Sufir3d

ερευνώντας τις δυνατότητες και τις ενέργειες που γεννάει η εποχή μας

το Μαντζάτο , το σπίτι Μας

by admin on 24 Μαΐου 2017

Υπάρχουν κάποιες στιγμές στο χωρόχρονο, που οι αναπτυσσόμενες δυναμικές τον καμπυλώνουν σε τέτοιο βαθμό, δημιουργώντας τοπολογικές διπλώσεις . Τοπολογικές διπλώσεις, τοπολογικά αγκυλώματα, διακριτά στο βάθος του χρόνου, συχνά ως μύθοι, ως παραμυθίες, ως ιστορικά ανέκδοτα, ως στιγμές ρήξης μέσα στο χωροχρονικό συνεχές.
Μιλάμε για τις στιγμές που διαφορετικές γενιές, διαφορετικοί άνθρωποι έζησαν, βίωσαν μια κοινή, δυνατή, θερμή- σχεδόν ερωτική – αίσθηση. Μια αίσθηση, ένα βίωμα που τους άλλαξε σε ένα μεγάλο ή μικρό βαθμό, μια αίσθηση που δημιούργησε μια τομή, έτσι κι αλλιώς, τέτοιες στιγμές αποτελούν σημεία τομής στο συνεχές. Ένα ασυνεχές , μια τομή, που δεν αφήνει τοπολογικά κενά, με τις δυναμικές του πεδίου να το καμπυλώνουν.
Τοπολογικά αγκυλώματα, τοπολογικές διπλώσεις, που δεν στέκονται ανάχωμα στην κίνηση των δυναμικών, απεναντίας συχνότατα στέκονται εμπόδια στην αύξηση της εντροπίας, η εντροπία είναι η έννοια που μετριέται η αταξία, που στην μεγαλύτερο βαθμό, συχνότατα ισοδυναμεί με αποδιοργάνωση της ζωής , εμποδίζοντας την εξέλιξη.
Βέβαια οι δυναμικές που αναπτύσσονται και καμπυλώνουν τον  χρόνο, δημιουργώντας συνθήκες μιας πρόσκαιρης ρήξης, δημιουργώντας δηλαδή με άλλα λόγια μια πρόσκαιρη χαοτική κατάσταση, μπορεί και πάλι πρόσκαιρα να αυξάνουν την εντροπία, η τάξη όμως των τοπολογικών αγκυλωμάτων με την ενεργειακή βαρύτητα που περικλείουν μάλλον στέκονται εμπόδιο στην συνολική αύξηση της εντροπίας.
Όχι δεν πρόκειται να αναφερθώ σε μια μεγάλη ιστορική στιγμή επαναστατικής ρήξης, όπως λόγου χάρη η Οκτωβριανή επανάσταση του 1917, η οποία ως μια στιγμή αταξίας, χαοτικής αταξίας δημιούργησε μια παγκόσμια τάξη που λειτούργησε έως τα 1989.

Θα αναφερθώ σε ένα γεγονός που έγινε 10 χρόνια ύστερα από το ιστορικό «89» στα Γιάννενα, στις 22 Μαΐου του 1999, ένα γεγονός που ταυτόχρονα έκλεινε ένα κύκλο και άνοιγε ένα διάκενο.
Δημιουργούσε ένα καμπύλωμα που συμπύκνωσε αντιφατικές πορείες, ένα σύμπαν συχνά διαφορετικών επιθυμιών, πολλών μοναδικών ανθρώπων και ταυτόχρονα πολλών γενιών.

Ναι μιλάω για το τελευταίο πάρτι του θρυλικού μπαρ Μαντζάτο, ένα πάρτι θρύλος, αλλά και πραγματικότητα, μια πραγματικότητα συγκίνησης, και ταυτόχρονα μελαγχολίας, έκστασης, διονυσιασμού αλλά και νοσταλγίας.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, λίγους μήνες προτού η Ελλάδα μπει στο νέο αιώνα, η τότε «ισχυρή» Σημιτική Ελλάδα ετοιμάζονταν να γνωρίσει τις χάρες του ευρώ και των δανείων. Γύρω από το Σημιτικό «ισμό» βρίσκονταν ένα κόσμος, μια πλειάδα πολλών εκατοντάδων ή και χιλιάδων ανθρώπων που με το ένα ή το άλλο τρόπο, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, είχαν εξαργυρώσει την μετοχή, την συμμετοχή του στην αριστερά και στο εναλλακτικό, είτε ως στάση ζωής, είτε ως πολιτιστικό φαίνεσθε και προπαντός και κυρίως ως εμπόρευμα.

Σε μια παρόμοια κατάσταση είχαν βρεθεί και τα αφεντικά του θρυλικού μπαρ Μαντζάτο στα Γιάννενα, που πολύ σωστά έβλεπαν πως είχε κλείσει ο κύκλος του, ανοίγοντας νέους δρόμους, για να καρπωθούν νέα υπεράξια ή για να μετουσιώσουν σε κέρδη την υπεραξία που χαν βγάλει από το μπαρ Μαντζάτο, χαρακτηριστική περίπτωση σε αυτές νέες διαδρομές παραμένει ο «βουλευτής» Σάκης.

Έτσι και σωστά από την δική τους οπτική αποφάσισαν να κλείσουν το μπαρ, σε μια εποχή που αυτό δεν ήταν στην κορυφή και μάλλον άρχισε να γέρνει, δημιουργώντας μια «μόδα» που είχε επεκταθεί σε όλη την πόλη, για να μην πω σε ολάκαιρη την χώρα.
Η «μόδα του να παραμένεις πάντα νέος» είχε βρει και άλλους καλούς και κακούς μιμητές, με το προϊόν, το εμπόρευμα καλύτερα, να χει μετουσιωθεί σε τρόπο ζωής μιας γενιάς, ή μιας πλειάδας γενιών που έβλεπαν τα πράγματα να πηγαίνουν από το καλό στο καλύτερο, συχνά σε βάρος των πιο καταπιεσμένων, που εκείνη την εποχή φαίνονταν να είναι οι μετανάστες και ειδικότερα οι βαλκάνιοι μετανάστες.

Έπρεπε να περάσουν 11 χρονάκια για να κατανοήσουμε πως όχι μόνο είμαστε τμήμα του προβλήματος, όχι μόνο είμαστε σε ένα βαθμό θύτες, αλλά κυρίως τα μεγάλα θύματα που μας φλόμωσαν με τα ψέματα πως είμαστε «ισχυροί», είμαστε «ωραίοι», είμαστε «νέοι».

Ας μεταφερθούμε λοιπόν νοητά στις 22 Μαΐου του 1999, στην ιστορική στιγμή που ενωμένες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις- εκτός από την νιότη και την ομορφιά υπάρχει και ο ιμπεριαλισμός- βαρβαρίζουν την ενιαία Γιουγκοσλαβία στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για να την εντάξουν- με αυτό τον τρόπο- στην παγκοσμιοποιημένη νεοταξική πραγματικότητα. Με την Ελλάδα, την Ελληνική κυβέρνηση καλύτερα, να παίζει το πλέον « άσχημο» και «πανούργο» ρόλο, φιλικό προς τον Σερβικό λαό, υποσκάβοντας την ηγεσία του.

Εκείνη λοιπόν την ημέρα οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής επαναστατικής αριστεράς είχαν συγκέντρωση στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης για να διαμαρτυρηθούν για το ρόλο του ΝΑΤΟ και το ρόλο της κυβέρνησης στο ζήτημα των βομβαρδισμών στην Γιουγκοσλαβία.

Προσωπικά θεώρησα μεγαλύτερο χρέος, ένιωσα μεγαλύτερη επιθυμία να αποχαιρετήσω το «δεύτερο» σπίτι μου, να αποχαιρετήσω το αγαπημένο μου Μαντζάτο που έκλεινε, και έμεινα στα Γιάννενα για το τελευταίο πάρτι του.

Κανείς δεν περίμενε την τροπή που πήρε  το πάρτι, αλλά σίγουρα από νωρίς φάνηκε πως σε αυτό το τελευταίο πάρτι του θα έπαιρναν μέρος όλες οι γενιές που γλέντησαν, που ερωτεύτηκαν και απογοητευτήκαν από αυτό.

Από νωρίς ήταν φανερό πως βρεθήκαν σε αυτό οι γενιές της αμφισβήτησης του 1980, τα υπολείμματα του ριζοσπαστισμού της μεταπολίτευσης, είτε παραμείναν στην από δω ή στην από εκεί πλευρά του οδοφράγματος. Βρέθηκε η γενιά των φοιτητικών αγώνων, των φοιτητικών καταλήψεων του 1986-87, αλλά και η γενιά του Ασεπ του 98.
Βρέθηκε η γενιά των μαθητικών αγώνων των αρχών του 1990, των μαθητικών και φοιτητικών καταλήψεων της ίδιας χρόνιας, αυτό το περίφημο μαθητικό και φοιτητικό ξέσπασμα που οδήγησε στο όργιο της καταστολής και στην δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα.
Βρέθηκε η γενιά των ΕΑΑΚ και των άλλων μάχιμων και των μαχητικών συσπειρώσεων της εποχής, των μάχιμων και μαχητικών συσπειρώσεων της εποχής της αριστεράς και της αναρχίας.
Βρέθηκε η γενιά της πολιτιστικής και καλλιτεχνικής αναζήτησης, οι ροκάδες και οι εναλλακτικοί. Βρέθηκε η γενιά, οι γενιές καλύτερα που μετουσίωναν την πολιτική αναζήτηση σε πολιτιστική παραγωγή, και αισθητική στάση
Βρεθήκαμε πολλές και πολλοί, κάποιους είχα καιρό να τους δω, κάποιους τους είχα γνωρίσει ως καθοδηγητές και μου εμφανίστηκαν και πάλι ως καθοδηγητές όχι της επανάστασης αυτή την φορά, αλλά του εκσυγχρονισμού. Ξαναβρήκα κάποιους παλαιούς τρελαμένους φοιτητές που τότε είχαν μεταμορφωθεί σε τρελαμένους καλλιτέχνες και άλλοι σε αγχωμένους μπαμπάδες, μαμάδες και επαγγελματίες. Όπως βρεθηκαν όλα τα ρεύματα και οι αντιλήψεις των θαμώνων και των γενιών.

Και εγώ όμως είχα αλλάξει ή καλύτερα βρισκόμουν σε μια φάση αλλαγών- που φυσικά δόξα ο Αλλάχ- δεν έχουν ολοκληρωθεί, είναι κάτι σαν την διαρκή επανάσταση του Λέοντα Τρότσκι, μια μεγάλη αγάπη τότε και τώρα.
Όταν πρωτοπήγα στο Μαντζάτο, ήμουν ο άγουρος μεταέφηβος μαθητής και στην συνέχεια άνεργος, που βρέθηκε να μετέχει στην μορφή ζωής όπως αυτή καθορίζεται από την στράτευση στην άκρα αριστερά

.
Ένας άγουρος μεταέφηβος μαθητής και στην συνέχεια άνεργος προλετάριος που τριγύρναγε στην φοιτητική λέσχη το πρωί, πίνοντας καφέ στα αριστερίστικα τραπεζάκια, και όλοι τον περνούσαν για φοιτητή, μάλιστα είχα φτάσει στο σημείο να παρακολουθώ και κάποια μαθήματα αγαπημένων καθηγητών μου, μαθήματα φιλοσοφίας και ιστορίας.
Το απόγευμα έπινα καφέ στο καστίλο- με τον κοντό πολλές φορές να μου κερνάει το καφέ- τσιπούρα στο τσουκάνη, μια φορά είχα πάθε κρίση «Ε» και είχα πέσει επάνω στο νεροχύτη, και τον είχα σπάσει, καταστροφέας από τότε, το καλοκαίρι έπαιζε και παίζει «παππούς» καλουτσιάνη, δίπλα στο τζαμί του ελεήμων Αλλάχ, που δεν έχει καμιά, μα καμιά σχέση με το isis και την αλ Κάιντα.
Αργότερα τσίπουρα στην γιάφκα του «ζήση» ή στην γιάφκα του περίπου, και πάντα η μέρα, η νύκτα καλύτερα έκλεινε με μαντζάτο, μαντζάτο, μαντζάτο. Εκεί έρωτες και χωρισμοί, εκεί συμφωνίες, διαφωνίες και συγκρούσεις, εκεί παρέες, μεγάλες παρέες και μοναξιές, μεθύσια και αγκαλιές, εκεί η πραγματική ζεστή παρέα, εκεί η αμφισβήτηση, εκεί η κοινή ταυτότητα, όλα εκεί, στο πραγματικό μας σπίτι. Ενώ η μέρα μας έβρισκε σε κανένα fuzz η σε κανένα foxy, ποτέ, πότε αγκαλιά ή σε αγκαλιές σε καμία γιάφκα.

Στις 22 Μαΐου του 1999- την βραδιά που έκλεισε το «σπίτι» μας- συνέχιζα και συνεχίζω – να μετέχω στην ίδια μορφή ζωής, την στρατευμένη στην άκρα- επαναστατική- αριστερά. Βέβαια είχα αρχίσει να εργάζομαι -στην ίδια επιχείρηση όπως και σήμερα- με διαφορετικές προτεραιότητες, καθήκοντα και βιορυθμούς, σε σχέση με την εποχή που άρχισα να κάνω το Μαντζάτο «δεύτερο» σπίτι μου. Πχ εκείνη την βραδιά- μάλλον εκείνο το πρωί -κοιμήθηκα στις 9 και από όσο θυμάμαι δεν το χω ξανακάνει από τότε. Γενικότερα, όσο με αφορά, με το Μαντζάτο τελείωσε και η εποχή των μπαρ, της συμμετοχής μου στην μορφή ζωής μπαρ, καλύτερα.

Αλλά ας ξαναοδηγηθούμε σε εκείνη την βραδιά, αντιγράφω από ένα κείμενο με τίτλο: Έξω από το ΝΑΤΟ, μέσα στο Μαντζάτο: Κάποτε υπήρχε ένα μπαρ που έγινε σύνθημα
«Ο αστικός μύθος θέλει στο τελευταίο βράδυ του μαγαζιού, αφού έχει κυκλοφορήσει και το σχετικό flyer που ανακοινώνει πως το Μαντζάτο κλείνει και καλεί τον κόσμο του σε ένα τελευταίο πάρτι, εκεί κοντά στο ξημέρωμα οι θαμώνες να ‘γκρεμίζουν’ μόνοι τους τον εσωτερικό χώρο, κάνοντας το δικό τους κλείσιμο. Ρωτάω σχετικά τον Σπύρο Βλέτσα, που με διαβεβαιώνει πως πρόκειται ακριβώς για αυτό: για έναν αστικό μύθο. «Ωραίο μύθο όμως», σχολιάζω. Γελάει, «τις πρώτες πρωινές ώρες έσπασαν κάποια ποτήρια, αυτό ήταν».
έχω στον Απόστολο και ζητάω τη δική του διήγηση:
«Το τελευταίο πάρτι… Χαραγμένο σε όλους όσοι έμειναν μέχρι το πρωί. Δέχτηκα την πρόσκληση του Σπύρου αφού είχα πλέον φύγει και είχα ξεκινήσει δική μου δουλειά. Ένα τελευταίο πάρτι. Όσοι ‘παλιοί’ θέλαμε να πάμε για ένα τελευταίο βράδυ να δουλέψουμε. Ήμουν στο κεντρικό bar με τον Βαγγέλη, -τον πιο παλιό barman, χαρακτηριστική φιγούρα του μαγαζιού. Ξεκινήσαμε, η ατμόσφαιρα βαριά. Ήμασταν όλοι εκεί, εκεί που μεγαλώσαμε, εκεί που ερωτευτήκαμε, εκεί που γλεντήσαμε. Στο μαγαζί που σήμαινε τόσα πολλά, όχι μόνο για εμάς, αλλά και για όλους όσοι έζησαν έστω και για λίγο στα Γιάννενα. Περνούσε λοιπόν η ώρα, η ατμόσφαιρα άρχισε να ελαφραίνει. Κάποια στιγμή όλοι μας είχαμε γίνει ένα: Παλιοί, καινούργιοι, ξεχασμένοι… χορός και αγαπημένες μουσικές. Προς το τέλος ποτήρια, μπουκάλια, τασάκια, ήταν όλα έξω. Κανένας σερβιτόρος δεν νοιαζόταν για να τα μαζέψει, στο μπαρ γυρνούσαν μόνο τα απαραίτητα ώστε να μπορούσαμε να βάλουμε σε κάποιον καινούργιο της παρέας ποτό. Το πρώτο φως της ημέρας μας βρήκε με το μαγαζί γεμάτο. Και εκεί, στο τέλος, ένας από τους ιδιοκτήτες που είχε γίνει εδώ και ώρα dj, έβαλε το τελευταίο τραγούδι. ‘Με αεροπλάνα και βαπόρια’ ανάβοντας ταυτόχρονα όλα τα φώτα του μαγαζιού.
Σιωπή. Άλλοι κοιτούσαν χαμηλά, άλλοι είχαν το βλέμμα τους στους τοίχους, ξέροντας πως τους αντικρίζουν για τελευταία φορά. Και ξαφνικά ακούγεται ένα ποτήρι να σπάει. Και μετά από μερικά δευτερόλεπτα και ένα δεύτερο, αμέσως ένα τρίτο και για όσο ακουγόταν η μουσική Σωτηρία Μπέλλου έσπαγαν τα πάντα. Μπουκάλια, ποτήρια, τασάκια. Όλοι κοιταζόμασταν βουρκωμένοι, ενώ μερικοί έκλαιγαν κιόλας. Και όταν το σπάσιμο τελείωσε, όλοι αγκαλιαστήκαμε. Στα βουβά. Φιλιόμασταν λες και φεύγαμε για κάπου μακριά. Μείναμε στο μαγαζί για αρκετή ώρα, μέχρι να φύγει και ο τελευταίος. Ο καθένας με το αναμνηστικό του. Ο,τι υπήρχε κρεμασμένο στον τοίχο. Κάδρα και αφίσες που στον καθέναν έναν από εμάς αντιπροσώπευαν τη νιότη του, την ανεμελιά του»

Μάλλον θα διαφωνήσω με το Σπύρο και θα συμφωνήσω με το Απόστολο και θα χαρακτηρίσω αυτή την βραδιά μια μεγάλη σύναξη, ένα μεγάλο συμπόσιο, με την αρχαιοελληνική σημασία και στάση, όλοι είμαστε μια μεγάλη παρέα, η τελευταία φορά που θα ήμασταν μαζί με αυτό τον τρόπο, μια κορυφαία έξοδος, ίσως η πλέον κορυφαία στιγμή του «σπιτιού» μας.

Έστω και τραβηγμένα η στιγμή αυτού του τελευταίου μπορεί και να είναι μια εκδίπλωση στο χρόνο που άφησε ένα «καρούμπαλο» στο τόπο, ένα «καρούμπαλο» που μας ξυπνάει καμιά φορά και μας θυμίζει  τι ήμασταν, τι θέλαμε και επιθυμούσαμε  να γίνουμε και τι γίναμε. Μας ξυπνάει για να δούμε τι κερδίσαμε και τι χάσαμε, μας τσικλάει για να βρούμε αυτά που χάσαμε, αν ακόμη το επιθυμούμε.

Και από αυτή την άποψη- είναι καλό και άγιο-που υπάρχουν αυτές οι καμπυλώσεις στο χρόνο και στο χώρο, αυτά τα «καρούμπαλα» στο τόπο.

Προσωπικά δεν έχω κρατήσει τίποτε, κανένα σουβενίρ από εκείνη τη υπέροχη νύκτα, από αυτό το υπέροχο τελευταίο πάρτι του «σπίτι» μας, συμμετέχοντας στην πραγματική ανάλωση των συμβόλων και των πραγμάτων εκείνη την νύκτα, δεν μπορώ παρά να πω τα εξής: Εμείς οι θαμώνες το φτιάξαμε, το κτίσαμε σπιθαμή προς σπιθαμή, σε εμάς άνηκε η τιμή, σε εμάς άνηκε η απόλαυση να το γκρεμίσουμε. Το μαντζάτο, το «σπίτι» μας δεν μπορούσε, δεν έπρεπε να είχε άλλο τέλος από αυτό.

Και από αυτή την οπτική αναδημοσιεύω ενα τμήμα που υπάρχει στο κάποτε ήταν ένα μπαρ, ένας κόσμος, ένας έρωτας…:

Αυτά γράφει στο  ΣΤΑΧΤΗ ΚΑΙ BURBERRY ο el Romandante και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω απόλυτα. Ιδιαίτερα για το τελευταίο πάρτι δεν μπορώ παρά να πω πως το Μαντζάτο μας άνηκε, δεν άνηκε στο Θανάση που έγινε έπειτα βουλευτής, ούτε στο Σπύρο και τον Κώστα.
Μπορεί αυτοί να τα κονόμησαν, μα το Ματζάτο ως μια βιοπολιτική οντότητα, μας άνηκε και μόνο μέσα από την  ανάλωση του, μέσα από την συνολική καταστροφή του μπορούσε να επιστρέψει σε εμάς.   Σε εμάς που το κτίσαμε, του δώσαμε και μας έδωσε ζωή.  Η τελική ανάλωση του ήταν η πλέον χαρούμενη παραγωγική διαδικασία που έγινε στο Μαντζάτο.
Ήταν ένα επικό τέλος, ήταν ένα τέλος που η ουσία του επέστρεφε στους εραστές του..ναι η σχέση μας με αυτό το μπαρ είχε κάτι το ερωτικό…και αυτό κρατάει ακόμη….ακόμη βλέπω τα αλλοπαρμένα σώματα να χορεύουν ώρα  με τον ήχο των σπασμένων γυαλιών και του ξηλώματος των μπαρ..τα αντικείμενα έπαψαν να είναι πράγματα και έγιναν σχέση, επικοινωνία…

 

Δημήτρης Αργυρός

2 thoughts on “το Μαντζάτο , το σπίτι Μας

  1. Epishs DHMHTRH sou 8umizw oti o BLETSAS o Sakis sou ekane kai IDEOLOGIKH EPI8ESH (peri Berolinou meria)Giati ekei ton phge to KOIKLOMA ths Melinas Merkourh ke tou trwgane ta klemena XRHMATA tou MANZATOU ke eperne kai BraBeia tainiwn mikrou mhkous —–Me ta LEUTA ta DIKA MAS kai twn GONIWN pou stelnane ta paiDia tous na spouDasoun sta GIANNENA——–KLEINONTAS SE OLOUS TOUS ANAGNWSTES —TO MANTZATO HTAN ENA .—-TIPOTA—OPWS KE XILIADES MANTZATA KE MPARADIKA EINAI MONO NA SKOTWNEIS TO XRONO KAI NA KSEFEUGHS APO THN KA8HMERINOTITA.—-

  2. Edw Blepoume ton apolyto manixa i smo peri Mantzatou .Ena magazi konomas htane me tous ADelfous BLETSA ke ton Zagorisio Oikonomou .KATAKLEPSANE thn eforia PLHRONANE mhDamines koinonikes paroxes .Sto telos logo IDIOMATISMOU tis HPEIROU o OIKONOMOU H8ele na ginei ke YPOURGOS (Bouleutis egine )giati ton pshfisane pseuto koultourgiariDes Agnostikistes kai to LoBy tou ZAGORIOU gia na kataklepsoune ton Kratiko kourBana..Omws DEN PROLABANE Giati Den eixan A8HNAIKH BASH LAMOGIASMOU –TWra to pws ksephDhse ena ARISTOURGIMA –EINAI SAFWS GNWSTO —–LEME GIA NA LEME–

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *