και πως παίρνουμε μπροστά;

Το ερώτημα που θα με απασχολήσει ύστερα από την ψήφιση των προαπαιτούμενων για το νέο μνημόνιο και την συμφωνία για το μακεδονικό είναι το παρακάτω:
Πως δύναται να αλλαχτεί το τοπίο μέσα στις υπάρχουσες συνθήκες στο βαθμό που ισχύει η παρακάτω διαπίστωση;
Η αίσθηση που μου αφήνει η πολιτική συγκυρία είναι πως η σοβαρή δεξιά του Α. Τσίπρα, μια σοβαρή δεξιά που δεν μπορεί πάρα να προέρχεται από την αριστερά, ελέγχει απόλυτα το παιχνίδι.
Το ελέγχει και εκ δεξιών, το ελέγχει δυστυχώς και εκ αριστερών, το ελέγχει ως ένας σοβαρός μνημονιακός πολιτικός παίκτης που «καθαρίζει» με επιτυχία τις ΕΕυρωΑνταντικές πολιτικές.    
Της μεθοδολογίας
Δεν θα κουραστώ να επαναλαμβάνω πως το ταξικό πεδίο έχει προτεραιότητα σε σχέση με το εθνικό / διεθνικό και γεωπολιτικό πεδίο, καθώς αντανακλά και συναρθρώνει τις αλληλοσυσχετίσεις και της αλληλοδιαπλοκές της κυρίαρχης αντίθεσης κεφάλαιο-εργασία, σε σχέση με τις άλλα επίπεδα και πεδία.
 Το  κεφαλαίο και οι πολιτικοί εκφραστές ηγεμονεύουν και κυριαρχούν πρωτίστως στο πεδίο της κυρίαρχης αντίθεσης και ύστερα αυτό εκφράζεται και εκδηλώνεται και στα άλλα επίπεδα και πεδία.
Ηγεμονεύουν και κυριαρχούν σε ένα παγκοσμιοποιημένο επίπεδο, εντάσσοντας τις εθνικές εκδηλώσεις του, στα πλαίσια της παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής/ αναπαραγωγής.
Ενώ απέναντι στο κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου και των πολιτικών εκφραστών του, όπως του ΣΥΡΙΖΑ η απάντηση δεν μπορεί να είναι ο πολιτικός, κοινωνικός και πολιτισμικός εθνοκεντρισμός, ο οποίος είναι η άλλη πλευρά του καπιταλιστικού ιανού, και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις κινείται σε αντιδραστικότερη κατεύθυνση, όπως έχει δείξει και ο φασισμός/ ναζισμός.
Απέναντι στο  αστικό κοσμοπολιτισμό και στον εθνοκεντρισμό η απάντηση -δεν μπορεί πάρα να είναι – ένας σύγχρονος προλεταριακός διεθνισμός που θα θέτει ως στόχο την επαναστατική ενοποίηση των τμημάτων των καταπιεσμένων ανα περιοχή, χώρα, περιφέρεια.
Ποια η κατάσταση πραγμάτων;   
Έχουμε:
  • Έναν παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό που επιχειρεί με βαρβαρότητα να προσαρμόσει τα επιτεύγματα της επιστήμης, της τεχνολογίας και σύγχρονης παραγωγικότητας στα στενά πλαίσια των καπιταλιστικών σχέσεων. Αυτή η αντίφαση οδηγεί τα πράγματα σε μια βαθιά και αδυσώπητη συστημική κρίση,  που δεν έχει πάρα μόνο δυο  διεξόδους:  ή το παγκόσμιο σοσιαλισμό ή την παγκόσμια βαρβαρότητα.
     2) Την αδυσώπητη παγκόσμια σύγκρουση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και διεθνιστικών ολοκληρώσεων. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις επιχειρούν με εξίσου βαρβαρότητα να προσαρμόσουν τις παγκοσμιοποιημένες τάσεις στα στενά εθνικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα τους.
    3) Η σύγκρουση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε αυτή την φάση της αντιπαράθεσης γίνεται δια αντιπροσώπων. Εθνικοί και διεθνείς, κρατικοί , παρακρατικοί, εθνικοαπελευθερωτικοί και θρησκευτικοί «πράκτορες»-  σφάζουν και να σφάζονται- τόσο  για τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών, όσο και για αστικά και σεχταριστικά συμφέροντα. Πρόκειται για μια κατάσταση πραγμάτων που θέτει την παγκόσμια ειρήνη σε πραγματικό κίνδυνο.
  4) Παράλληλα σε αγαστή σύμπνοια οι κυρίαρχες συστημικές δυνάμεις- μες στην πολυσυνθετικότητα των δικτύων τους- μετασχηματίζονται σε βιοπολιτικοι ελεγκτές των παγκοσμιοποιημένων προλεταριακών σωματικών ροών.  Τόσο σε εθνικό, διεθνικό και παγκόσμιο επίπεδο οι δομές πειθάρχησης των προλεταρίων έχουν μετασχηματιστεί σε ευέλικτες δομές του βιοπολιτικού έλεγχου ενός ευέλικτου κοινωνικού εργοστασίου. Και πάλι  όμως- παρά και ενάντια στο βιοπολιτικό έλεγχο- είναι φανερό σε γενικές γραμμές πως είναι αδύνατος ο καθολικός και απόλυτος έλεγχος τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνικό επίπεδο.   Ειδικότερα στο βαθμό που η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μειώνει την εργασία που απαιτείται και αυτό έχει ως συνέπεια εκατοντάδες εκατομμύρια προλεταρίων να μην μπορούν να τους εκμεταλλευτούν στο βαθμό που θα έπρεπε και ταυτόχρονα να ζουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχιας. Αυτή η κατάσταση πραγμάτων τους οδηγεί στο να μετατραπούν σε  «πράκτορες» των  σεχτών, της τάξης, του μηδέν  ή και του χάους.
  5) Η χώρα μας βρέθηκε στο μάτι του κύκλωνα της παγκόσμιας κρίσης και επιλέχτηκε ως ένα  πειραματόζωο για το διεθνές και εθνικό κεφάλαιο.  Ύστερα από ένα έντονο κύκλο κοινωνικών αγώνων και κοινωνικών αντιδράσεων, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μια κυβέρνηση που βγήκε μέσα από αυτό το κύκλο των κοινωνικών αγώνων και κοινωνικών αντιδράσεων, την οδηγείσαι να είναι ο   καλύτερος μαθητής του διεθνικών και ΕΕρωκρατικών καπιταλιστικών κύκλων, αναβαθμίζοντας τον ρόλο της χώρας μας ως ένας «πράκτορας» τους
  6)  Ο ΣΥΡΙΖΑ αυτή η σοβαρή δεξιά είναι ένα μεταμοντέρνο κόμμα/ δίκτυο της μνημονιακής εποχής του ολοκληρωτικού καπιταλισμού έχει ενσωματώσει δεξιά και αριστερά τμήματα.  Στην παρούσα συγκυρία έχει καταφέρει να απονευρώσει και να διαλύσει το ρωμαλέο εργατικό και λαϊκό κίνημα που είχε αναπτυχτεί τη περίοδο 2010-15, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν σοβαρές αντιστάσεις σε αυτή τη κατάσταση πραγμάτων, όπως έδειξαν και οι τελευταίες κινητοποιήσεις για  τα προαπαιτούμενα.
7) Είναι ανοικτό, εάν οι κυρίαρχοι κύκλοι θα συνεχίσουν να στηρίζουν ΣΥΡΙΖΑ που κατάφερε ότι δεν κατάφεραν οι προηγούμενοι μνημονιακοι παίκτες ή επανέρθουν στα πάλαια άλογα ή νέοι παίκτες εκ δεξιών ή και αριστερών αναδειχθούν.  Σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων που ζούμε τόσο  η ΝΔ, όσο και το ΠΑΣΟΚ/ ποτάμι μετατρέπονται σε ακροδεξιές, κεντροδεξιές και κεντροαριστερές «τσόντες» της μονοδιάστατης σκέψης που την εκφράζει με επιτυχία ο ΣΥΡΙΖΑ.
8) Είναι φανερή η αδυναμία του συνόλου των δυνάμεων της αριστεράς να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Αντί να προβάλουν και να συνδυάσουν ένα λόγο διεθνιστικό, αντικαπιταλιστικό και αντιΕΕ, αντιΝΑΤΟ και αντιαστικό, αντιπολιτεύονται με λαϊκίστικους και εθνοκεντρικούς, βαθιά –με τον ένα ή τον άλλο τρόπο-
σοσιαλδημοκρατικούς.
Η αριστερά- η κάθε μια με το δικό της τρόπο- δίνει μάχες χαρακωμάτων και οπισθοφυλακής και αδυνατεί να συνδεθεί με τις σύγχρονες  δυναμικές  της χειραφέτησης.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μάχη για το μακεδονικό με  την ΛΑΕ και το ΚΚΕ να κάνουν- εκ των δεξιών- αντιπολίτευση.
  8) Και ο χώρος μας, ο χώρος της αντικαπιταλιστικής και  αντιιμπεριαλιστικής αριστεράς, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ(μας) και όχι μόνο αυτή;
Φοβάμαι πως σε αυτή την συγκυρία – και ελπίζω να κάνω λάθος- το παιχνίδι το έχουμε χάσει και θα πρέπει να το παραδεχτούμε, έτσι ώστε να μην λέμε ψέματα στους εαυτούς μας και στο κόσμο που μας πιστεύει ή που μας ακολουθεί.
Το ζήτημα δεν βρίσκεται ακριβώς στο τι λέμε ή πως στο λέμε αν και αυτό παίζει το ρόλο του στο βαθμό που τα γλωσοπαίγνια συνδέονται με τις «μορφές ζωής». Το καθοριστικό είναι πως αυτή η θεώρηση των πραγμάτων γίνεται πράξη. Έχοντας γνώση πως ο κανόνας είναι να υπάρχει απόσταση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, απόσταση θεωρίας/ πράξης που πάντα θα απασχολεί τους αγωνιστές.  Ισχύει ταυτοχρόνως και η θέση: δίχως επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατική πράξη και η θέση: η πράξη ή η πρακτική  αγιάζει την θεωρία.
Φοβούμαι πως – και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα- τα πράγματα κρίθηκαν την περίοδο 2010-2014. Μάλιστα κρίθηκαν σε αυτό το επίπεδο που θεωρητικά ήταν το πλέον ευνοϊκό για εμάς, μιλάω για το κινηματικό επίπεδο.
Σε αυτό το επίπεδο είμαστε «μαθημένοι» να παίζουμε, σε αυτό το επίπεδο παίξαμε και δυστυχώς παρά την συμμετοχή, την παρουσία και την δράση μας, χάσαμε αν και κρατήσαμε μέχρι το τελευταίο λεπτό το ματς.
Όχι πως έχουμε παραδώσει τα όπλα, και σίγουρα δεν υπογράψαμε  «Βάρκιζα» όπως άλλοι. Μόνο που έχουμε υποχωρήσει σε τέτοιο βαθμό που αδυνατούμε να  προβάλουμε αντίσταση, αποτελεσματική αντίσταση. Παρόλα αυτά δεν έχουμε ακόμη υποστεί στρατηγική ήττα, αυτό δεν συνεπάγεται πως από την άλλη, στρατηγικά έχουμε πρόταση.
Η ήττα δεν οφείλεται στο γεγονός πως παραήμασταν ενωτικοί ή ενωτικοί προς το ΣΥΡΙΖΑ, όπως μας καταγγέλλουν. Είδαμε και το ΚΚΕ που με την πολιτική του γραμμή  προμόταρε το ΣΥΡΙΖΑ και το έστειλε στην κυβέρνηση.
Τα πράγματα κρίθηκαν ως απόρροια της αδυναμίας μας ή της φοβίας μας να σηκώσουμε ακόμη πιο πολύ το επίπεδο της ταξικής πάλης, το πήχη της ταξικής σύγκρουσης, το πήχη της εξεγερσιακής δυνατότητας.
Μια κατάσταση πραγμάτων που αν συνέβαινε θα έθετε – «από τα κάτω»- και όχι κοινοβουλευτικά, ζήτημα εξουσίας, όχι μιας αστικής, καπιταλιστικής εξουσίας αλλά ζήτημα μιας εργατικής εξουσίας.
Και αυτή η αδυναμία ή και η ανεπάρκεια μας φάνηκε στην μετατροπή του «όχι» σε «ναι». Σε εκείνη την συγκυρία δεν είχαμε ετοιμάσει μια πλατιά μαζική πρωτοπορία στο να συμμετάσχει σε ένα παρατεταμένο κοινωνικό -και όχι μόνο- αντάρτικο.
Η εν λόγω προετοιμασία δεν δημιουργείτε τη τελευταία στιγμή, και παρόλο που είχαμε τις μεγάλες ταξικές εξεγερσικές αναμετρήσεις την περίοδο 2010-12 δεν ετοιμαστήκαμε για να οξύνουμε εμείς με επιθετικό τρόπο την σύγκρουση.
Μια τέτοια ετοιμασία θα μας έβρισκε ετοιμοπόλεμους στην προδοσία του «όχι».  Το «όχι» άνοιγε δυο δρόμους : τον δρόμο της υποταγής ή ο δρόμος της παλλαϊκής  εξέγερσης με ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα. Εκεί λοιπόν φανήκαμε  ανέτοιμοι, ιστορικά και πολιτικά λίγοι, και τώρα- σε μια περίοδο κινηματικής ύφεσης- παίζουμε κατενάτσιο, με όχι και μεγάλες επιτυχίες.
9) Η  κατάσταση δεν θα παραμείνει ίδια, μπορεί να πάει και χειρότερα καθώς η κρίση και η βαρβαρότητα βαθαίνει τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνή κλίμακα.  Σε ένα πρώτο επίπεδο αποτελεί αναγκαιότητα να σώσουμε οτιδήποτε να σώζεται, μόνο που δεν είμαι και σίγουρος,  τι μπορεί πλέον να σωθεί και σε πιο βαθμό μπορεί να σωθεί.
Ας μην ξεχνάμε πως έχουμε να κάνουμε με ένα βαθιά ηττημένο εργατικό κίνημα που έχει κάψει και τα τελευταία αποθέματα του και αυτό φαίνεται από το αρνητικό εύρος,  βάθος και την χαμηλή  ποιότητα των  κινητοποιήσεων.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο αποτελεί αναγκαιότητα να διερευνήσουμε την κίνηση των πραγμάτων, την κίνηση και τις σχέσεις που διαμορφώνονται στα πλαίσια της ταξικής και όχι μόνο διαπάλης.
Από αυτή την οπτική είναι αναγκαιότητα να διερευνήσουμε τα   βίαια κοινωνικά ξεσπάσματα και τι άγριες προλεταριακές εξεγέρσεις τύπου Δεκέμβρης 2008. Αποτελεί αναγκαιότητα να τα μελετήσουμε, δίχως να τα φοβόμαστε, αλλά ούτε και να τα εκθειάζουμε.
Σε γενικές γραμμές και στο επίπεδο της καθολικότητας είναι αναγκαίο και νομίζω και δυνατό,  να ανασύρουμε και να δυναμώσουμε το συνειδητό μες στο αυθόρμητο και μάλιστα με τις εκδοχές που δείχνει στην εποχή μας και όχι με ένα στείρο λενινισμό των αρχών του 20ού αιώνα.
Επί της πράξης
Είναι ολοφάνερο πως τα πράγματα δεν θα παραμείνουν στάσιμα, πως πρέπει να ετοιμαζόμαστε για τα χειρότερα, για να απολαύουμε τα βέλτιστα.
Καταρχήν δεν πρέπει να φοβόμαστε να λέμε την αλήθεια και να λέμε τα πράγματα με τον όνομα τους, δείχνοντας τον πραγματικό εχθρό που δεν είναι άλλος από τον καπιταλισμό.
Δεν υπάρχουν και πολλά να κάνεις απέναντι του ή ζεις μέσα σε αυτόν, στο βαθμό που σου επιτρέπει να ζεις, και με τι τρόπο να ζεις, ειδικότερα αν ανήκεις στους κολασμένους ή ετοιμάζεις και οργανώνεις την ανατροπή του, με όλα τα μέσα και όλους τους τρόπους.
Από αυτή την οπτική θέτεις/ θέτουμε σε λειτουργία την μηχανή της καταστροφής – με όλα τα μέσα- αυτού του άδικου και άκαρδου κόσμου.  Δεν φτάνει η καταστροφή θα πουν κάποιοι και θα συμφωνήσω, αν και η ίδια η μηχανή της αρνητικότητας, η μηχανή της επαναστατικής καταστροφής διαλεκτικά  είναι και μηχανή της δημιουργίας, που πάνω στις στάχτες του παλαιού κόσμου θα οικοδομήσει το νέο.
Ένα κόσμο παγκόσμιο και ταυτόχρονα περιφερειακό ή και εθνικό και σίγουρα τοπικό. Έναν κόσμο που δεν φοβάται μην του κλέψουν την ιστορία ή το πολιτισμό, άλλωστε τόσο η ιστορία όσο και πολιτισμός, οι κοινές και διαχωριστικές διαδρομές , τα όρια και τα πεδία τους, τα μπαστάρδεμα τους, ανήκουν στο ανθρώπινο πνεύμα, στην κίνηση του ανθρωπίνου πνεύματος προς την κατάκτηση της αυτοσυνειδησίας του, προς την κατάκτηση της ελευθερίας του.
Ένα κόσμο πολυδιάστατο ή καλύτερα  αμεσοδημοκρατικό με την  συλλογικότητα να σέβεται την ατομικότητα και τούμπλαλιν. Ένα κόσμο σοσιαλιστικό/ κομμουνιστικό  με τα μέσα παραγωγής να ανήκουν- από κοινού- στο σύνολο αυτών που δύναται ή και αυτών που αδυνατούν να εργαστούν, και όχι σε κάποιους λίγους και εκλεκτούς.
 Ένα κόσμο ισορροπίας φύσης και ανθρωπότητας, με την τεχνολογία και την ανάπτυξη να τίθεται στην υπηρεσία τους και να μην αυτονομείται ή να μην δρα προς όφελος των λίγων,  σε βάρος των ανθρώπων και της φύσης.
Αυτός ο κόσμος που σε αδρές γραμμές περιγραφώ είναι το μέλλον αν δεν θέλουμε ο καπιταλισμός η βαρβαρότητα του καπιταλισμού να μας καταπιεί.
Θα τα καταφέρουμε, δυστυχώς δεν ξέρουμε, μόνο όταν η κουκουβάγια της σοφίας πετάξει στο  σούρουπο θα γνωρίζουμε, μόνο που τότε θα είναι πια αργά.
Άρα αυτό που θα πρέπει να πράξουμε είναι τα δέοντα και τα αναγκαία ελπίζοντας στην  εύνοια της τύχης, πως όλοι γνωρίζουμε η θεά τύχη ευνοεί τους τολμηρούς.

 

avatar

Δημήτρης Αργυρός

ΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ. ΑΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΘΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ . ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ . ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΤΟΠΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ. ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ.

Αφήστε μια απάντηση