Για το «τι να κάνουμε» του Α. Μπαντιού και Μ. Γκοσέ

Στο ΠΡΙΝ της προηγούμενης Κυριακής 11 Δεκέμβρη και στο  http://vivlio.blog/apokratikopoiisi-kommounismou-alain-badiou-348  ο φίλος και σύντροφος Γιώργος Λαουτάρης παρουσίασε το νέο βιβλίο του Α. Μπαντιού και του Μ. Γκοσέ  με τον χαρακτηριστικό  Λενινιστικό τίτλο: «Τι να κάνουμε» από τις εκδόσεις Πατάκης. Πρόκειται για ένα «φύση» και «θέση»  πλατωνικό διάλογο ανάμεσα σε ένα υποστηρικτή της κομμουνιστικής υπόθεσης και ιδέας και κριτικό του σοβιετικού κομμουνισμού,  όπως είναι ο Α. Μπαντιού, και σε ένα υποστηριχτή της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, και πρώην Καστοριαδικό.

Δεν πρόκειται να μπω στην ουσία του βιβλίου που δεν έχω ακόμη μελετήσει, αν και από μια πρώτη ματιά που του έριξα το βλέπω πως  έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Θα επιχειρήσω μια μετα/ανάγνωση του κειμένου του συντρόφου και φίλου Γιώργου Λαουτάρη δίχως να διαφωνήσω με το τι γράφει ο Γιώργος, δεν έχω ακόμη εικόνα του βιβλίου όπως είπα. Μετα/ανάγνωση που θα συσχετιστεί με το ζήτημα της κρατικοποίησης ή της αποκρατικοποίησης του κομμουνισμού, της έννοιας του κομμουνισμού και της σχέσης κομμουνισμού/ δημοκρατίας.

Το πρόβλημα για τον Α. Μπαντιού ήταν η κρατικοποίηση του Σοβιετικού Κομμουνισμού με την βίαιη αντικατάσταση της ατομικής ιδιοκτησίας από την κρατική. Μόνο που εδώ ο Α. Μπαντιού μπερδεύει ή ταυτίζει τον κομμουνισμό με αυτό που ζήσαμε στην ΕΣΣΔ. Ταυτίζει τον  κομμουνισμό με την μεταβατική κοινωνία μιας δικτατορίας του προλεταριάτου, και όχι γενικά με μια μεταβατική κοινωνία, άλλα την συγκεκριμένη εκδοχή της μεταβατικής κοινωνίας της ΕΣΣΔ και των άλλων σοβιετικών εκδοχών. Τον κομμουνισμό με τον ιστορικό σοσιαλισμό της ΕΣΣΔ, ενώ την ίδια στιγμή επιλέγει να υπερασπιστεί την πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα ως μια μορφή μη -κρατικοποιημένου κομμουνισμού, όπως παλαιότερα είχε υπερασπιστεί τον κομμουνισμό του Πολ Ποτ, της «δημοκρατικής» Καμπότζης. Το θέμα για τον Α. Μπαντιού δεν είναι το τριτοκοσμικός σοσιαλισμός του, αλλά ο ακραιφνής πλατωνισμός του. Με αποτέλεσμα να θεωρεί τον κομμουνισμό μια κοινότητα, μια οργανική κοινότητα, και πλατωνικά να εξορίζει τις αντιφάσεις, τις αντιθέσεις, και την δημοκρατία. Με την δημοκρατία να την ταυτίζει με την πλατωνική δόξα των ιδιωτών και όχι με την παρουσία, την δυνάμει και ενεργεί παρουσία, και την δράση των πολιτών.

Θα συμφωνήσω όμως μαζί του πως τα νέα εγχειρήματα μιας μεταβατικής κοινωνίας προς τον κομμουνισμό, όπως και ο ίδιος ο κομμουνισμός, στο βαθμό που φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο πρέπει και μπορεί να είναι μη- κρατικοποιημένος και ταυτόχρονα όμως δημοκρατικός.   Αμεσοδημοκρατικός και πολυκομματικός, δίχως να είναι αφελής και επίσης δίχως να θεωρεί πως δεν θα υπάρξουν στιγμές και διαδικασίες σύνθεσης αμέσου, έμμεσου, διαμεσολαβημένου και αδιαμεσολάβητου.   Τίποτε δεν προχωράει δίχως αντιφάσεις και αντιθέσεις, που συνθέτονται διαλεκτικά είτε ενώνονται στο ένα, είτε διαχωρίζονται επαναστατικά, είτε σε αντεπαναστατικές στιγμές οδηγούνται σε αποσύνθεση.    Το κράτος, η κοινότητα, η οικονομία και  η δημοκρατία δεν είναι ιδεολογήματα, ψευδείς συνειδήσεις, εκφράζουν, αντανακλούν και διασολαβούνται από τους υλικούς, βιοπολιτικούς και  ιδεολογικούς όρους ζωής. Κατά συνέπεια με τον ένα ή τον τρόπο πάντα θα εμφανίζονται σε σχέση ενότητας και αντίθεσης, έστω και αν δεν εμφανίζονται πάντα με τα «ίδια ρούχα».

Στην συνέχεια το κείμενο του Γιώργου Λαουτάρη 

Η …αποκρατικοποίηση του κομμουνισμού

Η δύναμη του διαλόγου στην ανάπτυξη των φιλοσοφικών επιχειρημάτων και στη διερεύνηση της αλήθειας των εννοιών και των πολιτικών σχεδίων είναι γνωστή από την αρχαιότητα. Οι πλατωνικοί διάλογοι είναι ένα αξεπέραστο ορόσημο στην ιστορία των ιδεών. Και έχει από μόνο του ξεχωριστό ενδιαφέρον το γεγονός ότι αναβίωσαν ως μορφή στο νέο βιβλίο με τίτλο Τι να κάνουμε;, έναν “διάλογο για τον κομμουνισμό, τον καπιταλισμό και το μέλλον της δημοκρατίας” μεταξύ του Αλέν Μπαντιού και του Μαρσέλ Γκοσέ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι περισσότερο εξοικειωμένο με τον Γάλλο μαρξιστή Αλέν Μπαντιού και λιγότερο με τον συνομιλητή του, τον Μαρσέλ Γκοσέ, ιστορικό και φιλόσοφο, συνοδοιπόρο άλλοτε του Κορνήλιου Καστοριάδη και διαπρύσιου υπερασπιστή σήμερα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως βέλτιστου πολιτικού μοντέλου.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα συμβολή του “Τι να κάνουμε;” είναι η κατάρριψη του στερεοτύπου που θέλει τους κομμουνιστές να υπερασπίζονται ένα ευτραφές και δεσποτικό κράτος, σε αντίθεση με τους φιλελεύθερους που μάχονται για τον περιορισμό του

Οι συντονιστές της συζήτησης, συντελεστές του γαλλικού περιοδικού Φιλοσοφία, σκέφτηκαν ότι μια ζωντανή διαλογική αντιπαράθεση των δύο διανοητών για το παρελθόν και την προοπτική του σοσιαλισμού αλλά και για το χαρακτήρα του σημερινού καπιταλισμού θα είχε ένα ξεχωριστό αποτέλεσμα. Και είχαν δίκιο.

Ο τίτλος του βιβλίου και της συζήτησης (“Τι να κάνουμε;”) παραπέμπει ευθέως στο ομώνυμο έργο του Β.Ι. Λένιν, ένα βιβλίο γραμμένο σε ένα ιστορικό μεταίχμιο (1902) για την πορεία του επαναστατικού κινήματος της Ρωσίας.

Ωστόσο, αμφότεροι οι Γάλλοι συνομιλητές αμφισβητούν ριζικά -από διαφορετικές θέσεις φυσικά- τον ίδιο τον Λένιν και την ιστορία του “υπαρκτού”.

Ο Λένιν παραποίησε ποικιλοτρόπως τον Μαρξ” παρατηρεί ο Μαρσέλ Γκοσέ και προσθέτει: “Κινείται εν πολλοίς στους αντίποδες του Μαρξ, έστω κι αν τον επικαλείται ή θεωρεί τον εαυτό του συνεχιστή του”. Και ο Αλέν Μπαντιού δείχνει να συμφωνεί, όταν παρατηρεί πως “το αρχικό κομμουνιστικό ιδεώδες παραμορφώθηκε και τραυματίστηκε βαριά στη Σοβιετική Ένωση”.

Κάθε συζήτηση για την προοπτική της κομμουνιστικής ιδέας (ή “υπόθεσης” σύμφωνα με τον όρο που προτείνει ο Μπαντιού) περνά αναγκαστικά από την αποτίμηση του σοσιαλισμού που γνώρισε η ανθρωπότητα τον 20ό αιώνα. Τα ανατολικά καθεστώτα συνιστούσαν τελικά παρέκκλιση από την αρχικά καλή ιδέα ή μήπως αποκάλυψαν ενδογενείς αντιφάσεις και αδυναμίες του μοντέλου που το καταδικάζουν οριστικά; Με το διαρκές αυτό και ακόμη υπό διερεύνηση ερώτημα αναμετρούνται οι δύο συνομιλητές του βιβλίου, δίνοντας αρκετά ενδιαφέρουσες απαντήσεις.

Κεντρική θέση του Αλέν Μπαντιού, όπως συνάγεται από τις τοποθετήσεις του σε αρκετά σημεία του διαλόγου, είναι πως κύρια αιτία για τις παρεκκλίσεις, τις στρεβλώσεις, την αποσύνθεση και την κατάρρευση τελικά του σοσιαλιστικού μοντέλου στον 20ό αιώνα ήταν ο κεντρικός ρόλος που αποδόθηκε στο κράτος.

Και μια πολύ ενδιαφέρουσα συμβολή του “Τι να κάνουμε;” είναι η κατάρριψη του στερεοτύπου που θέλει τους κομμουνιστές σήμερα να υπερασπίζονται ένα ευτραφές και δεσποτικό κράτος, σε αντίθεση με τους φιλελεύθερους που μάχονται για τον περιορισμό του.

“Το πρόταγμα έχει αναμφισβήτητα εκφυλιστεί από τη στιγμή που η μετάβαση στον κομμουνισμό αποτελεί πλέον αποκλειστικά αρμοδιότητα του κράτους”, παρατηρεί ο Μπαντιού και αργότερα συμπληρώνει σχολιάζοντας την τομή που έκανε για ένα μικρό διάστημα η Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα: “Από τη στιγμή που το κράτος μέσω του Κόμματος ιδιοποιείται κάθε πολιτική δραστηριότητα, η κοινωνία οδηγείται εκ των πραγμάτων στην πλήρη αποπολιτικοποίηση”.

Κεντρικό πρόβλημα κατά τον Μπαντιού είναι και η βία που ασκούσαν τα κράτη στην κοινωνία. Αναφέρει χωρίς περιστροφές: “Η κουλτούρα της βίας θα συνδεθεί με τον μπολσεβικισμό, σε βαθμό μάλιστα που η καταστολή να είναι συχνά τυφλή. Από τη στιγμή που θα οδηγηθείς σε αυτό το σημείο, ο κομμουνισμός με την έννοια που έδινε στον όρο ο Μαρξ, απομακρύνεται, απέχει πολύ”.

Ο Μπαντιού εν συνεχεία απαντά στο ακανθώδες ζήτημα πώς να ξεμπερδέψει κανείς με την ατομική ιδιοκτησία, αν όχι με τις κρατικοποιήσεις. Χωρίς να έχει καταλήξει σε κάποια συγκεκριμένη πρόταση, παρατηρεί πως σήμερα αντί για εθνικοποιήσεις, “καλούμαστε να επινοήσουμε διαφορετικές μορφές συλλογικής ιδιοποίησης, να προσδιορίσουμε αυθεντικά δημοκρατικούς τρόπους διαχείρισης σε όλα τα επίπεδα”.

Απορρίπτει κατηγορηματικά μια “μονολιθική και βίαιη αντικατάσταση της ατομικής ιδιοκτησίας από την κρατική” και προκρίνει με χαρακτηριστική γενικότητα “κάθε είδους πειραματισμούς, τοπικά εφαρμόσιμους, εξελίξιμους, πολυεπίπεδους”.

Περιοδολογώντας λοιπόν τις εποχές του κομμουνισμού, ξεχωρίζει τρεις φάσεις: Τον κομμουνισμό του 19ου αιώνα “οπότε διατυπώνεται το πρόταγμα”, τον κομμουνισμό του 20ού αιώνα “υπό την καθοδήγηση του κράτους” που γίνεται “γι’ αυτό επισφαλής και στρεβλός” και τέλος τον κομμουνισμό των αρχών του 21ου αιώνα όπου “το παιδί κάνει ήδη τα πρώτα βήματα -έστω και τρεκλίζοντας- μιας νέας πορείας”.

Το πρόβλημα του κράτους είναι τέλος κεντρικό και στον ορισμό που προτείνει ο Αλέν Μπαντιού για τον κομμουνισμό του “σήμερα”:

Κομμουνισμός αναφέρει είναι η υλοποίηση τριών προταγμάτων: “Αποϊδιωτικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, εξάλειψη του κράτους, αποκατάσταση του ενιαίου, πολυμορφικού χαρακτήρα της εργασίας”.

Γιώργος Λαουτάρης

avatar

Δημήτρης Αργυρός

ΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ. ΑΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΘΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ . ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ . ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΤΟΠΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ. ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ.

Αφήστε μια απάντηση