Sufir3d

ερευνώντας τις δυνατότητες και τις ενέργειες που γεννάει η εποχή μας

Το «Πολυτεχνείο», η εποχή του και το πνεύμα του

by Δημήτρης Αργυρός on 22 Νοεμβρίου 2017

κείμενο μου στο ΜΠΑΚΙΡΙ

Από πολλές πλευρές, υπάρχει η αίσθηση ενός τέλους. Όχι του τέλους της ιστορίας ή της αριστεράς, αλλά  του τέλους μιας εποχής, το τέλος μιας ιστορικής φάσης. Υπάρχει η αίσθηση μιας μετάβασης, όχι προς κάτι άγνωστο,  αλλά κυρίως προς κάτι σκοτεινό, προς κάτι βάρβαρο. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν κάποιες ημερομηνίες ορόσημα, κάποια καθοριστικά ιστορικά γεγονότα που δείχνουν πως τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν, πως τα πράγματα μπορούν να πάνε αλλιώς.

Μια τέτοια ημερομηνία ορόσημο, ένα τέτοιο καθοριστικό ιστορικό γεγονός, μια τέτοια στιγμή γενικευμένης εξέγερσης, μια μη-κανονικότητα που έσπασε την κανονικότητα, υπήρξε το πολυτεχνείο του 1973. Η παλλαϊκή εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν έριξε την χούντα, προκάλεσε κάτι σημαντικότερο. Έκλεισε το δρόμο σε μια ελεγχόμενη -αυταρχική- αστική δημοκρατία, όπως ήταν το πολιτικό πείραμα της κυβέρνησης Μαρκεζίνη. Σε αντίθεση με την Τουρκία ύστερα από την δικτατορία Εβρέν, ο Οζάλ αλλά και η σημερινή κατάσταση πραγμάτων είναι αποτέλεσμα αυτής της ελεγχόμενης μετάβασης από την δικτατορία στην δημοκρατία. Ή την μεταφρανκική Ισπανία, όπως βλέπουμε και στα σημερινά γεγονότα στην Καταλονία.

Το πολυτεχνείο «γέννησε» την μεταπολίτευση. Η μεταπολίτευση ήταν η περίοδος μιας νέας οργάνωσης των ταξικών σχέσεων και αντιπαραθέσεων, ενσωμάτωσης και περιθωριοποίησης των λαϊκών και εργατικών τάξεων. Ένας τρόπος, ένα «παράδειγμα» μορφών διακυβέρνησης, με χαρακτηριστικό την συναίνεση και την ενσωμάτωση, κυρίως  το «καρότο» και λιγότερο το «μαστίγιο», μια πολιτική που την ακολούθησαν όλες οι δεξιές και «σοσιαλιστικές» κυβερνήσεις.

Η μεταπολίτευση άνοιξε με τους άγριους ακηδεμόνευτους κοινωνικούς- εργατικούς αγώνες των πρώτων 4 χρόνων, μέχρι η νέα εκδοχή του συστήματος να αρχίσει να ελέγχει το πολιτικό παίγνιο και τους όρους παραγωγής και αναπαραγωγής, και τελείωσε με την μετάβαση στην εποχή των μνημονίων, την εποχή που ένα νέο «παράδειγμα» μορφών διακυβέρνησης πήρε την θέση του παλαιού, με κύρια χαρακτηριστικά αυτή την στιγμή  το «μαστίγιο» και όχι το «καρότο».

Η διαφορά δεν βρίσκεται στο ζήτημα του «υποκειμένου», στη δύναμη, την ισχύ και την συνειδητοποίησή του,  αλλά στην σχέση του «υποκειμένου» με την «αντικειμενικότητα», με πρωτοκαθεδρία το πεδίο της «αντικειμενικότητας», και την «υποκειμενικότητα» να παίζει όμως τον καθοριστικό ρόλο.

Από την χούντα στο πολυτεχνείο

Η δεκαετία του 1960 ήταν μια ιστορική περίοδος βιομηχανικής και οικονομικής επέκτασης του κεφαλαίου, στα πλαίσια του Ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, με ένα νεανικό προλεταριάτο να πρωταγωνιστεί στην παραγωγική διαδικασία και στις διαδικασίες εργατικής και πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης, πόσο μάλλον που σε μεγάλο βαθμό είναι τα παιδιά του ΕΑΜικού λαού.

Την ίδια στιγμή αυτό το νεανικό προλεταριάτο,  αλλά και ο ΕΑΜικός λαός, ήταν εκτός πολιτικής, εκτός των δομών της πολιτικής εκπροσώπησης, απόρροια  του δεξιού μεταεμφυλιακού αυταρχικού κράτους. Αυτή η αντίφαση, αυτή η αδυναμία ενσωμάτωσης και εξαγοράς, και σε αντίδραση προς αυτήν την κατάσταση πραγμάτων, γεννήθηκε η πολιτική και πολιτιστική άνοιξη της δεκαετίας του 1960, με κορύφωση τα γεγονότα του 1965, τα Ιουλιανά, και αυτή η υπέροχη πολιτιστική δημιουργία, που ακόμη και σήμερα μιλάει στην καρδιά του λαού.

Το μεταεμφυλιακό πολιτικό σύστημα αδυνατούσε να μεταρρυθμιστεί  και να ανανεωθεί. Να ανοίξει δηλαδή τις δομές του, ενσωματώνοντας αυτό το νεανικό προλεταριάτο και τον κόσμο της αριστεράς και του ΕΑΜ. Στα ερωτήματα για τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, την μοναδική απάντηση που έδινε ήταν η καταστολή, η αστυνομία και ο στρατός. Πόσο μάλλον που ο στρατός έπαιζε ένα σημαντικό και πρωταγωνιστικό  ρόλο στα πολιτικά πεπραγμένα.

Το πολιτικό και ταξικό χάος έβρισκε ως -συστημική και συνάμα μικροαστική- απάντηση στο πότε θα κάνει την κίνηση ο στρατός. Στις μεγάλες εξεγερσιακές διαδηλώσεις του ’65, οι αστικές φυλλάδες ρωτούσαν πότε θα βρεθεί ένας δεκανέας. Μάλλον έμειναν ευχαριστημένοι όταν τους βγήκαν συνταγματάρχες, προλαβαίνοντας την χούντα των στρατηγών, που ετοίμαζε το παλάτι και οι Αμερικάνοι. Με την αριστερά, την ΕΔΑ, να πιάνεται με τις πυτζάμες, πιστεύοντας πως δεν θα γίνει πραξικόπημα, όπως έγραφε η εφημερίδα ΑΥΓΗ.

Η χούντα, παρά την καταστολή στις αριστερές-αστικοδημοκρατικές δυνάμεις, εφάρμοσε μια πολιτική ενσωμάτωσης του λαϊκού παράγοντα, μια πολιτική μικροαστικοποίησης του, απόρροια μιας εποχής που ο καπιταλισμός είχε να «δώσει». Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν με την παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση των αρχών του ’70, ανοίγοντας την εποχή της πλέον βαθιάς κρίσης του συστήματος, που οδήγησε στην μετάβαση σε ένα νέο στάδιο ανάπτυξης και κρίσης του καπιταλισμού.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, με τα «δάνεια» και τις χάρες στους μικροαστούς να στερεύουν, ο χουντικός απολυταρχισμός και η αστυνομοκρατία δεν μπορούσαν να δώσουν απαντήσεις. Ήρθε η εποχή της φιλελευθεροποίησης του χουντικού συστήματος. Την ίδια στιγμή, τα πανεπιστήμια μετατρέπονταν σε μαζικά νεολαιίστικα κέντρα, ως αποτέλεσμα της κεφαλαιοκρατικής ανάγκης για μορφωμένους και καταρτισμένους εργαζόμενους. Μαζικά νεολαιίστικα κέντρα, επιρρεπή σε αριστερές και ριζοσπαστικές ιδέες, ιδέες που έβλεπαν πέρα από την χούντα, ίσως και πέρα από το καπιταλισμό.

Το πολυτεχνείο και η εξέγερση του ήταν αποτέλεσμα της συνάντησης των επαναστατικών αριστερών ιδεών και πρακτικών, με τα μαζικά φοιτητικά ακροατήρια, και ένα τμήμα του νεανικού εργοστασιακού προλεταριάτου. Η εξέγερση που γενικεύτηκε σε όλη την χώρα σήμανε το τέλος της φιλελευθεροποίησης, της «δημοκρατίας» του Παπαδόπουλου, και έφερε την χούντα του σκοτεινού Ιωαννίδη. Η αριστερά που προέρχεται από την ΕΔΑ, θεώρησε πως η αποκοτιά του πολυτεχνείου, οδήγησε σε μια πιο αυταρχική χούντα, μα οι εξελίξεις και πάλι την διέψευσαν. Το πραξικόπημα στην Κύπρο οδήγησε στην Τουρκική εισβολή και στην ανατροπή της χούντας των συνταγματαρχών.

Έφτασε η ώρα των πολιτικών λύσεων, των συμβιβαστικών απαντήσεων, των συναινετικών πολιτικών, και έφτασε η ώρα μιας νέας συνολικής πολιτικής ρύθμισης, που θα ενσωματώνει όλες τις πολιτικές δυνάμεις που σέβονται το αστικό σύνταγμα, και κατά συνέπεια και το ΚΚΕ. Κατά μια έννοια πρόκειται για συνέχεια του παλαιού καθεστώτος, μια αλλαγή φρουράς, όπως κατήγγειλαν αριστερές ριζοσπαστικές δυνάμεις εκείνης της εποχής. Μα δεν ήταν έτσι ∙ από την μια οι ανάγκες της αναπαραγωγής του συστήματος, αλλά και η παρέμβαση της αριστεράς, του εργατικού κινήματος, του αντισυστημικού κινήματος, από την άλλη η παρέμβαση των δομών και των «μορφών ζωής» του ριζοσπαστισμού της μεταπολίτευσης, έδειχναν πως έχουμε περάσει σε μια άλλη εποχή.

Μεταπολίτευση

Έφτασε η περίοδος μιας νέας συνολικής πολιτικής ρύθμισης, με το κράτος σε μοχλό ανάπτυξης και όχι μόνο καταστολής, μια πολιτική που υπηρέτησε με συνέπεια τόσο ο Κ. Καραμανλής, όσο και -συνεπέστερα- ο Α. Παπανδρέου.

Η χρησιμοποίηση του κράτους σε μοχλό ανάπτυξης, μάλλον λειτουργούσε παράκαιρα, σε μια εποχή που άρχισαν να φυσούν νεοφιλελεύθεροι αέρηδες, άλλα ήταν μια συστημική αναγκαιότητα κεφαλαιακής ανασυγκρότησης και συγκεντροποίησης. Σε μια περίοδο που παγκόσμια άλλαζε το παραγωγικό «παράδειγμα», αυτό δεν συνεπάγεται πως τους ίδιους ρυθμούς έπρεπε να ακολουθούν όλες οι χώρες του κέντρου, πόσο μάλλον της περιφέρειας ή των αδυνάτων κρίκων του ιμπεριαλιστικού κέντρου.

Παράλληλα, το κράτος λειτουργούσε και ως πελατειακός κομματικός βραχίονας ή και ως πεδίο άσκησης κοινωνικής πολιτικής. Βέβαια έπρεπε να περιμένουμε τον Α. Παπανδρέου για να ενσωματωθεί στις κρατικές δομές τόσο ο κόσμος της αριστεράς, όσο και οι πλατιές λαϊκές μάζες.

Συνολικότερα όμως, σε επίπεδο ταξικών διαρθρώσεων, ταξικών συνθέσεων, και ταξικών παραδειγμάτων, το νεανικό προλεταριάτο που βρέθηκε στα οδοφράγματα και στις απεργίες της μεταπολίτευσης, στην πλειοψηφία του μεταμορφώθηκε στην εργατική αριστοκρατία των ΔΕΚΟ της Πασοκικής περιόδου. Ενώ οι φοιτητές των πανεπιστήμιων στην περίοδο της χούντας ή της μεταπολίτευσης έγιναν τα επιστημονικά μεσαία κοινωνικά στρώματα, τμήμα της αστικής τάξης ή τμήματα του κράτους και του δημοσίου.

Από την άλλη πλευρά, το πολυτεχνείο απελευθέρωσε πλείστες επιθυμίες ελευθερίας και δημοκρατίας, που συντάθηκαν με το αριστερό και αντιεξουσιαστικό ριζοσπαστισμό. Μίλησα και πιο πάνω για την λαϊκή και εργατική ριζοσπαστικοποίηση, για τους ακηδεμόνευτους εργατικούς αγώνες, για  τον ριζοσπαστικοποιημένο εργοστασιακό συνδικαλισμό των τεσσάρων πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης.

Όλο αυτό το παραπάνω πεδίο και μέτωπο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων κράτησε -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- άσβεστη την ιδέα και την πρακτική της εξέγερσης, έως και το 2008, που από τότε έχουμε άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Ταυτόχρονα έπαιξε -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- καθοριστικό ρόλο στην λαϊκή και εργατική αντίσταση στα χρόνια της νεοφιλελεύθερης αντιμεταρρύθμισης. Βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα στις αρχές του 2000 με αφορμή την εξάρθρωση της 17Ν, και δυστυχώς ένα τμήμα του γοητεύτηκε και απογοητεύτηκε στα τελευταία χρόνια με τον αριστερό κυβερνητισμό τύπου ΣΥΡΙΖΑ.

Ενώ είναι μάλλον μηδενιστικό να λέμε πως η γενιά του πολυτεχνείου στην ολότητά της ενσωματώθηκε και είναι η γενιά που ευθύνεται για τα πλείστα άσχημα που ζούμε, τμήμα αυτής της γενιάς είναι αυτή που μας εξουσιάζει, που μας κυβερνά ή που μας εκμεταλλεύεται ως τμήμα της άρχουσας τάξης. Από την άλλη πλευρά, ένα άλλο τμήμα συνέχιζε ή και συνεχίζει να βρίσκεται στα «οδοφράγματα».

Η πλειοψηφία της γενιάς του πολυτεχνείου ιδιώτευσε∙ κάποιες ελάχιστες στιγμές βρέθηκε στο «δρόμο», ιδιαίτερα σε κρίσιμες ιστορικές περιόδους, π.χ. το ασφαλιστικό του Γιαννίτση, ο Δεκέμβρης του 2008, η μάχη ενάντια στα μνημόνια 2010-14.

Και τώρα

Με φιλοσοφικούς Εγελιανούς όρους, το πολυτεχνείο νίκησε γιατί ήταν η εποχή του. Και όταν η εποχή αλλάζει, ένα άλλο πολυτεχνείο πρέπει να γίνει η εποχή του. Κάποια άλλα θρασίμια πρέπει να αναμετρηθούν με τις προκλήσεις και προσκλήσεις της εποχής. Να ενωθούν με το δυνάμει για να γίνουν τον «κάθ΄ αυτό» -«δια αυτό», να καταστρέψουν για να δημιουργήσουν.

Το να είναι τελικά κανείς η εποχή του, δεν σημαίνει τίποτε άλλο από το να αγωνίζεται και τελικά να πραγματώνει την επόμενη φάση της εκδίπλωσης της αυτοσυνειδησίας της ελευθερίας. Και αυτό δεν έχει ένα τέλος, μια συμφιλίωση σε ένα υποκειμενικό πνεύμα που δομεί ένα κράτος. Είναι μια διαρκής και αδιάκοπη επαναστατική διαδικασία, ένα ανοικτό διακύβευμα… Με το αρνητικό κάθε φορά να καταστρέφει, να συναντάται με το -κάθε φορά- δυνάμει, και να οικοδομεί την νέα μορφή του αρνητικού πνεύματος.

Αν υπάρχει ελπίδα σε αυτό τον τόπο, αν υπάρχει ελπίδα σε κάθε τόπο, δεν οφείλεται στους νοικοκυραίους που κάθονται φρόνιμα, δεχόμενοι με υπομονή το βούρδουλα της εξουσίας. Οφείλεται στους κουζουλούς, τους αλήτες και  τα θρασίμια που χαλάνε την «σιωπή των αμνών» και τα κάνουν μπάχαλο.

Δημήτριος Αργυρός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *