Διαλεκτική: Από τον Ζήνωνα στον Μαρξ [ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ]

Από το ΜΠΑΚΙΡΙ

Δημοσιεύω την συνέχεια του κειμένου για την διαλεκτική το πρώτο μέρος εδώ 

Από το μεσαίωνα στην σύγχρονη εποχή

Στα πλαίσια του τόσο ενδιαφέροντος, παραγωγικού, όσο και σκοτεινού μεσαιωνικού κόσμου η κυριαρχία του δογματικού μεσαιωνικού Αριστοτελισμού υποβαθμίζει την διαλεκτική. Παρόλα αυτά, στο νεοπλατωνισμό – και εδώ πρέπει να γίνει μνεία στο Πλωτίνο και Πρόκλο- που  κράτησαν  την διαλεκτική φλόγα ζωντανή.

 Η διαλεκτική του Πρόκλου και του  Πλωτίνου  σε μεγάλο βαθμό συγγενεύει με την διαλεκτική του Χέγκελ, και η παραπάνω θεώρηση του Πρόκλου και  Πλωτίνου, μέσα  από νεογνωστικές προσλήψεις, πέρασε στους μυστικούς του μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Όπως λόγου χάρη ο   Μ. Εκαρτ ή όπως ο  Γ. Μπέμε, που ο Χέγκελ που τον περιέλαβε στις διαλέξεις του για την ιστορία της Φιλοσοφίας.

Κυρίως, και με μεγάλο τίμημα, οι μυστικοί του μεσαίωνα,  και τα ελεύθερα πνεύματα, όπως ο Τ. Μπρούνο, επιχείρησαν να σπάσουν τον θρησκευτικό δογματισμό. Στο μεσαίωνα η δύναμη της άρνησης αποκτά χαρακτήρα θετικής ενέργειας του γιγνώσκειν, με την διαλεκτική να είναι στο κέντρο του μυστικισμού και της αποφατικής φιλοσοφίας.(Χ. Μαρκούζε , περί διαλεκτικής, σ 21).

Καντ

Ήδη στο Ρουσώ διάκρινε το απόλυτο μες στη ελευθερία. Ο Καντ διατύπωσε την ίδια θέση αλλά πιο θεωρητικά… Στην Γαλλία ο φανατισμός της ελευθερίας όταν παραδόθηκε στο λαό κατέστη ανατριχιαστικός.  Στην Γερμανία υπήρξε συνειδητοποίηση της ελευθερίας αλλά ακολούθησε θεωρητικό δρόμο. Έχουμε και εμείς ζιζάνιο στο μυαλό αλλά  ο Γερμανός αντί να φορέσει την σκούφια του  στραβά, μάλλον προτιμάει τον νηκτικό πίλο και πέφτει για ύπνο ώστε να επεξεργαστεί τις καταστάσεις με αργούς ρυθμούς. Χέγκελ(Γ. Χέγκελ , Ιστορία της Φιλοσοφίας, σ 1105)

Ο Χέγκελ στο παραπάνω μότο, με ένα γλαφυρό τρόπο, είναι να σαν περιγράφει την ζωή του Καντ, αυτού του τρομερού πειθαρχημένου, αν και κάπως  υπέρμετρα στυφνού, φιλοσοφικού πνεύματος. Ο Χέγκελ αποδέχεται πως στο Ι. Καντ  η διαλεκτική υπέστη αποφασιστική μεταβολή. Συνεχίζοντας την παράδοση του Σωκράτη και των Στωικών ξεκινά από το επίπεδο του υποκειμένου, σε ακόμη ψηλότερο επίπεδο σε σχέση με το Σωκράτη και τους Στωικούς.

Η  Καντιανή Φιλοσοφία- κατά τον Χέγκελ-  παρίσταται ως ο μεθοδικός και θεωρητικός διαφωτισμός σύμφωνα με το οποίο δεν υπάρχει αλήθεια(το πράγμα καθεαυτό), μα μόνο τα φαινόμενα, κρατώντας την σε μια υποκειμενική πεπερασμένη άποψη. Ανάγει την ουσιαστικότητα στην αυτοσυνείδηση,  αλλά δεν μπορεί να τις δώσει πραγματικότητα,

Ο Καντ μπορεί να επέφερε πλήγμα στο νοησιαρχική μεταφυσική, μα την αντικατέστησε με ένα υποκειμενικό δογματισμό που δεν επιτρέπει την αναζήτηση της ενότητας καθεαυτό/ διεαυτό.

Στον Ι. Καντ και μέσα από την οπτική του Χέγκελ έχουμε ένα  ανοικτό πράττειν του Λόγου στο πεδίο της κριτικής θεωρίας και της υπερβατολογικής θεώρησης του καθαρού λόγου ( Χ. Μαρκούζε , περί διαλεκτικής, σ 22).

Στην Καντιανή διαλεκτική από την οπτική του υποκειμένου έχουμε την κατανόηση τόσο της θετικής πλευράς όσο  και την κατανόηση της άρνησης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο λόγος να εμφανίζεται με αντιφάσεις, καταδεικνύοντας τις  αντινομίες του καθαρού λόγου.

Στο Ι. Καντ η διαλεκτική – στα πλαίσια μιας υπερβατολογικής θεώρησης- επανατοποθετείται το επίπεδο του ερωτήματος του όντος, του ερωτήματος της γνώσης και συνδέεται με τις αντιφάσεις του λόγου που είναι απόρροια της πολύπλοκης δομής του.  Στο νεαρό καντιανό Βιτγκενστάιν θα λέγαμε πως συνδέεται με τα «καρούμπαλα» του λόγου που θα πρέπει να ξεπεράσουμε.

Ο όρος διαλεκτική στο Καντ έχει μια διττή σημασία: Από την μια ακολουθώντας τον Αριστοτέλη  κατανοεί την διαλεκτική ως λογικά γυμνάσια και από την άλλη όπως και πιο πάνω είπαμε έχει μια υπερβατολογική οπτική, με στόχο να υπερασπιστεί το λόγο και την νόηση από τα σοφίσματα.

Σε αυτό το επίπεδο εμφανίζονται  4 αντινομίες: 1) θέση: ο  κόσμος έχει ως προς το χρόνο και το χώρο μια αρχή, αντίθεση:  ο κόσμος το χρόνο και το χώρο είναι άπειρος, 2) θέση: όλα μέσα στο κόσμο συνίσταται από το απλό αντίθεση: όλα μέσα στο κόσμο συνίσταται από το σύνθετο, 3) θέση: στο κόσμο υπάρχουν αίτια δ΄ ελευθερίας  αντίθεση:  δεν υπάρχει ελευθερία όλα είναι φύση, 4) θέση: Στην  σειρά των αιτιών του κόσμου υπάρχει ένα αναγκαίο ον, αντίθεση:  Σ΄ αυτήν δεν υπάρχει τίποτε αναγκαίο, αλλά σε αυτήν τη σειρά είναι όλα τυχαία. ( Κ. Ράντης, Εισαγωγή στη διαλεκτική, Από τον Πλάτωνα ως τον Μαρκούζε,  σ  94, 97).

Άπειρες οι διενέξεις  και οι συζητήσεις για τα ζητήματα που ανέδειξε η διαλεκτική του Καντ, διενέξεις και συζητήσεις που εν πολλοίς καθόρισαν και καθορίζουν την μοντέρνα φιλοσοφία. Σε αυτό το σημείο μόνο δυο σχόλια:

α)  Στον Καντ η διαλεκτική συνδυάζεται με το υποκείμενο, το λόγο του υποκειμένου, την ελευθερία του υποκειμένου, και από  αυτή την οπτική παραμένει φωτισμένο αν και στύφνο τέκνο του διαφωτισμού.

β) Για τον Καντ είναι αδύνατον ο καθαρός λόγος να γνωρίσει το «πράγμα καθεαυτό», δηλαδή δεν μπορούμε παρά να γνωρίσουμε τα φαινόμενα και όχι το αληθινό όν. Για αυτό το λόγο δεν μπορούμε ως υποκειμενικότητες, παρά να είμαστε μόνο ηθικά ελεύθεροι, δεν μπορούμε, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να υπερβούμε τη σιδερένια αναγκαιότητα.

Αντίθετα για τον Χέγκελ είναι δυνατή η γνώση του «πράγματος καθεαυτού», είναι δυνατή η υπέρβαση της αναγκαιότητας, είναι δυνατή η κατάκτηση της ελευθερίας, μιας «διεαυτής και καθεαυτής» ελευθερίας, ενώ στο Καντ τίθενται μόνο στο επίπεδο του ηθικού κατηγορικού πράττειν.

Συνοψίζοντας ο Χέγκελ για την Καντιανή Φιλοσοφία στην Ιστορία της Φιλοσοφίας του θα πει πως στο Καντ θα συναντήσουμε την ιδέα της νόησης που έχει μέσα την διαφορά πρακτικού και θεωρητικού λόγου, αλλά ως μια αφηρημένη σχέση.

 Αυτό την οδηγεί τελικά να παραιτηθεί από τον ορθό λόγο και να μείνει μια εντελώς νοησιαρχική φιλοσοφία, που δεν της επιτρέπει ή την αποτρέπει  να γνωρίσει σε βάθος, στην ολότητα του,  το «καθεαυτό είναι».

Η διαλεκτική στην  φιλοσοφία του Έγελου

«Η δικαιοσύνη είναι η απόλυτη δύναμη/ εξουσία πάνω στο πεπερασμένο. Η καλοσύνη είναι η ύπαρξη του απόλυτου μέσα στο πεπερασμένο» Γ. Χέγκελ, Τι είναι διαλεκτική, εκ. Ηριδανός, σ 124)

Στο Χέγκελ σε σχέση με την διαλεκτική του Καντ ή του Φίχτε έχουμε μια τομή και όχι συνέχεια. Βέβαια από την δική του οπτική έχουμε την ολοκλήρωση και την υπέρβαση της φιλοσοφίας του Καντ και του Φίχτε. Έχουμε μια δυναμική αντιφατική και αντιθετική κίνηση της ολότητας,  με ένα ιδιαίτερο νέο ποιοτικό χαρακτηριστικό.

Αυτό το νέο ποιοτικό στοιχείο που έχουμε είναι η δύναμη του αρνητικού στο πεδίο της ενότητας και της θέασης υποκειμένου/ αντικείμενου, υπερβαίνοντας την υπερβατολογική/ ιδεαλιστική σφαίρα, αποκτώντας οντολογικά χαρακτηριστικά.( Χ. Μαρκούζε , περί διαλεκτικής, σ 30)

Στην πορεία της μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι  η αρνητικότητα αίρει, καταργεί αυτούς τους προσδιορισμούς που θέτει η διάνοια, ρευστοποιεί την αλήθεια, ενοποιεί σε ένα ανώτερο βαθμό το καθολικό και το σχετικό. Κατά αυτό τον τρόπο κατανοεί, γνωρίζει και αναγνωρίζει  το «πράγμα κάθε αυτό» στην ενότητα του, στην διαλεκτική ενότητα του, με το «διεαυτό».

Η αρνητικότητας με την σειρά της, αφού συναντήσει την άρνηση της, αίρεται και μετατρέπεται σε θετική, δίχως να χάνει τις επιμέρους ποιοτικές διαφοροποιήσεις. Η ελευθέρια ως μια αρνητική υποκειμενική διάσταση μετατρέπεται σε αντικειμενική, και στην συνέχεια σε υποκειμενικά/ αντικειμενική, στο βαθμό που αποκτά αυτοσυνειδησιακά χαρακτηριστικά, μετουσιώνεται σε καθολική ελευθερία και αυτοσυνειδησία.

Η προσδιορισμένη ενότητα υποκειμένου/ αντικειμένου, η ενότητα της άρνησης που μετατρέπεται σε  άρνηση της άρνησης , η συγκεκριμένη έκφραση της συνειδητής καθολικής ελευθερίας κινείται στο πεδίο της παγκόσμιας ιστορίας.

Μόνο στο πεδίο της παγκόσμιας ιστορίας εμφανίζεται στην ολότητα η ελεύθερη ένωση υποκειμένου και αντικειμένου που δεν είναι  σκέπτεστε , αλλά δραστηριότητα, κίνηση, πράξη.

Η πράξη, η κίνηση και η δραστηριότητα  είναι τα εργαλεία, οι «μορφές ζωής» της εμφάνισης και της δραστηριότητας του παγκόσμιου ιστορικού πνεύματος, που μας χρησιμοποιεί, χρησιμοποιεί τις επιθυμίες και τα πάθη μας, για να εμφανιστεί στο πεδίο των μαχών του «δικαστηρίου της ιστορίας».

Στο Εγελιανό σύστημα του «καθαρού λόγου» το διαλεκτικό στοιχείο δεν συλλαμβάνει μόνο την αρνητική του πλευρά, συλλαμβάνει την ενότητα και την διαδικασία αρνητικού και θετικού που οδηγεί στην υπέρβαση και στην κατάφαση(  Κ. Ράντης, Εισαγωγή στη διαλεκτική, Από τον Πλάτωνα ως τον Μαρκούζε, σ 131), αποκτώντας ένα υποκειμενικά/ αντικειμενικό χαρακτήρα.

Στην διαλεκτική του Έγελου για να κατανοήσουμε ακριβώς τι συμβαίνει το υποστασιακό «καθεαυτό είναι» και το υποκειμενικό «διεαυτό είναι» εισδύουν το ένα στο άλλο δημιουργώντας μια αντιφατική/ αντιθετική ολότητα(Γ. Χέγκελ, Τι είναι διαλεκτική, εκ. Ηριδανός, σ 17).Μιλάμε για μια  αντιφατική/ αντιθετική ολότητα που κατανοεί, εξηγεί και τελικά αλλάζει την πραγματικότητα, κίνηση που στηρίζεται στα πεπραγμένα της και στις δυναμικές της χειραφέτησης.

Διανοίγοντας τον δρόμο προς το βασίλειο  της ελευθερίας που είναι ταυτόχρονα α)ανάγνωση, γνώση, αναγνώριση και συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας και  β) υπέρβαση της αναγκαιότητας.  Υπέρβαση της αναγκαιότητας που έχει ως βάση την γνώση, την ανάγνωση, την  αναγνώριση και την συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας. Πρόκειται για μια αντιφατική και αντιθετική διαλεκτική ενότητα πραγματικότητας/ δυνατότητας/ συνειδητότητας και αυτοσυνειδητότητας/ γνώσης/ βούλησης και επιθυμίας.

Εντός της διαλεκτικής πορείας, η ελευθερία και αναγκαιότητα συνυφαίνονται στη πορεία του πνεύματος, εκφράζοντας τις δυο πλευρές μιας ιστορικής διαλεκτικής νομοτέλειας. Το ζητούμενο- το φιλοσοφικά και πολιτικά ζητούμενο-  για τον Έγελο είναι η μετάβαση από την αναγκαιότητα στην ελευθερία, από την καθεαυτότητα στην διεαυτότητα. Μόνο που αν η καθεαυτότητα είναι το πεδίο της  αναγκαιότητας, η καθεαυτότητα/αναγκαιότητα λειτούργει ως διεργασία πραγμάτωσης της διεαυτότητας/ ελευθερίας.(Ν. Χρόνης, Ελευθερία και αναγκαιότητα ως κανονιστικές αρχές του πνεύματος, ιστορία και διαλεκτική 14ο διεθνές συνέδριο για το Χέγκελ, σ 110)

Η διαλεκτική δεν είναι τίποτε άλλο από κίνηση, μια εργασία, μια διενέργεια μετασχηματισμού, η πραγματικότητα που διαρκώς αλλάζει, μεταβάλλεται, εξελίσσεται, το ίδιο που γίνεται το άλλο, η ποσότητα που γίνεται ποιότητα, και στην συνέχεια η ποιότητα που γίνεται ποσότητα. Είναι το όμοιο που είναι τόσο διαφορετικό και μοναδικό και  το αντίθετο τους, το διαφορετικό και το μοναδικό που είναι στο βάθος ίδιο.

Διαλεκτική είναι αυτό που σπάει τους  φραγμούς και διαμορφώνει τις όχθες του ποταμού. Είναι  ο σπόρος που γίνεται καρπός για να ξαναγίνει λίπασμα που θα φιλοξενήσει το νέο καρπό. Είναι το παγκόσμιο πνεύμα που γίνεται φύση, τέχνη, ιστορία, γίνεται λόγος, γίνεται δικαστήριο της ιστορίας, γίνεται συνείδηση, πράξη, ελευθερία.

Διαλεκτική είναι η αρνητική δύναμη του σκεπτικισμού που αμφισβητεί τις κυρίαρχες αλήθειες, αμφισβητεί τον δογματισμό, αμφισβητεί την μεταφυσική και τον μυστικισμό. Ακόμη και αν – όπως στις μέρες μας- η μεταφυσική και μυστικισμό ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με τον επιστημονισμό, όπως θα αναλύσουν το εγελιανό αφήγημα του Κουν και το νεοεγελιανό αφήγημα  Φεγεράμπεντ. (Στο μοντέλο των Παραδειγμάτων του πρώτου η ενότητα και σύγκρουση των παραδειγμάτων οδηγεί στην κυριαρχία ενός παραδείγματος και στην συνέχεια στη κρίση και την ανάδειξη ενός παραδείγματος.  Ενώ στο Π. Φεγεράμπεντ οι συσχέτιση , ενότητα, η αντίθεση, και η διαφορά μεταξύ των παραδόσεων και των «μορφών ζωής» μας οδηγεί από τον σκεπτικισμό ως αρνητικότητα  στην κατάκτηση της γνώσης.).

Διαλεκτική είναι η καταστροφική δύναμη που στέλνει στο θάνατο  κάθε σύμβαση και συμβιβασμό, στέλνει στο θάνατο το πεπερασμένο, για να αναστοχαστεί το άπειρο, να αναστοχαστεί και να αγαπήσει το θεϊκό.  Και από αυτή την οπτική η δικαιοσύνη είναι η απόλυτη δύναμη επάνω στο πεπερασμένο και η καλοσύνη είναι η ύπαρξη του απόλυτου μέσα στο πεπερασμένο.

Η διαλεκτική είναι αυτός ο εσωτερικός μηχανισμός που μετατρέπει τις δυναμικές σε δυνάμεις και τις δυνάμεις σε πραγματικότητα, είναι η προσδιορισμένη  άρνηση που μετατρέπει τις δυναμικές, σε δυνάμεις, και τις δυνάμεις σε πραγματικότητα.

Ας σημειωθεί- σε σχέση με το παραπάνω- πως σύμφωνα με τον Δημήτρη Τζωρτζόπουλο το  διαλεκτικό τρίπτυχο:  άρνηση/ άρνηση της άρνησης και κατάφαση κατανοείται λανθασμένα ως θέση. αντίθεση, σύνθεση(  Γ. Χέγκελ, Τι είναι διαλεκτική, εκ. Ηριδανός, σ 130).   Και από αυτή την οπτική το «διεαυτό είναι» είναι η άρνηση και στην συνέχεια η άρνηση της άρνησης του «καθεαυτού είναι»,  που οδηγεί ή που παράγει ή που δημιουργεί ένα νέο ποιοτικό και ποσοτικό «καθεαυτό/ διεαυτό είναι».

Για να κατανοήσουμε την διαλεκτική πρέπει να κατανοήσουμε πως:

 α)  τα πράγματα κινούνται σε μια οντολογική βάση που περικλείει και το υποκειμενικό και το αντικειμενικό, που περικλείει την ενότητα και την αντίθεση τους.

 β)  τα πράγματα διαρκώς κινούνται και δεν μένουν σταθερά,  τα πράγματα όχι μόνο κινούνται αλλά αλλάζουν ποιοτικά και ποιοτικά και συχνότατα οι ποσοτικές διαφοροποιήσεις μετατρέπονται σε ποιοτικές.

γ)  όλα ξεκινούν από την άρνηση, μια άρνηση που δεν οδηγεί στο μηδενισμό, μια άρνηση που συναντάει την άρνηση του και η ενότητα τους οδηγεί σε μια προσδιορισμένη κατάφαση, από την προσδιορισμένη άρνηση στην προσδιορισμένη κατάφαση.

δ) η διαλεκτική είναι η ίδια η ζωή, κάθε τι ζωντανό ή κάθε τι κοινωνικό και οργανικό που ζει και εξελίσσεται.

Βέβαια αν στο Χέγκελ η ίδια η φύση είναι αλλοτρίωση, αλλοτρίωση του απόλυτου παγκόσμιου πνεύματος, στο Μαρξ έχουμε μια διαλεκτική μεταξύ ανθρώπου /ιστορίας/ κοινωνίας/ φύσης.

Διαλεκτική του Μαρξ

«Η φιλοσοφία βρίσκει στο προλεταριάτο τα υλικά της όπλα, όπως το προλεταριάτο βρίσκει στη φιλοσοφία τα πνευματικά του όπλα… Η κεφαλή της χειραφέτησης αυτής είναι η φιλοσοφία, καρδιά της το προλεταριάτο»

(Μαρξ – «Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας». Παπαζήσης – 1978. σελ. 30, 31) https://grassrootreuter.files.wordpress.com/2015/09/karlmarx-hegel-kratos-dikaiou.pdf

Στο τέλος αυτού του μικρού ταξιδιού μας στους άπειρους πλανήτες της διαλεκτικής θα συμφωνήσω με το αγαπητό Ευτύχη Μπιτσάκη που μιλάει για τους δρόμους της διαλεκτικής και όχι στο δρόμο της διαλεκτικής.

Η διαλεκτική ως ένα ανοικτό σύστημα, ως ένα ανοικτό οντολογικό σύστημα, ως μια οντολογική κίνηση της αντιφατικής ολότητας, ανοίγει πολλούς δρόμους και δημιουργεί πολλά σύμπαντα, σπάζοντας κάθε δογματισμό, κάθε μορφή δογματισμού, κάθε μορφή εξουσιολαγνείας.

Η αλήθεια και η πραγματικότητα είναι τόσο πολυεπίπεδη, αντιθετική και αντιφατική που μόνο η διαλεκτική κίνηση, αναγνώριση, ανάγνωση, και γνώση, δύναται να εξηγήσει, να κατανοήσει και να νοηματοδοτήσει.

Να το νοηματοδοτήσει με τρόπο αντικειμενικά/ υποκειμενικό, την πραγματική κίνηση, το γίγνεσθαι  που οδηγεί στην ανα-γνώση  του πράγματος «καθεαυτό», στην κατεύθυνση μιας διεαυτής καθεαυτότητας, στην κατεύθυνση της πραγμάτωσης της καθολικής χειραφέτησης.

Η γνώση και η αναγνώριση της συγκεκριμένης πραγματικής κίνησης βρίσκεται στο  επίκεντρο της διαλεκτικής του Κ. Μαρξ, πραγματική κίνηση που θα την ονομάσει κομμουνισμό, πραγματική κίνηση που αγωνίζεται για την διαλεκτική άρση της συγκεκριμένης στιγμής, που στην καθολικότητα της οδηγεί στην κατάργηση  των κοινωνικών τάξεων, οδηγεί στην αταξική κοινωνία, δηλαδή στο κομμουνισμό. Στο έργο και στην σκέψη του Κ. Μαρξ ο κομμουνισμός ως πραγματική κίνηση παρουσιάζεται και ως ενότητα προλεταρίου και φιλοσοφίας, ως ενότητα του όπλου της κριτικής με την κριτική των όπλων.

Η μαρξιστική διαλεκτική η αποδοχή της ή η άρνηση της, περιλαμβάνει ένα πολύμορφο και ευρύ αναλυτικό και σημασιολογικό φάσμα και μάλλον είναι δύσκολο να το καλύψουμε σε αυτό το  κείμενο.

Μια αναλυτικότερη παρουσίαση της μαρξιστικής διαλεκτικής θα επιχειρήσουμε μια άλλη στιγμή. Σε αυτό το κείμενο θα κάνουμε μια σύντομη παρουσίαση των βασικών θέσεων της μαρξιστικής διαλεκτικής.

1)Η διαλεκτική του Μαρξ και μαζί του Ένγκελς  είναι συνέχεια, τομή και ασυνέχεια της διαλεκτικής του Χέγκελ. Είναι η πλέον δημιουργική, ριζοσπαστικά δημιουργική, έκφραση  του ριζοσπαστικού ρεύματος των αριστερών εγελιανών, ένα ρεύμα που έδωσε  τα πρωτεία στην πράξη σε σχέση με  την καθαρή θεωρία, αν και οι αριστεροί εγελιανοί  έμειναν στα πλαίσια μιας δημοκρατικής ριζοσπαστικής κριτικής, πλην του  Μαρξ/  Ένγκελς. Η διαλεκτική των τελευταίων είναι η πλέον  φωτισμένη στιγμή της άρσης και της εξέλιξης της διαλεκτικής του Χέγκελ, είναι  η υλιστική αντιστροφή του Χέγκελ.

2)   Ποια όμως είναι η βασική διαφορά μεταξύ Εγελιανής και Μαρξιστικής διαλεκτικής; Η βασικότερη διαφορά είναι πως η Εγελιανή θεωρησιακή  διαλεκτική αποσκοπεί στην εκάστοτε «θεωρησιακή ενότητα» ενώ η Μαρξιστική αρνητική διαλεκτική αποσκοπεί στην «αποδόμηση της εκάστοτε φαινομενικής ενότητας»( Κ. Ράντης, Εισαγωγή στη διαλεκτική, Από τον Πλάτωνα ως τον Μαρκούζε, σ 174). Μια διαλεκτική σχέση που δεν επιδιώκει στην άρση και την κατάφαση των αντιθέτων αλλά στην καταστροφή της καπιταλιστικής κεφαλαιοκρατικής σχέσης. Η προσδιορισμένη διαλεκτική άρνηση κατανοεί τους μηχανισμούς και τις αντιφάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας  όχι για να την μετατρέψει σε ένα ορθολογιστικό μηχανισμό,  αλλά για  να την αποδομήσει. Από τον κόσμο των καπιταλιστικών αντιφάσεων, οδηγούμαστε στη παραγωγή των ταξικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών, στην φάση της κρίσης, και από την φάση της γενικευμένης κρίσης στην επαναστατική κατάσταση και στη στιγμή της επανάστασης.

3) Οι Μαρξ/  Ένγκελς αναζήτησαν τον «ορθολογιστικό» πυρήνα του Χέγκελ, η διαλεκτική του Χέγκελ που βρίσκονταν με το κεφάλι κάτω,  ξαναστήνετε στα πόδια της, αποκτώντας όμως ένα ολότελα νέο οντολογικό ποιοτικό περιεχόμενο, με την ζωή να καθορίζει την συνείδηση και όχι το αντίθετο. Κατά συνέπεια η αντίθεση μεταξύ Μαρξ και Χέγκελ είναι αντίθεση αρχής μη αναγωγική (Ε. Μπιτσάκης, οι δρόμοι της διαλεκτικής, εκδ. Άγρα, σ 23, 24, 25). Φυσικά έχουν γραφτεί τόμοι και τόμοι για να αποδείξουν το αντίθετο ή το αντίθετο των αντιθέτων, διευρύνοντας το πλαίσιο των μαρξιστικών ερμηνειών σε σχέση με τον Μαρξ και τον Χέγκελ. Η γκάμα τεράστια : από υπέροχες εγελιανές προσεγγίσεις του Γ. Λούκατς στην «ιστορία και ταξική συνείδηση» ή του Μαρκούζε στο «Λόγος και Επανάσταση» έως και τις αντιεγελιανικές προσεγγίσεις του  Αλτουσέρ και τις θεωρήσεις του Κ. Πρέβε για τον σχετικισμό μεταξύ ιδεαλισμού και υλισμού, τις θεωρήσεις του Κ. Πρέβε και για το μεταφυσικό υπόβαθρο του μαρξισμού.

4) Σε γενικές γραμμές όμως έχει και πάλι δίκαιο ο Ε. Μπιτσάκης όταν γράφει πως αν ο Χέγκελ ολοκληρώνει την ιδεαλιστική φιλοσοφία του Ηράκλειτου , Πλάτωνα, του Σπινόζα και του Καντ, ο Μαρξ με ένα υλιστικό τρόπο ολοκληρώνει μια μακρά υλιστική παράδοση που αρχίζει με τους προσωκρατικούς και τους  ατομικούς, ανανεώνεται με του νομιναλιστές και ολοκληρώνεται με τον σύγχρονο αστικό υλισμό. Είναι σαφής και μη αναγωγική η διάκριση υλισμού/ ιδεαλισμού μόνο που δεν μπαίνει σε μανιχαιστικά κουτάκια. Συχνότατα, όπως συμβαίνει και στην διαλεκτική του Χέγκελ- το επιβεβαιώνει και ο μαρξιστής Λένιν στα φιλοσοφικά του τετράδια- υπάρχει περισσότερος υλισμός σε ένα ευφυή ιδεαλισμό,  παρά σε ένα βλακώδη υλισμό.

5) Κωδικοποιημένα οι βασικές αρχές της διαλεκτικής του Μαρξ στο έργο του ίδιου  μάλλον δεν υπάρχουν, θα βρούμε ισχνές πρωτογενείς πηγές και δευτερογενείς αναφορές. «Ο Μαρξ δεν έγραφε ποτέ το Βιβλίο για την επονομαζόμενη Διαλεκτική Μέθοδο. Δεν υπάρχει κάποιο είδος γενικού διαλεκτικού σχήματος το όποιο θα έπαιρνε στη συνέχεια σάρκα και οστά κατά τη μελέτη μεμονωμένων ιστορικών συμβάντων, θα το διατυπώναμε μάλλον σε μια ισχυρότερη εκδοχή: Ο Μαρξ δεν ήταν δυνατό να συγγράψει μια «Μαρξιστική Διαλεκτική Λογική» η μέθοδο, ως αντίποδα, εξέλιξη η και ανάπτυξη της χεγκελιανής λογικής, μια και ο διαχωρισμός μεθόδου από αντικείμενο ερευνάς που το εν λόγω εγχείρημα υπονοεί, είναι ζήτημα προδιαλεκτικό η μάλλον συνιστά μια προβληματική εκτός διαλεκτικής». (http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=76)

6) Η ανθρώπινη ιστορία κατά τον κ. Μαρξ είναι προϊόν της ταξικής πάλης και όχι της αποκάλυψης του παγκόσμιου πνεύματος, η φιλοσοφία γίνεται το εργαλείο της ταξικής πάλης και η ταξική πάλη το εργαλείο της φιλοσοφίας, και δεν είναι  του παγκόσμιου πνεύματος στο δρόμο προς την αυτοσυνειδησία του. Αν υπάρχει και στο βαθμό που υπάρχει, η διαδικασία της αυτοσυνειδησίας είναι προϊόν της αρνητικότητας του προλεταριάτου ως «τάξη για τον εαυτό» του στην καταστροφή του καπιταλιστικού κόσμου και στην οικοδόμηση του βασιλείου της καθολικής ελευθερίας. Σε αυτή του την εργασία του αρνητικού, σε αυτή την επαναστατική διαδικασία το προλεταριάτο- με ένα ανισόμετρο και συνδυασμένο τρόπο-  ενώνεται με την δομή της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Η   υλικότητα της ταξικής πάλης επικαθορίζει το πεδίο της επιστήμης και το πεδίο της φιλοσοφίας. Είναι όμως  σημαντικό να εμείνουμε και να επιμένουμε στο μη αναγωγισμό,  στα ασύμμετρα μεγέθη και στην ανισόμετρη και συνδυασμένη σχέση μεταξύ της ταξικής πάλης, της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Ενώ μάλλον θα συμφωνήσω με αυτούς που υποστηρίζουν πως στο  διαχωρισμό επιστήμης/ φιλοσοφίας/ μαρξισμού, στην διάκριση επιστήμονα και φιλόσοφου Μαρξ πχ Αλτουσέρ, υπάρχει μια θετικιστική διάκριση.

7) Από μια συγκεκριμένη  οπτική της υλιστικής μαρξιστικής διαλεκτικής μπορούμε να μιλάμε για 3 διαλεκτικούς νόμους (https://www.rizospastis.gr/story.do?id=641807) ή πιο σωστά τάσεις:

Α) Ο νόμος της ενότητας και της πάλης των αντιθέτων: Τόσο στην φύση όσο και στην κοινωνία ενυπάρχει μια ενότητα και πάλη των αντιθέτων, ενυπάρχει στην ίδια την ουσία των πραγμάτων όσο και στην σχέση μεταξύ των πραγμάτων. Η ενότητα συνδέεται και συνδυάζεται  με την αντίθεση μεταξύ των πραγμάτων και των σχέσεων τους, υπάρχει αλληλοσύνδεση και αλληλοαποκλεισμός, υπάρχει διαδικασίας ενοποίησης και διαχωρισμού. Διαδικασία που στο επίπεδο της κοινωνίας αποκτά ανταγωνιστικό χαρακτήρα: Στην πάλη των τάξεων όσο υπάρχει ενότητα μεταξύ των τάξεων το κεφάλαιο επικαθορίζει και κυριαρχεί επάνω στην εργατική τάξη. Στο διαχωρισμό  μεταξύ των τάξεων  υπάρχει ταξικός αγώνας, ταξική πάλη, και παραγωγή επαναστατικών συνθηκών. Ενώ στην φάση του φασισμού έχουμε την αντεπαναστατική παγίωση της κυριαρχίας του κεφαλαίου επάνω στην εργασία και την άρνηση της σχέσης μεταξύ των αντιθέτων και μεταξύ των κοινωνικών τάξεων.

 Β) Ο νόμος του περάσματος των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές: Δεν ημπορεί να υπάρξει κοινωνική εξέλιξη και φυσική μεταβολή, δίχως την αλληλεπίδραση ποσότητας και ποιότητας. Ανάλογα με την στιγμή της διαδικασίας η αλληλοσυσχέτιση ποσότητας και ποιότητας, οι ποσοτικές αλλαγές που θα υπάρξουν θα επιδράσουν στις ποιοτικές αλλαγές. Κατά συνέπεια ή θα έχουμε  άλμα που θα οδηγήσει σε μια ανοδική τροχιά ή θα έχουμε στασιμότητα ή θα έχουμε πισωγύρισμα ή και βύθισμα σε μια προηγούμενη φάση ή κατάσταση πραγμάτων.  Ο χαρακτήρας που παίρνει αυτή η διαδικασία συχνά είναι ακανόνιστος, πολύπλοκος, σίγουρα μη γραμμικός, μη-τελεολογικός και ταυτόχρονα και ασύμμετρα συνδυασμένος

Γ) Η άρνηση της άρνησης: Κάθε παγιωμένη κατάσταση και ειδικότερα όταν ολοκληρώσει την μετατροπή των δυναμικών σε  δυνάμεων και από εκεί σε κατάσταση πραγμάτων , μετατρέπεται σε ένα ιστορικό και κοινωνικό βαρίδι που θα πρέπει να αποσύρεται και τη θέση του να την παίρνει το νέο. Το νέο είναι αναγκαίο να αρνηθεί το παλαιό, είναι αναγκαίο να το καταστρέψει, είναι αναγκαίο  να αρνηθεί την αρνητικότητα του, είναι  αναγκαίο για να δημιουργεί μια θετική κατάσταση πραγμάτων.  Μέχρι το νέο να ξαναγίνει παλαιό, μέχρι το επαναστατικό να παγιωθεί και να μετατραπεί σε κατεστημένο και να γίνει αντεπαναστατικό.

8) Η θεωρία των μαρξιστικών επαναστάσεων είναι ο συνδυασμός και των 3 παραπάνω νόμων σε συσχέτιση με την δυνατότητα της μετατροπής  της αφηρημένης δυνατότητας σε συγκεκριμένη αναγκαιότητας. Αυτό συνεπάγεται μια πολύμορφη και πολυεπίπεδη ενδυνάμωση συγκεκριμένων παραγόντων και ταυτόχρονη εξασθένιση άλλων, καταλήγοντας στα πρωτεία του νόμου της ποσότητας σε ποιότητα.(Κ. Σκορδούλης, Φιλοσοφία και επιστήμη στα κείμενα του Λ. Τρότσκι, εκδ: Ίαμος, σ 74)

Αντί επιλόγου: μπροστά στο «δικαστήριο της ιστορίας»

Τόσο η ίδια η ζωή, όσο και οι  δρόμοι της διαλεκτικής δεν κλείνουν, γιατί αν κλείσουν πεθαίνουν.  Παραμένουν δρόμοι ανοικτοί, ανοικτοί και ανεκτοί  σε κάθε πρόσκληση και πρόκληση. Η διαλεκτική είναι ,και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά, η βάση κάθε ανοικτής και αφού είναι ανοικτής, ταυτόχρονα και ανατρεπτικής θεώρησης.

Ανοικτή, ανατρεπτική θεώρηση που επιχειρεί και αγωνίζεται όχι μόνο να ερμηνεύσει αλλά κυρίως να αλλάξει τον κόσμο.

Από αυτή την οπτική η διαλεκτική θεώρηση συνδέεται με το καθήκον, την βούληση και την επιθυμία των ενεργών υποκειμένων να σταθούν μπροστά στο «δικαστήριο της ιστορίας» και να κριθούν για όσα έπραξαν ή για όσα δεν έπραξαν για την υπόθεση της κοινωνικής και πολίτικης χειραφέτησης.

Μόνο μπροστά  στο «δικαστήριο της ιστορίας» δύναται να μετατραπούμε από  αντικείμενα εκμετάλλευσης σε υποκείμενα αγώνα,  σε υποκείμενα χειραφέτησης. Είτε εκπληρώσουν το ιστορικό τους χρέος/ καθήκον, είτε αποτύχουν λόγω υπέρτερων δυνάμεων,  θα χουν ξεφύγει από την  καθεαυτή μάζα και θα χουν περάσει στην όχθη της ενεργής διεαυτότητας.

Το ζητούμενο είναι να τολμήσουμε και να μετουσιώσουμε τις δυναμικές της χειραφέτησης σε δυνάμεις αγώνα, και ας μας πάρει αμπάριζα η ιστορία και η ισχύς των αντιπάλων.  Χαμένοι είναι μόνο όσοι δεν τολμούν, οριστικά χαμένοι μόνο όσοι δεν αγωνίζονται δεν πολεμούν. Άλλωστε η ήττα, η σήψη και ο θάνατος θα σε βρουν μόνο μια φορά, αν όμως έχεις παραιτηθεί είσαι, είμαστε ήδη νεκροί.

Ναι η διαλεκτική δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα προσκλητήριο συνεχούς και διαρκούς αγώνα. Είναι η επιλογή μας να τολμήσουμε να σταθούμε μπροστά στο «δικαστήριο της ιστορίας».

 Βιβλιογραφία

Αργυρός. Δ. , οι δυναμικές της χειραφέτησης, από το «δικαστήριο της ιστορίας, στους «ελευθέρους συνεταιρισμένους παραγωγούς», εκδ. οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2015

Δασκαλάκη. Μ., Διάλογος και διαλεκτική η επίδραση του Πλάτωνα στη συγκρότηση της εγελιανής  έννοιας της διαλεκτικής, Αλεξάνδρεια , 2017

Συλλογικό, Ιστορία και Διαλεκτική 14ο Διεθνές Συνέδριο Για τον Χέγκελ ,  εκδ. Γρηγόρη , 1982

Μαρξ. Μ , Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου, επιμ. Ν. Γιανναδάκης  μτφ. Μ. Λυκούδης, εκδ Παπαζήσης 1978

 Μαρξ. Κ, Διαφορά της δημοκρίτειας και επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας, επιμ, μτφ Π. Κονδύλης, εκδ. Γνώση, 1983

Μαρκούζε. Χ. , περί διαλεκτικής, επιμ, μτφ, κ. Ράντης, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2013

Μπιτσάκης. Ε., οι δρόμοι της διαλεκτικής, εκδ. Άγρα, 2003

Ράντης. Κ., Εισαγωγή στη διαλεκτική, Από τον Πλάτωνα ως τον Μαρκούζε, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2015

Σκορδούλης.  Κ., Φιλοσοφία και επιστήμη στα κείμενα του Λ. Τρότσκι, εκδ. Ίαμος, 1995

Χέγκελ. Γ., Φαινομενολογία του Νου,  προλ, μτφ, Γ. Φαράκλας , εκδ. Εστία, 2007

Χέγκελ.  Γ. , Ιστορία της Φιλοσοφίας, μτφ. Σ. Γιακουμής, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη ,2013

Χέγκελ Γ. , Τι είναι διαλεκτική,  επιμ. Σ. Ροζάνης, Δ. Τζωρτζόπουλος, μτφ Δ. Τζωρτζόπουλος , εκδ. Ηριδανός, 2016

Windelband. W. – Heimsoeth. H., Εγχειρίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας, μτφ : Ν. Μ. Σκουτερόπουλος   A’ τόμος, M.I.E.T. 1980, 4η έκδ. 2001

https://grassrootreuter.files.wordpress.com/2015/09/karlmarx-hegel-kratos-dikaiou.pdf

http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=76

https://www.rizospastis.gr/story.do?id=641807

outlet roermond

avatar

Δημήτρης Αργυρός

ΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ. ΑΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΘΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ . ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ . ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΤΟΠΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ. ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ.

Αφήστε μια απάντηση