εικόνες υποταγής/ εικόνες χειραφέτησης

Στην απεικονιστική  θεωρία στο «Tractatus Logico-Philosophicus» ο  πρώιμος Βιτγκενστάϊν για να υπερβεί τις γλωσσικές -και κατά συνέπεια εννοιολογικές- συγχύσεις της φιλοσοφίας έγραφε : Η συνολική πραγματικότητα είναι ο κόσμος,  και σχηματίζουμε εικόνες των γεγονότων, για αυτό το λόγο η εικόνα είναι ένα  μοντέλο της πραγματικότητας. Η εικόνα παρουσιάζει την κατάσταση στο λογικό χώρο , την ύπαρξη και τη μη ύπαρξη καταστάσεων. Η εικόνα είναι ένα  γεγονός και ταυτόχρονα μόνο γεγονότα μπορούν να εκφράσουν ένα νόημα, ένα σύνολο από ονόματα δεν μπορεί.

Και από την άλλη στην σχέση εικόνας και σκέψης έγραφε στο «Tractatus Logico-Philosophicus»: Μια κατάσταση είναι νοητή όταν σχηματίσουμε για αυτήν μια εικόνα, καθώς κάθε σκέψη είναι η λογική εικόνα των πραγμάτων.  Και η ολότητα των αληθώς σκέψεων είναι μια εικόνα του κόσμου και από αυτή την οπτική, ότι είναι νοητό είναι και δυνατό, με όριο πάντα την λογική. Από μια άλλη οπτική και νοηματοδότηση της λογικής , ο Χέγκελ θα μπορούσε να πει, ότι είναι πραγματικό είναι δυνατό,  και ότι είναι δυνατό είναι πραγματικό.

Για να υπερβεί τελικά τις γλωσσικές εννοιολογικές συγχύσεις της φιλοσοφίας ο πρώιμος Βιτγκενστάϊν επιχειρεί να χρησιμοποιήσει μια γλώσσα σημείων, όπου κάθε σημείο θα είναι διαφορετικό σε σχέση με κάθε διαφορετική έννοια και πρόταση, στα πλαίσια ενός πλέγματος που έχει όρια, και πέρα από αυτά τα όρια δεν μιλάμε, σιωπούμε και  δείχνουμε. Η σιωπή δεν είναι βουδιστική αποχή, μια εσωτερίκευση στον εαυτό του, αδιαφορώντας για τον κόσμο,  αλλά πράξη, ένας λόγος που μετατρέπεται σε πράξη. Είναι το μυστικό, το μυστηριακό – στην πιο στενή και στην πιο ανοικτή της νοηματοδότηση-  που μετατρέπεται σε πράξη,  πατώντας πάνω στο πλέγμα του κόσμου της λογικής. Και μέσα στο κόσμο της πράξης, ότι είναι νοητό είναι πραγματικό, ότι είναι πραγματικό, είναι δυνατό. Ότι; Ότι δεν υπερβαίνει την λογική. Όχι  μόνο την λογική του 1+1=2 ή την λογική του δυαδικού συστήματος 0,1, αλλά και την λογική της ενότητας των αντιθέτ