατανόησε  πως δεν είναι ώριμες οι συνθήκες  για αυτό ευλόγησε την συμφωνία για τις βάσεις, την αλλαγή στην θέση για την ΕΟΚ, αναγνωρίζοντας τις παραγωγικές δυνατότητες που πρόσφεραν τα ΜΟΠ. Ως μέλος όμως  της ΠΑΣΚΕ το 1985 αντιτάχθηκε στην διορισμένη διοίκηση της ΓΣΕΕ και έφτιαξε μαζί με άλλους την ΣΣΕΚ, συνεργαζόμενος πολιτικά με τον Αρσένη  και συνδικαλιστικά με την ΕΣΑΚ.

Το «βρώμικο 89», η συνεργασία ΝΔ-ΣΥΝ, τον οδήγησαν ξανά στον Ανδρέα Παπανδρέου, λέγοντας Ανδρέα και πάλι Ανδρέα, κατανοώντας πως κινδύνευε να βγει εκτός παιχνιδιού, με τα βρώμικα παιχνίδια ΝΔ-ΣΥΝ. Ευλογώντας αυτά τα ηρωικά παλικάρια της 17Ν που τιμώρησαν τον Μπακογιάννη,  που επιχείρησε να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, στηρίζοντας τους πραγματικούς ιεράρχες της διαπλοκής και της διαφθοράς που δεν είναι άλλη από το ΛΜΑΠ. Για αυτό το λόγο η τριετία του Μητσοτάκη τον βρίσκει στο δρόμο του αντιδεξιού αγώνα και των απεργών της ΕΑΣ, κρατώντας κάποιες πισινές, γιατί μύριζε πως κάτι αλλάζει στο αέρα.

Την αλλαγή του κλίματος- ως ΑνδρεοΠαπανδρεικός-  την συνδύαζε με δυο εικόνες που του είχαν μείνει στο μυαλό.  Η  πρώτη είναι  η επιστροφή της επιστροφής του Ανδρέα από την εγχείρηση,  με το νεύμα του Ανδρέα  να μπει στο κάδρο η Δήμητρα Λιάννη, η δεύτερη εικόνα, την βραδιά της συντριπτικής ήττας του Μητσοτάκη, την σχεδόν θλιβερή  εικόνα ενός κατακουρασμένου Ανδρέα, να χαιρετά το πλήθος, να το κρατά η Δήμητρα, για να μην πέσει. Δεν ξέρει γιατί αυτές τις δυο εικόνες τις συνδύασε με την  μεταβίβαση της εξουσίας από την πολιτική στην οικονομική εξουσία, με την εικόνα της Δήμητρας Λιάννη- Παπανδρέου να «εκφράζει» ασυνείδητα και φαλλικά την δύναμη της οικονομικής ελίτ.

Για αυτό το λόγο, μετά το θάνατο του Ανδρέα, στο αγώνα για τη κομματική εξουσία, άδειασε τους  παλαιοπαπανδρεικούς που τους εκπροσωπούσε ο Τσοχατζόπουλος και ο Αρσένης επέλεξε να συνταχθεί με  τον εκπρόσωπο των οικονομικών ελίτ, ντόπιων και ξένων, και κύρια των Γερμανών, Σημίτη. Δεν τον συμπαθούσε, τον θεωρούσε πολύ ξενέρωτο και αντιπασόκο,  αλλά είχε πάψει να χει αυταπάτες και το ζήτημα ήταν να βγάλει χρήμα.

Μετατράπηκε σε Σημιτικότερο του Σημίτη, και πήρε μέρος στο φαγοπότι των Ευρωπαϊκών προγραμμάτων και κονδυλίων, από παμπλικός και τριτοδρομικός σοσιαλιστής μετατράπηκε σε ούλτρα Ευρωπαϊστής. Γνώρισε τον Πέτρο τον Κωστόπουλο, και αυτός αυτοδιαχειριστής είχε ξεκινήσει, γράφοντας συχνά στα περιοδικά του, βγαίνοντας μαζί του, πίνοντας στην ψαρού της Μυκόνου  τα ποτά τους, μαζί με καλλίγραμμα μανεκέν.  Μετά από χρόνια αγώνων, κατάκτησε ένα προσωπικό σοσιαλισμό, θεωρώντας πως είναι ο μοναδικά δυνατός.

Πήρε μέρος και στο χρηματιστηριακό πόλεμο και επειδή είχε εσωτερική ενημέρωση ήταν από τους κερδισμένους. Η επόμενη δεκαετία, η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, άνοιξε για αυτόν, ένα ορίζοντα «νέων πτήσεων», πολιτική καριέρα, τηλεόραση ως περσόνα σε ενημερωτικές  εκπομπές και σε σήριαλ,  και δημόσια έργα, τρελά χρήματα και δόξα.

Αυτή είναι η ιστορία όλων των εκσυγχρονιστών ή του εκσυγχρονισμού;   Και ναι και όχι, με ένα όμως κοινό σημείο. Με πέταγμα στα σκουπίδια, κάθε αριστερής ή αντιιμπεριαλιστικής ρητορείας- με κορύφωση το κάρφωμα του Οτσαλάν- τον εκσυγχρονισμό, την  προσαρμογή στο γερμανοκρατούμενο Ευρωλαγνισμό,  να είναι το ιδεολογικό κάλυμμα της Πασοκικής διαχείρισης στις δεκαετίες 1990-2000.

Ένα ψευδοιδεολογικό προκάλυμμα, για το φαγοπότι που έκαναν οι οικονομικές ελίτ, η άρχουσα τάξη, οι εργολάβοι του δημοσίου, με κορύφωση τα δημόσια έργα και ιδιαίτερα το φαγοπότι, το τρελό φαγοπότι των ολυμπιακών αγώνων ή των  δημοσίων έργων όπως η Εγνατία ή η γέφυρα του Ρίου.

Συνολικότερα η 15ετία 1990-2005, υπήρξε μια περίοδο καπιταλιστικής επέκτασης και εμβάθυνσης των μορφών και των τρόπων της καπιταλιστικής παραγωγής, διαμέσου της ηγεμονικής τριτογενοποίησης. Αυτό από την μια,  μετέτρεψε  την Ελλάδα, σε χώρα του καπιταλιστικού κέντρου, μόνο που αυτό, όπως φάνηκε στην συνέχεια, στηρίχθηκε σε πήλινα πόδια.

Την ίδια στιγμή σε παγκόσμια κλίμακα, έχουμε την ολοκλήρωση της μεταβίβασης σε ένα παγκόσμιο, παγκοσμιοποιημένο, παράδειγμα, από την  εποχή του ιμπεριαλισμού περνάμε στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Σε ένα καπιταλισμό που συνδυάζει αριστοτεχνικά την απόλυτη με την σχετική υπεραξία.

8) Η αντίσταση όμως  πάντα παρούσα      

Όχι απλώς παρούσα  αλλά και πρωτοπορούσα. Πρώτα υπάρχει η κίνηση του πλήθους, της μάζας, των ενεργών ανθρώπων, και ύστερα η κίνηση, η απάντηση και  η απόφαση της εξουσίας και της κυριαρχίας.

Πρώτα υπήρξε η εξέγερση των Ιουλιανών και ύστερα η χούντα. Πρώτα η εξέγερση του πολυτεχνείου και μετά ο Ιωαννίδης, η Κύπρος και ο Καραμανλής. Πρώτα το αντάρτικο των Τούρκων κομμουνιστών, ύστερα η εισβολή στην Κύπρο και η Χούντα του Εβρέν.

Πρώτα το πολύμορφο σύμπαν των «μορφών ζωής» του μεταπολιτευτικού ριζοσπαστισμού και ύστερα ο κίβδηλος σοσιαλισμός του Ανδρέα Παπανδρέου.  Πρώτα το ανταρτικό πόλης και ύστερα η κρατική προβοκάτσια, πρώτα οι εργατικοί αγώνες και ύστερα η συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Πρώτα οι  αγώνες των ανάπηρων πολεμιστών, των ανάπηρων τυφλών και ύστερα οι  άδειες περιπτέρων, οι νόμοι για τους ανάπηρους, η αναγνώριση της πολιτικής νοηματοδότησης της αναπηρίας και η ΕΣΑΜΕΑ.

Πρώτα οι άγριες απεργίες ενάντια στην καπιταλιστική ιεραρχία και την εργοστασιακή πειθαρχία και ύστερα η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών, ο μεταφορντισμός και ο τογιοτισμός. Πρώτα οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και τα κοινωνικά κινήματα ενάντια στην γραφειοκρατία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και μετά η ενσωμάτωση τους στο παγκόσμιο καπιταλισμό.

Πρώτα υπήρξαν οι Ζαπατίστας, οι καταλήψεις στέγης, τα κοινωνικά κέντρα, το κίνημα ενάντια στην ιμπεριαλιστική και  νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, η Γένοβα και μετά η 11η Σεπτέμβρη, ο πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία και η κατάκτηση του ΙΡΑΚ από τις ΗΠΑ. Πρώτα η αραβική άνοιξη ενάντια στα διεφθαρμένα καθεστώτα του αραβικού εθνικο/σοσιαλισμού και ύστερα οι πράκτορες των ιμπεριαλιστών, οι ισλαμοφασίστες και η ίδια η επέμβαση τω ιμπεριαλιστών.

Πρώτα ο αγώνας για την παγκόσμια ενοποίηση της ανθρωπότητας, η πραγματική παγκοσμιοποίηση και καθολικοποίηση και ύστερα η ψευδεπίγραφη της ιμπεριαλιστικής ή εμπορευματοποιημένης παγκοσμιοποίησης, δια των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων, όπως της ΕΕ ή του ευρώ.

9) Η ιστορία αύξησε ταχύτητα

Αυτά και με αυτά μπήκαμε στον 21ο αιώνα, με το ευρώ και την ΕΕ από την μια, την Γένοβα, την 11η Σεπτέμβρη και πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία, από την άλλη. Αυτά και με αυτά η ιστορία που τελείωσε το 1990, άρχισε να ξανατρέχει, όχι φυσικά προς τα εκεί που θέλουμε, αλλά ούτε και προς τα εκεί που θέλουν αυτοί. Και σίγουρα προς ένα τέλος του τέλος, που δεν είναι το τέλος του τέλους, ούτε το τέλος της ιστορίας, με κεφαλαίο το «Ι» στην λέξη Ιστορία. Αλλά σε  μια μετάβαση προς σε ένα άγνωστο τόπο, μια μετάβαση που έχει και αυτή τους δικούς του ρυθμούς, και προς το παρόν αδυνατούμε τι θα αναδείξει στην ολότητα της.

Η οικονομική κεφαλαιοκρατική επέκταση- που για 15 περίπου χρόνια έτρεχε με ιλιγγιώδες ρυθμούς ίσα, ίσα για να δημιουργήσει το ανάλογο κλίμα, έτσι ώστε να  τρυγήσουν τους καρπούς τους οι ελίτ, μετατρέποντας τους πλούσιους σε πλουσιότερους και τους φτωχούς σε φτωχότερους- μετά το 2004 άρχισε να ασθενεί. Ενώ η  έκρηξη της καπιταλιστικής κρίσης του 2008, που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ για να επεκταθεί σε ολόκληρο τον κόσμο, με τους δικούς της ρυθμούς, τρόπους και ανάλογες  μορφές από χώρα σε χώρα, είχε τα προεόρτια της στην χρηματιστηριακή έκρηξη το 1997, που τίναξε στο αέρα τα χρηματιστήρια, και τους ρυθμούς ανάπτυξης, στο καπιταλιστικό κέντρο.

Η οικονομική κεφαλαιοκρατική επέκταση με οποιοιδήποτε τρόπο ακολουθεί μια παρόμοια διαδρομή- με όποιο τρόπο και αν γίνεται- ενώ καταλήγει στο ίδιο πάντα σημείο. Το οποίο όμως  εμφανίζεται  με διαφορετικό τρόπο, αν η βάση και η κατάληξη είναι κοινή.

Που καταλήγει;; μα  σε μια κρίση υπερπαραγωγής , που είτε είναι πρόσκαιρη στα πλαίσια ενός οικονομικού κύκλου ή μακριού κύματος ή σε κάποιες περιπτώσεις, αποκτά δραματικό, δομικό χαρακτήρα, που απαιτείται μια ελεγχόμενη ή σε κάποιες περιπτώσεις μια γενικευμένη καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, για να πάρει ξανά μπροστά η οικονομία και η παραγωγή.  Και όπως είπαμε και στην αρχή αυτής της μεταπολιτευτικής εξιστόρησης μας, το μυστικό αυτής της κρίσης δεν είναι άλλο, παρα η πτώση του ποσοστού κέρδους, δηλαδή του ποσοστού που κερδίζει ο κεφαλαιοκράτης και το κεφάλαιο.

Και η πλάκα είναι πως όσο αναπτυγμένο είναι ένα σύστημα τόσο μεγαλύτερη η πτώση, μόνο που ο αδύνατος κρίκος την πληρώνει πρώτος. Και αδύνατος κρίκος αυτού του ευρωενωσιακού συστήματος, που βρίσκεται κάτω από την ηγεμονία ενός σκληρού νομίσματος του ευρώ και της Γερμανίας,  ήταν η Ελλάδα.

10) Μιλένιουμ

Το μιλένιουμ μπαίνει με μεγάλες προσδοκίες και εξίσου μεγάλες φοβίες για το τι συμβαίνει και το τι έρχεται. Εξού  και μεταφυσική παραφιλολογία για το τέλος του κόσμου, για την επιστροφή των αιρέσεων και της θρησκείας. Αιρέσεις και θρησκείες που μπλέκουν τους τεχνολογικούς παραδείσους με την καθολική αδυναμία των ανθρώπων να ελέγξουν τις συνθήκες της ζωής τους και αυτή η αδυναμία τους,  είναι  και η καθολική τους φτώχια.

Μια φτώχια που φέρνει την  αντίσταση, μια αντίσταση που συχνά έχει και δυστοπικό χαρακτήρα, που  με δυσκολία οδηγεί στην απελευθέρωση, η απελευθέρωση απαιτεί μια ανθρώπινη ουσία, ανθρώπινες σχέσεις, που να έχουν την σχετική ή απόλυτη κυριαρχία των πεδίων τους.

Το μιλένιουμ, ο νέος αιώνας, ο 21ος αιώνας,  άνοιξε με την αντεπίθεση των πολύμορφων κινημάτων ενάντια στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση που δεν είναι τίποτε άλλο, παρα η μορφή που πήρε η έννοια του νέου καπιταλιστικού  σταδίου, του σταδίου του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Ενός σταδίου ανάπτυξης-  εντατικής,  εκτατικής και ποιοτικής- ανάπτυξης αλλά και κρίσης  του καπιταλισμού.

Μια καθολικοποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων,  όχι μόνο σε κάθε γωνιά της γης,  αλλά και σε βάθος, στο βάθος των κοινωνικών σχέσεων, των σχέσεων της ανθρώπινης ουσίας, της βιοπολιτικής ταυτότητας, της φύσης του ανθρώπου, της σχέσης ανθρώπινης φύσης και της φύσης της φύσεως.

Και παρά την ηγεμονική κυριαρχία του δυτικού μοντέλου, αυτή η εξέλιξη, δεν οδηγεί σε ένα ομοιόμορφο κόσμο, απεναντίας η πολιτιστική «διαφορά» έχει εξελιχθεί σε θέσφατο της νέας οικουμένης. Αντίστοιχα η παραγωγική και οικονομική ανισομετρία αυξάνει, επιβεβαιώνοντας το νόμο της ανισόμερης και συνδυασμένης ανάπτυξης που οικοδομεί ένα διαλεκτικό δίπολο. Στην ίδια κατεύθυνση αυξάνεται, αντί να μειωθεί  η  δύναμη και η ισχύς των μεγαλύτερων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, δίχως αυτό να συνεπάγεται πως ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά  δεν παίρνουν, δεν αποκτούν και άλλες χώρες, στα πλαίσια μιας παγκόσμιας ιεραρχίας.

Αυτό που αποτελεί καταθλιπτικά κοινό είναι τα όρια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, κανένας και με κανένα τρόπο, δεν μπορεί να φαντασθεί τον εαυτό του ή τον κόσμο έξω από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Κανένας;  όχι κανένας ή καμία, η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, των χωρών και των πολιτικών δυνάμεων.

Μένουν να κρατούν την σημαία ενός άλλου μετακαπιταλιστικού σοσιαλιστικού δρόμου και αυτές με τεράστιες αντιφάσεις ελάχιστές χώρες, όπως η εξωτική Κούβα, και ελάχιστες πολιτικές δυνάμεις στο κόσμο και πάλι με τεράστια ανοικτά ζητήματα, όπως λόγου χάρη το ΚΚΕ,  η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΕΕΚ και τα Μ-Λ  στην Ελλάδα. Οι τελευταίοι των μοικανών;  Θα ρωτήσουν πολλοί!!! Μπορεί ναι, μπορεί και όχι!!!!! Μπορεί να είναι και αυτές οι πολιτικές δυνάμεις που κρατούν την φωτιά της κομμουνιστικής επανάστασης αναμμένη, μέχρι να αλλάξουν οι συνθήκες και μια νέα – πραγματικά  νέα-  κομμουνιστική αριστερά εμφανιστεί.

Στις αρχές του 21ου αιώνα στην πλειοψηφία του το κίνημα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης στην πλειοψηφία των δυνάμεων του, αμφισβητούσε την νεοφιλελεύθερη φορεσιά της, και όχι την ουσία της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης.  Παρα το συγκρουσιακό πνεύμα και πρακτική του, το κίνημα- ένα πολύμορφο και πολύχρωμο κίνημα- δεν πρότεινε ένα κόσμο έξω, από τον καπιταλισμό και την παγκοσμιοποίηση.

Πρότεινε μια άλλη παγκοσμιοποίηση, ένα λιγότερο άνισο καπιταλισμό, ένα καλύτερο καπιταλισμό, αντίληψη που στα όρια μιας παλαιάς πολιτικής γραμματικής θα αντιστοιχούσε σε μια παγκόσμια σοσιαλδημοκρατία. Αντίστοιχα και το ΣΥΡΙΖΑ, ένα προϊόν αυτής της διαδικασίας, αυτής της κίνησης, στο Ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, πρότεινε ένα πανευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό δρόμο, μέχρι που έφαγε τα μούτρα του και μεταλλάχθηκε σε αυτό που ζούμε σήμερα, ένα σοσιαλφιλελεύθερο μνημονιακό έκτρωμα.

Αντίστοιχα, ουτοπικά δυστοπικό- ήταν και είναι – μια παγκόσμια σοσιαλδημοκρατία, πόσο μάλλον που η σοσιαλδημοκρατία, συνδέθηκε με το κεφαλαιοκρατικό έθνος-κράτος, που σήμερα κάνει τον χωροφύλακα και τον στρατονόμο στον παγκόσμιο κεφάλαιο, έχοντας χάσει κάθε προοδευτικό του χαρακτήρα, όπως τον έχει χάσει εδώ και καιρό και η αστική τάξη.

Και ενώ ο καπιταλισμός έδινε με όλα τα μέσα τον αγώνα για την εξουσία, το κίνημα ενάντια στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση έδινε τον αγώνα, να αλλάξει τον κόσμο, δίχως να πάρει την εξουσία. Σε αντίθεση με το κομμουνιστικό κίνημα που έδινε και δίνει αγώνα για την εξουσία, ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία,  το κίνημα ενάντια στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση,  δεν αγωνίζονταν για την εξουσία.

Θέλοντας να μην   καταλήξει σταλινισμός, θεώρησε πως η εξουσία είναι η αιτία του εκφυλισμού του «υπαρκτού σοσιαλισμού»,  και όχι το γεγονός,  πως  δεν κατάφερε η εργατική τάξη να κρατήσει την εξουσία, μεταβιβάζοντας την στην γραφειοκρατία. Ή πως τελικά, δεν ήταν ικανή η εργατική τάξη, να την κρατήσει, απόρροια της εποχής. Δηλαδή της εποχής που δεν είχε ολοκληρωθεί η καπιταλιστική ανάπτυξη, όποτε τα καθήκοντα που ανέλαβε το προλεταριάτο ήταν να αναπτύξει τον καπιταλισμό και όχι να το καταργήσει. Και για να τον αναπτύξει- θα έπρεπε με άμεσο ή έμμεσο τρόπο- να μεταβιβάσει την εξουσία – και πάλι η εξουσία – στο κεφάλαιο, είτε συλλογικό, είτε ατομικό.

Σε κάθε περίπτωση,  ο αγώνας για την εξουσία, την καθολική εξουσία είναι το ζητούμενο και όχι για το άδειασμα του κεφαλαίου ή για ένα καλύτερο καπιταλισμό ή για καλύτερη  παγκοσμιοποίηση, όπως πρέσβευε το κίνημα ενάντια στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.

Και εκεί που – και με μαχητικό και συγκρουσιακό τρόπο -το κίνημα ενάντια στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αγωνίζονταν για μεταρρυθμίσεις το κεφάλαιο, το παγκόσμιο κεφάλαιο, απάντησε με περισσότερη εξουσία. Απάντησε με τον πόλεμο, με τον πόλεμο για περισσότερη, ολοκληρωτική εξουσία, με τον πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία.

11) «τίποτε δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται»

Αφορμή για την έναρξη αυτού του πολέμου στάθηκε η «σκοτεινή» υπόθεση των «δίδυμων πύργων», της επίθεσης στο καπιταλιστικό κέντρο μιας ομάδας ισλαμιστών φονταμενταλιστών, όχι κάποιων αμόρφωτων, αλλά μιας ομάδας διανοούμενων – εξαιρετικά μορφωμένων- της ισλαμικής φονταμενταλιστικής – σουνίτικης- επανάστασης.

Μια ενέργεια που θυμίζει κατά πολύ,  τις ενέργειες των επαναστατών μηδενιστών των αρχών του 20ού αιώνα στην Ρωσία, καθώς γνώριζαν πως τους περιμένει ο θάνατος. Αν και οι ισλαμιστές συμμετείχαν σε μια «μορφή ζωής»,  που η εικόνα της μεταθανάτιας  ζωής είναι μια πραγματικότητα, και από αυτή την μεταθανάτια μεταφυσική οπτική η στάση και η  δράση τους μάλλον ανήκει στην μετανεωτερική παράδοση.

Μέχρι την εποχή της απελευθέρωσης- και λίγο μετά από  αυτήν- από τον αποικιοκρατικό ζυγό, ισλαμικός φονταμενταλισμός και ο αραβικός εθνικισμός,  βάδιζαν μαζί,  σε ενότητα και αντίθεση. Και τα δυο ήταν εκδοχές ενός καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού, ανεξάρτητα από το τι έλεγαν, και με ποιες δυνάμεις το επιδίωκαν.

Αυτό άλλαξε, όταν στην εξουσία βρέθηκαν φιλοσοβιετικά, αριστερόστροφα, καθεστώτα, με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό να είναι στην αντιπολίτευση,  αγωνιζόμενος με όλα τα μέσα,  για να επικρατήσει, σε βάρος των εθνικιστών καθεστώτων. Και αφού τα τελευταία τα στήριζε, η ΕΣΣΔ στα πλαίσια μιας αντιαμερικανικής- αντιιμπεριαλιστικής ρητορείας, τον ισλαμικό φονταμενταλισμό,  τον στήριξαν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και οι ΗΠΑ.

Κορυφαία στιγμή αυτής της γεωπολιτικής διαπάλης, ήταν το Αφγανιστάν. Εκεί η ΕΣΣΔ στήριξε ένα  αριστερόστροφο, φιλοσοβιετικό,  καθεστώς που  είχε ως στόχο τον αστικό,  δημοκρατικό εκσυγχρονισμό. Ενώ οι ΗΠΑ στήριξαν τους μουτζαχεντίν, που αρνούνταν κάθε εκσυγχρονισμό και νεωτερικότητα. Νικητές του πολέμου στο Αφγανιστάν βγήκαν οι ΗΠΑ και οι μουτζαχεντίν, σε βάρος της κοινωνικής εξέλιξης. Οι «φάρες» και φυλές  των μουτζαχεντίν- βαθιά διαβρωμένες και εκφυλισμένες- απέτυχαν  να δημιουργήσουν,  ένα κεντρικό σοβαρό κράτος, περισσότερο τους μεσάζοντες του οπίου έπαιζαν και παίζουν.

Την ηρεμία στο Αφγανιστάν την επέβαλαν οι ταλιμπάν, μια εξαιρετικά ακραία, πουριτανική εκδοχή του σουνιτισμού, που οι ιδεολογικές ρίζες τους, βρίσκονταν στο ουαχαμπιτισμό της Σαουδικής Αραβίας, και οι κοινωνικές και πολιτικές καταβολές  στους πρόσφυγες, που διδάχθηκαν αυτή την οπτική, στα ισλαμικά σχολεία του Πακιστάν.  Και αφού κατάφεραν  να πάρουν την εξουσία στο Αφγανιστάν δημιούργησαν μια διεθνή οργάνωση- την Αλ Κάιντα- για την εξαγωγή της επανάστασης τους.

Πίσω από την 11 Σεπτέμβρη των δίδυμων πύργων, βρίσκονταν η Αλ Κάιντα και Οσάμα Μπιν Λάντεν, που αν και πουριτανός σουνίτης, ζήλεψε το επαναστατικό  μηδενιστικό πνεύμα του ισμαηλίτη – σιίτη- Χάσαν ι Σαμπάχ, του πρώτου «γέρου του βουνού». Και από την στιγμή που ο κόσμος της αμαρτίας και του υλισμού είναι ψεύτικος, όλα επιτρέπονται, έτσι ώστε να γίνει αληθινός, και ο μοναδικός αληθινός κόσμος,  είναι ο ισλαμικός, στην ουχαμπίτικη εκδοχή του.

Ας σημειωθεί πως ο ασκητικός Οσάμα μπιν Λάντεν, μέλος της βασιλικής οικογενείας των Σαουντ, «επαγγελματίας μαχητής» της πίστης,  πολέμησε με τους μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν ενάντια στους άθεους κομμουνιστές, με την βοήθεια των άθεων καπιταλιστών των  ΗΠΑ.

Η λογική του ισλαμικού διεθνισμού ξεκάθαρη: Αφού με την πίστη μας  νικήσαμε τον ένα άθεο υλισμό τον κομμουνισμό, θα νικήσουμε και τον άλλο άθεο υλισμό,  τον Αμερικανισμό, και τον Σιωνισμό, απελευθερώνοντας τους τόπους των μουσουλμάνων. Οι σύγχρονοι -σουνίτες αυτή την φορά- ασασσινοί,  έφαγαν τα μούτρα τους, αν και έσπειραν ή σπέρνουν  το τρόμο στις δυτικές κοινωνίες. Η Αλ Κάιντα ηττήθηκε μαζί με τους ταλιμπάν, αν και ούτε οι μεν, ούτε οι δε, εξαφανίσθηκαν, οι ταλιμπάν μάλιστα συνεχίζουν να πολεμούν το αμερικανόφιλο ισλαμικό καθεστώς του Αφγανιστάν.

Όπως από τα  ερείπια του Αφγανιστάν  ξεπήδησαν οι ταλιμπάν και η Αλ Κάιντα, από τα ερείπια του Ιράκ και της Συρίας, ξεπήδησαν οι φονταμενταλιστές του ισλαμικού κράτους, μια ακόμη- πιο λούμπεν και συντηρητικής- εκδοχής του ουαχαμπιτισμού της Σαουδικής Αραβίας.

Μια ακόμη πιο διεθνιστική εκδοχή τους, που στρατεύει μαχητές από όλο τον κόσμο και από την μητροπολιτική καπιταλιστική δύση, στοχεύοντας να μετατρέψει όλο τον κόσμο σε ισλαμικό, όπως πιστεύουν πως ήταν, στην αρχή της ισλαμικής επέκτασης.

Μια «ισλαμο»φασιστική σέχτα που συνεχίζει να υφίσταται, καθώς στηρίζεται από τους ιμπεριαλιστές, σιωνιστές και την Τουρκία, ενάντια στο μέτωπο Ρωσίας- Ιράν-Συρίας του Άσαντ. Μόνο που αντίστοιχα φαινόμενα εμφανίζονται και στα ερείπια της Λιβύης του Καντάφι, αποτελώντας μια δικαιολογία για την επόμενη φάση ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου, όπως στην πραγματικότητα είναι ο πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία.

12) Πειθάρχηση και έλεγχος

Ως αίτιο  λοιπόν την νέα ιμπεριαλιστική- αποικιοκρατική- επέκταση προς την ανατολή, με αφορμή την ισλαμική τρομοκρατία, επιχειρήθηκε μια εκ νέου πειθάρχηση, του ανυπόταχτου πλήθους και των κινημάτων που αντιδρούσαν και αντιστέκονταν. Όχι μόνο μια εξωτερική πειθάρχηση αυτών που αντιδρούσαν, αλλά ένας εσωτερικός έλεγχος, ένας σωματοποιημένος αυτοέλεγχος.

Μπροστά στο χάος, ενός γενικευμένου  χάους και ενός πολέμου, που κανείς δεν γνωρίζει, ποιος είναι ο εχθρός και πως θα κτυπήσει, η ασφάλεια σε σχέση με την ελευθερία και την δημοκρατία  παίρνει κεφάλι. Τα αστικά δημοκρατικά δικαιώματα δεν καταργούνται,  αλλά μετατρέπονται σε τυπικές διατάξεις, σε ένα «πουκάμισο αδειανό», με τις λογικές της ασφάλειας, της αστυνόμευσης ή της στρατοκρατίας να έχουν κερδίσει την ηγεμονία και την συμπαράσταση της πλειοψηφίας του ανθρώπου, των δυτικών μητροπόλεων.

Μια κατάσταση πραγμάτων που επαναφέρει τον ρατσισμό,  τον φασισμό, την ισλαμοφοβία  ως πολιτικό διακύβευμα, για τα φοβισμένα και σε ένα βαθμό οικονομικά εξασφαλισμένα, μεσοστρώματα των μητροπόλεων.  Μια κατάσταση πραγμάτων, που ενισχύεται ακόμη πιο πολύ από την οικονομική κρίση, που  ζούμε.

Ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας- με την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία- που εξασφάλισε, οδήγησε σε περιθωριοποίηση το ριζοσπαστισμό και τα μαχητικά και συγκρουσιακά ρεύματα, του κινήματος ενάντια στην φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Αντίθετα πήρε κεφάλι στο κίνημα η ακραία διαχειριστική μεταρρυθμιστική οπτική μιας εναλλακτικής – όπως την έλεγαν- παγκοσμιοποίησης.

Τα συγκρουσιακά και ριζοσπαστικά ρεύματα δέχτηκαν άγρια πολιτική, ιδεολογική και κατασταλτική επίθεση ταυτιζόμενα με την ισλαμική τρομοκρατία.  Έτσι κάποια σιωπήσαν, για να περάσει η μπόρα και κάποια- τα πιο πολλά- υπογράψαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δήλωση νομιμοφροσύνης, δήλωση εναντίωσης της τρομοκρατίας. Υποχωρώντας συνολικά  από το κεντρικό πολιτικό προσκήνιο,  όταν το κλίμα αγρίεψε, με την  έκρηξη της καπιταλιστικής κρίσης. Συμβιβαζόμενοι με την ΕΕυρωκεντρική ή την αυτοκρατορική ρητορική, υπερασπιζόμενοι τους «απελευθερωμένους» χώρους και τις δομές τους.

Τι φταίει; Μα τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο, από την α-δυνατότητα τους,  να αναστοχαστούν και να αγωνιστούν για ένα κόσμο, πέρα από τον καπιταλισμό, για ένα κόσμο, σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό. Παρέμειναν στα πλαίσια ενός μαχόμενου ρεφορμισμού, εκφράζοντας και εκπροσωπώντας μεσοστρώματα, στρώματα ενός νέου μικροαστισμού ή τα τμήματα μιας παλαιάς ή νέας εργατικής αριστοκρατίας, ήταν αδύνατον να οικοδομήσουν, ένα πραγματικά κομμουνιστικό, επαναστατικό κίνημα.

13) Στόχος ο «ένοπλος λαός»

Νομίζω όμως, πως ιδιαίτερη μνεία, πρέπει να γίνει για τον πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία, αλά Ελληνικά, Το πόλεμο που ξεκίνησε με στόχο την εξάρθρωση της ένοπλης αντικαπιταλιστικής αντιιμπεριαλιστικής επαναστατικής αριστεράς. Με στόχο την εξάρθρωση της 17Ν,  την πολιτική, ιδεολογική και κατασταλτική επίθεση του κράτους και του κεφαλαίου, ενάντια στις οποίες «μορφές ζωής» του μεταπολιτευτικού ριζοσπαστισμού, βρίσκονταν στις επάλξεις του αγώνα και των κινημάτων.

Αποτελώντας μια ενοχλητική παρανυχίδα στις επιδιώξεις του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου, μπροστά σε ένα κλίμα συνολικής επίθεσης, μεγάλων έργων, ολυμπιάδας, και συντεταγμένων καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Πρόκειται για  δυνάμεις, που όχι έπαιρναν στα σοβαρά το σύνθημα ο  «νόμος είναι το δίκαιο του εργάτη», αλλά και οργάνωναν την αμφισβήτηση – με οποιαδήποτε τρόπο- την αμφισβήτηση του μονοπωλίου στην βία. Θεωρώντας- και σωστά- πως πάνε μαζί – η  εξουσία στα μέσα παραγωγής και το μονοπώλιο στην άσκηση της βίας και των όπλων. Κυβερνά και εξουσιάζει, όποιος κατέχει το μονοπώλιο στα μέσα παραγωγής, αλλά και στην καταστολή.

Αυτή η αμφισβήτηση, μαζί με την επαναστατική κομμουνιστική αναφορά, ήταν που έπρεπε να πληγεί, και όχι η δυναμική και η επικινδυνότητα των ίδιων των οργανώσεων της ένοπλης αριστεράς που εκείνη την εποχή δεν ήταν και στα καλύτερα τους.  Ο ΕΛΑ είχε διαλυθεί από το 1995, και η πλειοψηφία των μελών του, όχι μόνο είχε πάει σπίτι του, ,  αλλά είχε αλλάξει και  στρατόπεδο. Ενώ η 17Ν, έστω και σε μικρογραφία- κινούμενη ανάμεσα σε  συγγενικούς και φιλικούς δεσμούς- έκανε που και που, εμφανή την παρουσία της.

Τόσο η 17Ν, τόσο ο ΕΛΑ, είχαν από καιρό χάσει το πόλεμο, μόνο όμως ο ΕΛΑ  το χει καταλάβει έγκαιρα και εγκατέλειψε την μάχη. Η 17Ν κρατώντας την «σημαία» του ένοπλου, επιχείρησε να κρατήσει αναμμένη την φλόγα του «αντάρτικου πόλης», εξασφαλίζοντας, μια διαρκώς συρρικνωμένη δημοσιότητα, θεωρώντας πως θα μείνουν ανέγγιχτοι, αλλά επί ματαίω. Η ήττα,  τους  είχε φάει τα σωθικά τόσο βαθιά,  που όταν άρχισε η εξάρθρωση τους, ο ένας κάρφωνε τον άλλο,  κάποιοι αρνούνται την συμμέτοχη τους, αποποιούμενοι το παρελθόν της παρουσίας τους στην οργάνωση, αποποιούμενοι την ίδια την οργάνωση και την ιστορία της. Έμεινε μόνο ο Δημήτρης Κουφοντίνας να υπερασπίσει και να γράψει το τέλος της οργάνωσης, κρατώντας με αυτό τον τρόπο, την «σημαία» για τις επόμενες φουρνιές του «ένοπλου», αν και όποτε έρθουν, για αυτό και έκρυψε το ιστορικό «45αρι».

Νομίζω πως ήρθε η στιγμή να γραφτεί η ιστορία του ελληνικού αντάρτικου πόλης, της μεταπολίτευσης αλλά και συνολικότερα του μεταπολιτευτικού ριζοσπαστισμού.  Να γραφτεί η ιστορία από την οπτική της ταξικής πάλης και του κοινωνικού ανταγωνισμού,  και όχι από την οπτική των κυρίαρχων ή των ρεβιζιονιστών. Θεωρώντας την ιστορία του ριζοσπαστισμού της μεταπολίτευσης ως μια γνήσια εξεγερσιακή επαναστατική διαδικασία, που όταν έκλεισε ο  κύκλο της, απέτυχε να εξελιχτεί. Μετατρεπόμενος  σε μέρος του προβλήματος και όχι σε λύση. Ίσως όμως και να τους είχαν απλά τελειώσει τα πολιτικά και δυναμικά  αποθέματα τους, όπως άλλωστε έχουν τελειώσει τα αποθέματα, όλων των εκδοχών  του κομμουνιστικού ρεύματος του 20ου αιώνα.

Ο πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία ήταν η αφορμή να τελειώνουν οι άρχουσες τάξεις με οτιδήποτε- δυνητικά- επικίνδυνο και στο ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, εκείνη την εποχή ήταν τα υπολείμματα του αντάρτικου πόλης και η ιστορία – η παρούσα ακόμη- ιστορία του μεταπολιτευτικού ριζοσπαστισμού. Η ιστορία δεν εξελίσσεται με αν,  αλλά αν δεν είχε εξαρθρωθεί η 17Ν, αν η παρούσα ακόμη τότε,  ιστορία του ριζοσπαστικού μεταπολιτευτισμού, είχε παραμείνει μαχόμενα ενεργής,  και δεν είχε μεταλλαχθεί – σε μεγάλο βαθμό- σε μια εκδοχή του ρεφορμιστικού  ΣΥΡΙΖΑ, τότε όλα θα ήταν ανοικτά, τόσο στην φάση της εξέγερσης του 2008, όσο και στην φάση της μνημονιακής καταιγίδας. Θα ήταν σίγουρη η επάνδρωση ή και η δημιουργία νέων ενόπλων οργανώσεων, που θα επιχειρούσαν να συνδυάσουν τον ένοπλο με το μαζικό κίνημα. Θα τίθενται με άλλους όρους, ο αγώνας για την κατάκτηση της εξουσίας, από τον «ένοπλο λαό». Μόνο που όπως είπαμε, με το αν δεν γίνεται τίποτε, η ιστορία έχει κρίνει, η ήττα είναι παρούσα, και γράφτηκε το  τέλος του τέλους που είχε ξεκίνησε το 1990.

Με το ΣΥΡΙΖΑ- ως μια εκλεκτική συνισταμένη της παραδοσιακής αριστεράς, του ριζοσπαστικού μεταπολιτευτισμού, του ευρωκομουνισμού, του Πασοκισμού, της ενναλακτικής παγκοσμιοποίησης, με την κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας, και την μνημονιακή μετάλλαξη του, να υπογράφει με τα μνημόνια, το τέλος του τέλους της μεταπολίτευσης. Η αριστερά- η ελληνική- αριστερά, όπως  την βιώσαμε μετά το ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι, δεν μπορεί να είναι ίδια. Και ακόμη χειρότερα όπως το «89» ο ΣΥΝ έστρωσε το χαλί στο Μητσοτάκη, ο ΣΥΡΙΖΑ στρώνει το χαλί στο «Κούλη» Μητσοτάκη, με εναλλακτική, συστημική λύση μια σοβαρή Χ.Α.

14) Τίποτε δεν έχει αλλάξει και τίποτε δεν είναι όπως παλαιά

Με αφορμή, και ως ένα σημείο την αιτία, την βαθιά καπιταλιστική κρίση, εξαπολύθηκε από το 2010, μια γενικευμένη επίθεση στα εργασιακά και λαϊκά στρώματα, με την κρίση να προλεταροποιεί τα μικρά και μεσαία στρώματα.  Ο στόχος τους να αυξήσει το ποσοστό κέρδους, και να κρατήσει στο παιχνίδι την Ελληνική αστική τάξη, αδιάφορο αν οδηγήσει, αν οδηγεί στην βαλκανιοποίηση, στην Λατινοαμερικανοποίηση το Ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, όπως πασχίζει και το ΕΕυρωκεντικό κέντρο, με πρωτοπόρα την Γερμανία. Άλλωστε όλη η ιστορία της ενοποίησης, με ένα ισχυρό νόμισμα το ευρώ, την  παρασιτοποίηση, δια της τριτογενοποίησης της Ελληνικής οικονομίας,  σε αυτό οδηγούσε. Με τον τεράστιο κρατικό δανεισμό, να είναι το κερασάκι στην τούρτα και όχι το πραγματικό πρόβλημα.

Και μέσα από αυτή την διαδικασία- παρα την υποχώρηση και την περιθωριοποίηση των εργαζόμενων και την επίθεση στα συνδικάτα, ενσωματώνεται- φυσικά με άλλους- πιο δυσχερείς όρους- η εργατική αριστοκρατία, οι δημόσιοι υπάλληλοι, και τα συνδικάτα. Με τις τριτοβάθμιες οργανώσεις τους, όπως η ΓΣΣΕ και η ΑΔΕΔΥ, μέσα από την εκμετάλλευση κοινοτικών κονδυλίων, μετατρεπόμενες σε ΜΚΟ, μετατρέπονται σε συστατικά στοιχεία της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Με τους μεγαλοσυνδικαλιστές να έχουν τα ίδια υλικά συμφέροντα με τους κεφαλαιοκράτες ή τα σκυλιά τους, τους μεγαλομάνατζερ του κεφαλαίου. Ενώ πρέπει να διερευνηθεί σε βάθος,  με πιο τρόπο να επηρεάσει το νέο μεταναστευτικό ρεύμα, την ταξική πάλη και τις συνθήκες της κεφαλαιοκρατικής αναπαραγωγής.

Αυτές οι εξελίξεις δεν έγιναν σε βάρος της ελληνικής αστική τάξης, απεναντίας ήταν συνειδητή επιλογή της να συμβεί. Μέσα από αυτή την διαδικασία όχι μόνο περισώζεται, αλλά και ως ένα σημείο αναβαθμίζεται ο κρατικοδίαιτος συντεχνιακός κορπορατισμός, ο πασοκισμός, μεταλλάσσεται σε φιλεφασισμό, αλλάζοντας προβιά, παραμένοντας ίδιος στην ρίζα του.  Ας μην θεωρούμε την Ελληνική αστική τάξη αδύναμη και το ελληνικό καπιταλισμό ψωροκώσταινα. Η Ελληνική αστική τάξη όργωσε τις θάλασσες του κόσμου, μεταφέροντας εμπορεύματα, κλέβοντας εμπορεύματα, μετατρεπόμενοι σε πειρατές. Έμποροι και τραπεζίτες κινήθηκαν με θράσος και επιθετικότητα σε όλο το μήκος και το πλάτος της γης, μετατρεπόμενοι σε επαναστάτες, όταν θεωρήσαν πως χρειάζονται κράτος. Όταν το έφτιαξαν, πάτησαν  πάνω στο λαό που σήκωσε το βάρος του αγώνα, κλείνοντας φυλακή τους πρωτοπόρους αγωνιστές, μετατρέποντας τον ένοπλο ελληνικό λαό, σε κλέφτες ή σε υποταχτικούς αγρότες και στην συνέχεια εργάτες. Ενώ στην συνέχεια με εξυπνάδα, μετέτρεψαν τους κλέφτες- που έδωσαν γη και ύδωρ- σε χωροφύλακες ή σε μικρομεσαία στρώματα, «νομιμοποιώντας»  τις κλοπιμαία.

Στηρίχτηκαν πάνω στους ξένους πάτρωνες, για να δυναμώσουν την εξουσία τους, συνεχίζοντας την  εξωστρεφή πορεία τους. Έπαιξαν με την ιδέα της Μεγάλης Ελλάδας, ισχυροποιώντας την, φτάνοντας την, μέχρι τα βάθη της Ασίας. Κτύπησαν δίχως έλεος, όποτε χρειάστηκε, τον «εσωτερικό εχθρό», όπως συνέβη και τη περίοδο 1941-49, επιλέγοντας με οξύνοια  να πάνε πάντα με τους ιμπεριαλιστές , που νικούσαν.

Επέλεξαν την «δύση» από την «ανατολή», τις ΗΠΑ και την ΕΕ  και αυτή την επιλογή τους,  ήταν και είναι έτοιμοι να την υπερασπιστούν με οποιοδήποτε μέσο και τρόπο,  και το έπραξαν όποτε χρειάστηκε. Καιροσκόπα, τυχοδιωκτική  και αδίστακτη είναι ικανή να κάνει τα πάντα για το κέρδος της, σε βάρος όχι μόνο των υποτελών της, αλλά της χώρας και των εθνικών και κυριαρχικών της δικαιωμάτων, ισχυροποιώντας  όμως τους καπιταλιστικούς δεσμούς. Άλλωστε εθνικό ήταν πάντα ότι βόλευε τα συμφέροντα τους.

Βλέποντας τα πράγματα από την καθολική τους πλευρά δεν μπορούμε,  παρα να νοήσουμε και να κατανοήσουμε, πως το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο, παρα την ιστορική του παρακμή,  έχει αποθέματα και εφεδρείες, δεν έχει κάψει όλα τα «καύσιμα» του. Και επειδή πρόκειται για το πιο δυναμικό έως τα τώρα, κοινωνικό σύστημα, όχι μόνο επιβιώνει, αλλά αντιστρέφοντας την δυναμική των αντιπάλων της,  ισχυροποιείται μέσα από την ταξική πάλη.

Τούτο δεν συνεπάγεται πως το καπιταλιστικό σύστημα είναι ανίκητο, απεναντίας έχει κάνει παραχωρήσεις, έχει συμβιβαστεί, έχει υποχωρήσει, σε μεγάλο βαθμό έχει μπει στην φάση της  ιστορικής του δύσης, δεν έχει ακόμη όμως ηττηθεί, και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει στην προσεχή  συγκυρία.

Αντίθετα αναμένεται να οξυνθεί η επίθεση, για τον καθολικό επαναποικισμό  αυτών των χωρών που παρέμειναν ως ένα σημείο ανεξάρτητες, αν και εντασσόμενες στο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Για την εμβάθυνση του αποικισμού  τόπων  και χώρων, που είναι πεδία κερδοφορίας, για την μετατροπή των εργατών σε σύγχρονους δουλοπάροικους, για να αυξηθεί η κερδοφορία του.

Μόνο που έτσι σκάβει το λάκκο του και τον λάκκο του ανθρωπίνου πολιτισμού, όπως τον ζήσαμε ως τα τώρα.  Αν κερδίσει και μείνει δίχως αντίπαλο, τότε: Α)δεν θα δυναμώνει μέσα από την πάλη με τον διαλεκτικό του αντίπαλο, και αυτό θα προκαλέσει την στασιμότητα και την μετάλλαξη του,  σε μια νέα μορφή ταξικής κοινωνίας ή σε μια μορφή μιας νέας φεουδαρχίας. Β) θα απελευθερώσει τις πλέον  σκοτεινές του δυνάμεις, θα απελευθερώσει την βαρβαρότητα, σπέρνοντας την βία, την αθλιότητα, τον εκφασισμό, τον πυρηνικό όλεθρο, την ολοκληρωτική καταστροφή του περιβάλλοντος. Οι κοινωνίες τύπου «mad max» θα είναι το μέλλον του. Ή μήπως τα πράγματα θα ναι χειρότερα και από τις κοινωνίες τύπου «mad max»;

Φυσικά υπάρχουν και τα αισιόδοξα σενάρια: Α) Αφού στερέψει από υλικά και αποθέματα, ο καπιταλισμός  να παραδώσει την εξουσία του σε ένα άλλο σύστημα, σε ένα δικαιότερο και πιο ανθρωπινότερο σύστημα, που κάποιοι τον 19ο/ 20ο αιώνα ονόμασαν σοσιαλισμό/ κομμουνισμό.  Αλλά αυτό συνεπάγεται πως το αντίπαλο δέος,  η -αρνητικά δημιουργική- πλευρά της αντίθεσης κεφαλαίου- εργασία, δηλαδή η ζωντανή εργασία, παραμένει στο παιχνίδι της ταξικής πάλης. Ή η  οργανωμένη πολιτική του έκφραση η αριστερά, όχι μόνο παραμένει ζωντανή, αλλά θα  βγει στην αντεπίθεση, ως πραγματικά –πραγματικό με την εγελιανή έννοια του όρου πραγματικό-  αντίπαλο δέος.  Β) Οι λαοί, οι εργαζόμενοι, η παγκόσμια εργατική τάξη που δεν έχει πατρίδα, νιώσουν συνειδησιακά ώριμοι να εξεγερθούν, έχοντας ως εμπροσθοφυλακή, μια συνειδητή επαναστατική πρωτοπορία- που χρησιμοποιώντας όλα τα επαναστατικά μέσα και όλους του επαναστατικούς σκοπούς- καταστρέψει το καπιταλισμό και το εθνικο/ διεθνικό κράτος αρχίζοντας την οικοδόμηση της κοινωνίας των «ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών».

Και φυσικά τόσο στα απαισιόδοξα, όσο και στα αισιόδοξα σενάρια ή τις διαφορετικές τους εκδοχές, δεν θα έχουμε μια γραμμική πορεία. Είναι βέβαιο πως η μη-γραμμικότητα και η ασυνέχεια, τα άλματα, οι υποχωρήσεις και οι καταστροφές θα καθορίσουν και την νέα εξέλιξη των πραγμάτων. Είμαστε ή πρέπει να είμαστε έτοιμοι ή να γίνουμε έτοιμοι, για βαθιές – για πολύ βαθιές βουτιές- σε αχαρτογράφητα- για το νέο καπιταλιστικό στάδιο-  νερά.

Είπαμε πως το κεφάλαιο, δείχνει και έχει αποθέματα, αυτό που δείχνει να μην έχει είναι η αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα. Στην πλειοψηφία  από  την μια άκρη, ως την άλλη άκρη της γης,  έχει συμβιβαστεί σε ρόλους διαχείρισης ή  ρόλους συμπληρωματικούς της αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Έχει συμβιβαστεί με τα όρια που θέτει  το καπιταλιστικό σύστημα και το φαντασιακό του σύμπαν.

Ακόμη και εκεί που έχει την κρατική  εξουσία στην καλύτερη των περιπτώσεων,  ακολουθεί ένα σοσιαλδημοκρατικό δρόμο, που τον μεταμφιέζει και τον ονομάζει σε σοσιαλισμό ή σοσιαλισμό του 21ου αιώνα. Ή όπως στο Νεπάλ παίζει το ρόλο της ολοκλήρωσης του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού. Στην Βόρειο Κορέα, με ένα πρωτοπαράδοτο σταλινικό τρόπο αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις, ως συμπλήρωμα της Κίνας.

Στην Κούβα επιχειρεί να διατηρήσει τις κατακτήσεις της επανάστασης, την διεθνιστική αλληλεγγύη, σε προσαρμογή με τον καπιταλιστικό περίγυρο. Ενώ σε Κίνα και Βιετνάμ ηγείται της καπιταλιστικής ανάπτυξης και επέκτασης, με ακόμη σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης, παρά την οικονομική στασιμότητα και υποχώρηση.

Στην πλειοψηφία της πρόκειται για μια χρήσιμη αριστερά για το σύστημα,  και όχι μια αριστερά απέναντι στο σύστημα, χρήσιμη για τον λαό και τους αγώνες του. Χρήσιμη για τα κοινωνικά και εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, χρήσιμη για την χειραφέτηση των καταπιεσμένων.

Όχι πως δεν υπάρχουν αριστερές, αντικαπιταλιστικές, αντιιμπεριαλιστικές κομμουνιστικές και επαναστατικές δυνάμεις που δεν το παλεύουν, το ψάχνουν, το δουλεύουν, υπάρχουν, αλλά είναι σχετικά αδύναμες, μπερδεμένες και σε μεγάλο βαθμό ηττημένες. Φυσικά εκεί που υπάρχουν, δίνουν τον τόνο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κρατώντας σχετικά ψηλά, τον πήχη της αγωνιστικής αφύπνισης και δράσης. Όπως συμβαίνει στην Ελλάδα με το ΚΚΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΕΕΚ, και άλλες δυνάμεις, στην Τουρκία, στο Κουρδιστάν, στην Παλαιστίνη και αλλού.

Κανείς δεν γνωρίζει πως θα εξελιχθούν τα πράγματα, αν και κάτω από ποιες διαδικασίες από τις υπάρχουσες δυνάμεις, προκύψουν νέες συλλογικότητες και δυναμικές ή αν αυτές γεννηθούν από χώρους, δυνάμεις και δυναμικές,  που σε αυτές τις συγκυρίες, μάλλον είναι αδύνατο να τις προβλέψουμε και να αναλύσουμε.

Το Καθήκον μας είναι να είμαστε παρόν, σε κάθε μεγάλο και μικρό κίνημα, οργανώνοντας τις αντιστάσεις, τις πολύμορφες αντιστάσεις,  και όπου μπορούμε συμβάλλοντας στην αντεπίθεση. Αναστοχαζόμενοι -για το τι και πως- θα είναι η νέα ποιότητα του επαναστατικού κινήματος που χρειαζόμαστε. Παίζοντας ρόλο πυροκροτητή των συγκρούσεων που θα έρθουν και θα έρθουν.

Σε μια εποχή- που με καθολικότερο τρόπο- συνεχίζει να είναι, εποχή έκρηξης των καπιταλιστικών αντιφάσεων και αντιθέσεων, εποχή καπιταλιστικής ανάπτυξης/ επέκτασης/ και παρακμής, εποχή ιμπεριαλιστικών πολέμων, ταξικών αγώνων και επαναστάσεων. Τι κι αν χάσαμε μια μάχη ή κερδίσαμε μια μάχη, ο πόλεμος ούτε χάθηκε, ούτε κερδήθηκε, ο πόλεμος συνεχίζεται, με όλα τα μέσα.

Δημήτρης Αργυρός

https://stekiantipnoia.squat.gr/files/2011/05/xronologio-1834-2010.pdf

Χρονολόγιο Κοινωνικών και Εργατικών Αγώνων που δεν δικαιώθηκαν 1974-1980 (Φεβρουάριος)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *