Sufir3d

ερευνώντας τις δυνατότητες και τις ενέργειες που γεννάει η εποχή μας

μια μαγεία ως

by Δημήτρης Αργυρός on 6 Ιουνίου 2017


Βροχερό πρωινό, σηκώνεται αργά, αργά, σχεδόν βαρετά, σαν ζαλισμένος ψήνει καφέ, ανοίγει τον υπολογιστή, και διαβάζει την πρωινή προσευχή του στο μεγαλοδύναμο και πανεύσπλαχνο Αλλάχ.

Τελειώνει  την προσευχή το καφέ και  το πρωινό, κοιτάει από το παράθυρο την βροχερή μέρα και σκέφτεται  πως είναι μια υπέροχη μέρα.  Ξανακάθεται στο γραφείο σηκώνει το χέρι το πάει στο κρόταφο , εσωτερικά ψέλλισε το μαγικό ξόρκι, και το χέρι του μεταμορφώθηκε σε λούγκερ.

Ψυχολογικά ετοιμάστηκε,  ήρθε η ώρα σκέφτηκε, το παιχνίδι τελειώνει όπου να ναι , κ αν δεν τελείωσε ας το τελειώσω με το δικό μου τρόπο . Ανεβάζει  το κόκορα και πυροβολεί- ως δια μαγείας όμως , μαγεία που δείχνεται αλλά δεν λέγεται, καθώς έλεγε και ο Βιτγκενστάιν, το λούγκερ τοποθετείτε με μια κλίση προς τα επάνω, και δεν στοχεύει στο κρόταφο.

Η σφαίρα ξυρίζει το μαλλί του και κτυπάει στο «δόξα πατρί» την Τζοκόντα, την μεταξοτυπία της οποίας είχε αγοράσει λίγες μέρες πριν. Το αγόρασε , «τρόπος του λέγειν» , αφού με το ξόρκι είχε σπάσει ένα κωδικό και την είχε κατεβάσει από ένα σάιτ έργων τέχνης.

Η Τζοκόντα, βγάζοντας μια άναρθρη κραυγή απελπισίας, έγειρε το ματωμένο πρόσωπό της, συγνώμη Τζοκόντα μου ψέλλισε, γαμώ το ξόρκι μου, γαμώ,   ούτε να την κανείς δεν μπορείς , τι αδικία είναι αυτή .

Ξενερώνει πάει να βρίσει άλλα το μετανιώνει, ζητώντας συγχώρηση από τον μεγαλοδύναμο Αλλάχ.  Περίτεχνα αδειάζει τον υποθάλαμο και το  λούγκερ  ξαναγίνεται χέρι με δάκτυλά και οστά.

Ξαναζητάει συγνώμη από τον θεό και την Τζοκόντα, ντύνεται και βγαίνει στην βροχή κατηφορίζοντας προς την λίμνη, στο χέρι κρατώντας δυο βιβλία του Νίτσε, το «ανθρώπινο πιο ανθρώπινο», και το βούληση για δύναμη και τον φασματικό του μικρό υπολογιστή.

Σκέπτεται να περάσει από το baba Αλί και να του δώσει ένα ακόμη πιο αποτελεσματικό ξόρκι. Κατηφορίζοντας κάθετε να ξαποστάσει κάτω από ένα πλάτανο , δίπλα στο τζαμί του καλού πασά. Ανοίγει τον φασματικό υπολογιστή και έρχεται σε επαφή με το φασματικό ίχνος του αγαπημένου του δερβίση.

Κουβέντα, στην κουβέντα , ηρέμησε η ψυχή του, χαλάρωσε το σώμα του, μαλάκωσε η καρδία του.  Άρχισε να σουρουπώνει, ο δερβίσης κλείνει την φασματική επικοινωνία τους, θυμίζοντας τους στίχους του     Καβάφη:

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Τον ευχαρίστησε και με μια αγαλλίαση έγειρε και αυτός τον πρόσωπο του στην καρέκλα και δεν ξαναξυπνησε, μα κανείς δεν βρήκε και το σώμα του.

Λίγους μήνες αργότερα μια θολή φωτογραφία τραβηγμένη από το ένα δορυφόρο τον έδειχνε να περπατάει μέσα στην λίμνη σαν φάντασμα η φαντασία, μαζί με την Τζοκόντα του αγκαλιά.

Η μαγεία αυτή η υπέροχη μορφή ζωής «δείχνεται δεν λέγεται»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *