Συνέντευξη με τον Πέτρο Παπακωνσταντίνου: οικονομική κρίση και Αριστερά

Μια όντως σημαντικότατη συνέντευξη του Π. Παπακωνσταντίνου υπάρχει στο μπλοκ:http://aformi.wordpress.com/2010/05/20/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%80%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%BA%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84/με χαράς αντιγράφω:

PAPAKONSTANTINOU from blog www.aformi.wordpress.com on Vimeo.

Στα πλαίσια της σειράς συνεντεύξεων τουaformi με θέμα την οικονομική κρίση, σας παρουσιάζουμε τη συνέντευξη μετον Πέτρο Παπακωνσταντίνου. Στη συνέντευξη εκτός από τα «στενά»οικονομικά θέματα, ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου αναπτύσσει τηνπροβληματική του για την πολιτική απάντηση που πρέπει να δώσει ηΑριστερά, για το πως μπορεί η αντισυστημική-αντικαπιταλιστική Αριστεράνα συνδεθεί με το μαζικό κίνημα, για την κομμουνιστική προοπτική καιαρκετά ακόμα. Δείτε την πυκνή αυτή συνέντευξη. Τη θεωρούμε εξαιρετικάχρήσιμη για όσους εμπλέκονται στο αριστερό κίνημα σήμερα, ανεξάρτητααπό το βαθμό συμφωνίας ή διαφωνίας που μπορεί να έχουν με τονσυνεντευξιαζόμενο.
Ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου έχεικυκλοφορήσει πρόσφατα ένα πολύ ενδιαφέρον πολιτικό βιβλίο στο οποίοκαταπιάνεται με μερικά από τα πιο σημαντικά ζητήματα που απασχολούν τηνΑριστερά σήμερα. Πρόκειται για το «Επιστροφή στο μέλλον, η κρίση τουυπαρκτού καπιταλισμού», εκδόσεις Λιβάνη. Ελπίζουμε στο προσεχές μέλλοννα σας το παρουσιάσουμε αναλυτικά. Προς το παρόν, θα δημοσιεύσουμε ένααπόσπασμα από το βιβλίο και συγκεκριμένα από το κεφάλαιο «Μπορεί ναυπάρξει αριστερή πολιτική;»:


Για ένα αριστερό, αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα
Αλλά σε τι θα μπορούσε, εντέλει, νακωδικοποιηθεί ένα αριστερό, αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα αντιμετώπισηςτης κρίσης σήμερα; Προφανώς, το θέμα ξεφεύγει από τις ικανότητεςοποιουδήποτε μεμονωμένου διανοουμένου ή ακτιβιστή και απαιτεί τηνωρίμανση του συλλογικού διανοουμένου της κοινωνικής και πολιτικήςΑριστεράς. Θα αποτολμήσουμε, ωστόσο, να διατυπώσουμε κάποιες προσωρινέςιδέες για τους βασικούς αρμούς ενός τέτοιου προγράμματος.
1. Ρήξη με την ψευδεπίγραφη «παγκοσμιοποίηση»,δηλαδή με το παγκόσμιο κοινωνικό ντάμπινγκ που επιβάλλει το πολυεθνικόκεφάλαιο, απελευθερώνοντας την κίνηση κεφαλαίων και εμπορευμάτων, ενώταυτόχρονα υψώνει τείχη στην ελεύθερη μετακίνηση των ανθρώπων. Το πρώτοζητούμενο, χωρίς την επίτευξη του οποίου κάθε σκέψη για μια προοδευτικήκοινωνική στροφή θα ήταν ουτοπική, είναι να ανακοπεί η μετανάστευση τωνθέσεων εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας προς τις αναδυόμενεςοικονομίες της περιφέρειας και η αντίστροφη Έξοδος ξεριζωμένων ανθρώπωναπό τις καταστραμμένες οικονομίες της περιφέρειας προς τις μητροπόλεις.
Για το σκοπό αυτό, είναι αναγκαία ηπροσφυγή σε κάποιου είδους προστατευτισμό, ιδιαίτερα με την ύψωσηφραγμών στις βραχυπρόθεσμες κερδοσκοπικές κινήσεις χρηματιστικώνκεφαλαίων και με την προστασία στρατηγικών κλάδων της εγχώριαςπαραγωγής. Όπως τονίζει ο Βάλντεν Μπέλο, «αποπαγκοσμιοποίηση δενσημαίνει απόσυρση από τη διεθνή οικονομία. Σημαίνει τοναναπροσανατολισμό των εθνικών οικονομιών από την παραγωγή για τιςεξαγωγές στην παραγωγή για την εγχώρια αγορά».[1]Κάτι τέτοιο θα ευνοήσει μια πιο ισορροπημένη, κοινωνικά καιπεριβαλλοντικά, ανάπτυξη, αντί να ευνοεί την πάση θυσία μείωση τουκόστους, ώστε τα εξαγώγιμα προϊόντα να είναι ανταγωνιστικά, π.χ.απέναντι στα κινέζικα.
Επιπλέον, η εισαγωγή επιλεκτικών μέτρωνπροστατευτισμού δεν σημαίνει αναδίπλωση στη λογική της εθνικήςαυτάρκειας, τύπου Αλβανίας της εποχής Χότζα, όπως το θέλει ηκαρικατούρα αυτής της πρότασης, η τόσο προσφιλής στουςνεοφιλελεύθερους. Αν ήδη στην εποχή του Λένιν ο «σοσιαλισμός σε μίαχωρά» αποδείχτηκε αδύνατος, στη σημερινή εποχή της αφάντασταμεγαλύτερης κοινωνικοποίησης της παραγωγής φαντάζει αδύνατη ακόμη και η«μεταρρύθμιση σε μία χώρα»! Η μονομερής κήρυξη καθολικούπροστατευτισμού από μια χώρα (με πιθανές εξαιρέσεις μόνο τα μέγα-κράτητύπου ΗΠΑ και Κίνας) θα εκτίνασσε σε αστρονομικά ύψη το κόστος τωναναπόφευκτων, ιδίως για τις μικρότερες χώρες, εισαγωγών (π.χ. μηχανών,εξαρτημάτων, ενέργειας κ.ά.), με αποτέλεσμα είτε το σταμάτημα τηςβιομηχανικής παραγωγής είτε την καθήλωση της κατανάλωσης στα κατώταταδυνατά όρια, πράγμα μη διατηρήσιμο για μεγάλο διάστημα χωρίς στροφήστον απολυταρχισμό.
Επομένως, η ρήξη με την παγκοσμιοποίησημπορεί μεν να αρχίσει από μία χώρα, αλλά δεν θα έχει μέλλον αν δενεπεκταθεί σε μια σημαντική ομάδα χωρών, κάτι που είναι, βεβαίως, πιοεύκολο να γίνει σε περιφερειακή κλίμακα. Αν η κλίμακα του κράτους είναιπολύ μικρή για να χωρέσει τις νέες παραγωγικές δυνάμεις και η κλίμακατου κόσμου όλου πολύ μεγάλη για να υπαχθεί σε οποιονδήποτε πολιτικόέλεγχο, η κλίμακα της περιφέρειας, του συνεταιρισμού μιας κρίσιμηςμάζας εθνών-κρατών είναι εκείνη που φαίνεται πιο κατάλληλη για τηναντικαπιταλιστική ανατροπή και το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα.
Όσο για τη μετανάστευση, η λογική τηςποινικοποίησης της μετανάστευσης και γενικότερα των αστυνομικών μέτρωνείναι όχι μόνο κοινωνικά αντιδραστική, αλλά και παντελώς ατελέσφορη, ανυποτεθεί ότι στόχος των στρατοπέδων κράτησης και των «επαναπροωθήσεων»είναι ο περιορισμός του προβλήματος. Στην πραγματικότητα, οι κυρίαρχεςτάξεις γνωρίζουν ότι παρόμοια μέτρα είναι παντελώς ανίκανα νασυγκρατήσουν τα εκατομμύρια και εκατοντάδες εκατομμύρια απελπισμένωνανθρώπων που δημιουργούν διαρκώς η πείνα και οι πόλεμοι. Μοναδικόςστόχος τους είναι να ρίξουν το μετανάστη στην κατάσταση του κυνηγημένουζώου, ώστε να αποδέχεται όσο γίνεται αθλιότερες συνθήκες εργασίας γιαόσο γίνεται χαμηλότερες αποδοχές.
Επομένως, αν κάτι μπορεί να περιορίσει σεκάποιο βαθμό και πάντως να μετασχηματίσει σε πιο ανθρώπινη μορφή τημετανάστευση προς όφελος των συλλογικών εργατικών συμφερόντων, είναι ηδίωξη όχι των «λαθρομεταναστών», αλλά των… λαθροεργοδοτών! Δηλαδή, ηθέσπιση αυστηρών κυρώσεων σε βάρος εργοδοτών, μεγάλων και μικρών, πουαπασχολούν μετανάστες με αμοιβή κατώτερη εκείνου που προβλέπει ησυλλογική σύμβαση, χωρίς ασφάλιση. Η κατοχύρωση ίσων εργασιακών καιασφαλιστικών δικαιωμάτων για τους ξένους εργαζόμενους θα μειώσει τονανταγωνισμό στο εσωτερικό της μισθωτής εργασίας και θα βελτιώσειουσιωδώς την κατάσταση των ασφαλιστικών ταμείων. Φυσικά, η μείωση τωνμεταναστευτικών ροών εξαρτάται καίρια από την ακύρωση του χρέους γιατις πιο φτωχές χώρες του Τρίτου Κόσμου, τον τερματισμό τωναποικιοκρατικών πολέμων και την οικονομική ανάπτυξη αυτών των χωρών.
2. Ανατροπή του Συμφώνου Σταθερότητας.Ενός Συμφώνου όχι μόνο αντιδραστικού, καθώς καταδικάζει τους λαούς σεδιαρκή λιτότητα και αντιασφαλιστικά μέτρα, αλλά και ξεκάθαραανεδαφικού, αφού παραβιάζεται ήδη από τους πάντες (όχι βέβαια προςόφελος των λαϊκών δικαιωμάτων, αλλά των μονοπωλιακών μεγαθηρίων πουβαφτίζονται «εθνικοί πρωταθλητές»), με αποτέλεσμα 20 από τις 27 χώρεςτης ΕΕ να τελούν υπό επιτήρηση. Είναι πλέον σαφές ότι οι δρακόντειοιόροι δημοσιονομικής πειθαρχίας που επέβαλαν οι συνθήκες του Μάαστριχτκαι του Άμστερνταμ εξυπηρετούν μόνο το χρηματιστικό κεφάλαιο, ιδίως τηςΓερμανίας, περιορίζοντας ασφυκτικά τα όρια της βιομηχανικής καιγεωργικής ανάπτυξης.
Το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα θα μπορούσενα παίξει θετικό ρόλο προστασίας των εθνικών οικονομιών απόκερδοσκοπικές κινήσεις των πειρατικών χρηματιστικών κεφαλαίων, αλλά καιτων εγχώριων προϊόντων μόνο στο πλαίσιο μιας πολιτικής μερικούευρωπαϊκού προστατευτισμού, στο έδαφος ενός άλλου Συμφώνου ΚοινωνικήςΣταθερότητας και Αλληλεγγύης. Ενός συμφώνου το οποίο θα προϋπέθετε όχιμόνο προβλέψεις δημοσιονομικού χαρακτήρα (ελλείμματα, χρέη κλπ.), αλλάκαι σαφείς ρήτρες για μηδενισμό της ανεργίας, μείωση των ανισοτήτων καιπάει λέγοντας. Θα προνοούσε, επίσης, για την εφαρμογή μιας ενιαίας,προοδευτικής φορολογικής πολιτικής, εμποδίζοντας το κοινωνικό ντάμπινγκπου ασκείται εντός ΕΕ από τις πρωτοπόρες στο νεοφιλελευθερισμό χώρεςτης «νέας Ευρώπης» και τη Βρετανία. Επιπλέον, θα μπορούσε να καθιερώσειένα ευρωπαϊκό ομόλογο με εικονικό επιτόκιο, το οποίο θα προστάτευε τιςαδύναμες οικονομίες σε περιόδους κρίσης, αντί να τις αφήνει στο έλεοςτων διεθνών τοκογλύφων. Φυσικά, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα έμπαινεκάτω από τον πολιτικό έλεγχο των εθνικών κυβερνήσεων και των φορέων τωνεργαζομένων.
Θα πει κανείς ότι μια παρόμοια αλλαγήσημαίνει, ούτε λίγο ούτε πολύ τη διάλυση της ΕΕ υπό τη σημερινή τηςμορφή. Ακριβώς! Πρέπει να διαλυθεί αυτή η ΕΕ για να φτιαχτεί μια άλλη,πάνω σε βάσεις αλληλεγγύης και δικαιοσύνης -και η οποία, τελικά, δενμπορεί παρά να είναι μια Ένωση Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών της Ευρώπης.Μέχρι να ωριμάσουν, ωστόσο, οι συνθήκες για κάτι τέτοιο, η ανατροπή τουισχύοντος Συμφώνου Σταθερότητας θα αποτελεί ζήτημα αιχμής της λαϊκήςπάλης και θα μπορούσε να τροφοδοτήσει πρωτοβουλίες κοινής δράσης τηςελληνικής και της ευρωπαϊκής Αριστεράς με το αίτημα του δημοψηφίσματος.
3. Μια πραγματική κοινωνική «μεταπολίτευση»,με ριζική αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου υπέρ της εργασίας και σεβάρος του κεφαλαίου. Στην ιδεολογική τρομοκρατία των κυρίαρχων τάξεων«ιδού τα ελλείμματα και τα χρέη, πρέπει όλοι να κάνουμε θυσίες», τοεργατικό κίνημα και η Αριστερά πρέπει να αντιτάξουν τη δική τουςαλήθεια, προτάσσοντας την αύξηση της παραγωγικότητας και του πλούτουπου συσσώρευσε ο εργαζόμενος άνθρωπος και που μετέτρεψε σε βουνά χρεώντο κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, πρέπει να πουν: «Δεν μοιραστήκαμε χθες,όταν είχατε κέρδη, τον πλούτο που εμείς δημιουργήσαμε, δεν θαμοιραστούμε τώρα τα δικά σας χρέη και τα δικά σας ελλείμματα. Πληρώστεεσείς το λογαριασμό ή, αν δεν σας αρέσει, αφήστε μας να αναλάβουμεεμείς όλα τα χρέη μαζί με όλο τον πλούτο και με το μεγάλο ρίσκο τηςχειραφέτησης μας»!
Στο πλαίσιο αυτό, κεντρική θέσηκατέχουν δύο διεκδικήσεις: Πρώτον, για γενική μείωση του χρόνουεργασίας, τουλάχιστον στις 35 ώρες, χωρίς μείωση των αποδοχών ήελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων (όπως έκανε η «πλουραλιστικήΑριστερά» στη Γαλλία, για να αποξενωθεί πλήρως από την εργατική τάξη),και δεύτερον, για ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα όλων των εργαζομένων καιαυτοαπασχολούμενων, κάτι που θα μείωνε τη συντριπτική πίεση τηςανεργίας και της φτώχειας. Αυτό σημαίνει ότι ο άνεργος, ο μισθωτός ή οαυτοαπασχολούμενος που δεν συμπληρώνουν το εν λόγω εισόδημα θαεισπράττουν τη διαφορά από το δημόσιο, ώστε να εξασφαλίζουν ένα όριοαξιοπρεπούς διαβίωσης, με αντάλλαγμα την υποχρέωση τους να απασχοληθούνσε δημόσια προγράμματα (π.χ. περιβαλλοντικά έργα, πολιτιστικέςδραστηριότητες, βελτίωση υποδομών, υπηρεσίες υγείας κλπ.) ανάλογα μετην ειδικότητα και την προϋπηρεσία τους.
4. Κοινωνικοποίηση στρατηγικών κλάδων και ανάπτυξη παραγωγικών τομέων εκτός της καπιταλιστικής αγοράς.Ξεπερνώντας τον ιδεολογικό αμυντισμό που της κληροδότησε η κατάρρευσητου ανατολικού μπλοκ απέναντι στις κατηγορίες των αντιπάλων της για«κρατισμό», η Αριστερά πρέπει να υψώσει και πάλι τη σημαία του δημόσιουαγαθού, απέναντι στη λογική της εμπορευματοποίησης των πάντων, τουεποικισμού κάθε σφαίρας της κοινωνικής ζωής από το κεφάλαιο. Ακόμη καιη αστική Γαλλική Επανάσταση, την ίδια στιγμή που κατοχύρωνε το «ιερό»δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας, διακήρυσσε ότι δεν μπορεί να μπαίνειπάνω από το δικαίωμα στη ζωή. Ας αφήσουμε που θα ήταν αστείο, τη στιγμήπου ο Ομπάμα και ο Μπράουν κάνουν (φυσικά, με τα λεφτά των εργαζομένων)περισσότερες εθνικοποιήσεις από τον Τσάβες, η Αριστερά να μην τολμάεικαν να ψελλίσει τη λέξη εθνικοποίηση.
Η τελευταία κρίση ωρίμασε στον ανώτατοδυνατό βαθμό την ανάγκη για ένα ενιαίο, δημόσιο πιστωτικό σύστημα, μετην απαλλοτρίωση των ιδιωτικών τραπεζών. Ένα τέτοιο σύστημα μπορεί ναπαίξει καταλυτικό ρόλο στη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, όχι μόνοστο πλαίσιο μιας μεταβατικής, αριστερής κυβέρνησης, αλλά και στοσοσιαλισμό, ο οποίος δεν θα καταργήσει, βέβαια, μονομιάς, μεδιατάγματα, το χρήμα, το εμπόρευμα και την πίστωση. Εκείνο που θακαταργήσει ο σοσιαλισμός, δημιουργώντας ένα δημόσιο χρηματοπιστωτικόσύστημα υπό καθεστώς εργατικού ελέγχου, είναι η τοκογλυφία, η αφαίμαξητων λαϊκών στρωμάτων και ο παρασιτισμός. Παράλληλα, θα καταργηθούν τοτραπεζικό απόρρητο και οι φορολογικοί παράδεισοι των off-shoreεταιρειών, θα μπουν αυστηροί φραγμοί στις κινήσεις κεφαλαίων μέσα κιέξω από τη χώρα και θα φορολογηθούν οι χρηματιστηριακές ανταλλαγές ώστενα αποθαρρυνθούν οι καθαρά κερδοσκοπικές κινήσεις.
Πέραν του χρηματοπιστωτικού συστήματος, θαεθνικοποιηθούν κρίσιμοι για την εθνική οικονομία και τις κοινωνικέςανάγκες κλάδοι, όπως οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες, οιφαρμακοβιομηχανίες (οι οποίες, συν τοις άλλοις, επιβαρύνουν σε μεγάλοβαθμό τα ελλείμματα των ασφαλιστικών ταμείων), η ενέργεια, η παιδείακαι η υγεία. Σημαντική ανάπτυξη του δημόσιου τομέα είναι ανάγκη ναυπάρξει στον τομέα της ενημέρωσης – όχι μόνο στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα,αλλά και στην έντυπη δημοσιογραφία, όπου η κρίση των εφημερίδων καθιστάαναγκαία για την επιβίωση σοβαρών, ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης τηνυπαγωγή τους σε μη κερδοσκοπικά ιδρύματα του ευρύτερου δημόσιου τομέα.[2]
Υπό κοινωνικό έλεγχο πρέπει να τεθεί και οτομέας των τροφίμων (ακόμη κι ο Μπιλ Κλίντον αναγνωρίζει ότι τα τρόφιμαδεν μπορούν να είναι συνηθισμένα εμπορεύματα), με έμφαση στη διατροφικήαυτάρκεια της χώρας και στην προστασία της δημόσιας υγείας από τιςτερατώδεις στρεβλώσεις της χωρίς όρια κερδοσκοπίας, ιδιαίτερα στηνεποχή των γενετικά μεταλλαγμένων προϊόντων. Τέλος, στις συνθήκες τηςτρίτης τεχνολογικής επανάστασης, επιβάλλεται η κατάργηση του πειρατικούκαθεστώτος περί copyright που έχουν θεσπίσει οι πολυεθνικές, ηεξασφάλιση από το κράτος των πνευματικών δημιουργών και όχι τωναυτοκρατοριών των μίντια, και η παροχή της δυνατότητας δωρεάν πρόσβασηςτων πολιτών στην πληροφόρηση, τη μουσική, τον κινηματογράφο, τηνπαγκόσμια λογοτεχνία και τα ανοιχτά λογισμικά.
Φυσικά,ένα αριστερό πρόγραμμα απάντησης στην πολυεπίπεδη κρίση θασυμπληρώνεται από θέσεις για αποδέσμευση της Ελλάδας από όλες τιςιμπεριαλιστικές δεσμεύσεις της (βάσεις, ΝΑΤΟ, Frontex κ.ά.) και για τηνοικοδόμηση μιας νέου τύπου δημοκρατίας των εργαζομένων, με μορφέςεργατικού ελέγχου και άμεσης συμμετοχής, στον αντίποδα τηςαστυνομοκρατίας και του ηλεκτρονικού χαφιεδισμού. Το μεγάλο ερώτημαείναι ποιοι θα μετατρέψουν τις ριζοσπαστικές ιδέες σε υλική δύναμη,δεδομένου του σημερινού θλιβερού κατακερματισμού του αριστερού χώρου.
Δυστυχώς, αυτό που έχει επιβεβαιωθείπολλές φορές στα είκοσι χρόνια που πέρασαν από την κατάρρευση του 1989είναι ότι «τα λίγα σπίτια κάνουν κακό χωριό» και οι διάφορες συνιστώσεςτης Αριστεράς πιο εύκολα τα βρίσκουν με αστικές δυνάμεις παρά μεταξύτους. Έχει κανείς την αίσθηση (κι αυτό δεν αφορά ένα μόνο κόμμα), ότιπολλά στελέχη της Αριστεράς νιώθουν μεγαλύτερο πάθος όχι για τον ταξικότους αντίπαλο, αλλά για το αντίπαλο αριστερό κόμμα, και ακόμημεγαλύτερο πάθος νιώθουν όταν πολεμούν τον αντίπαλο μέσα στο ίδιο τουςτο κόμμα, ή ακόμη καλύτερα μέσα στην ίδια τους την τάση! Με τόσεςτάσεις και ρεύματα, η Αριστερά κατάφερε παρ’ όλα αυτά να λειτουργεί ως…βραχυκύκλωμα, χωρίς πραγματική αντίσταση στους εχθρούς της εργασίας.
Αυτή η ψύχωση της αποκλειστικής αλήθειαςκαι της ιδιοκτησίας μέσα στο αριστερό κίνημα δεν αποπνέει, βέβαια, ούτεεπανάσταση, ούτε εργατικό πολιτισμό. Το μόνο που αποπνέει είναι ηνοοτροπία του μπακάλη που περισσότερο ζηλεύει παρά εχθρεύεται το σούπερμάρκετ, η ψυχολογία μιας μικροαστικής διανόησης και μιας εργατικήςγραφειοκρατίας που θέλουν να γίνουν κυρίαρχες μέσω του κράτους στηνκοινωνία και όχι να την αλλάξουν. Στην «καλύτερη» των περιπτώσεων,αντανακλά την αποθάρρυνση του αγωνιστή μπροστά στις ήττες και τη στροφήστην εύκολη λύση τού να μην προσπαθούμε πια να υψωθούμε στο ύψος τωναντιπάλων μας, αλλά να βρούμε μικρότερους αντιπάλους, στο δικό μας μπόι.
Ωστόσο, πρέπει να εθελοτυφλεί κανείς γιανα μη βλέπει την αγωνία της μεγάλης πλειονότητας των αριστερών για τηνυπέρβαση αυτής της παραλυτικής κατάστασης, που τόσο εύστοχαδιεκτραγωδούσε ο Λαζόπουλος όταν παρομοίαζε τα κόμματα της Αριστεράς μεμυρμήγκια που κομπάζουν ποιο κουβαλάει το μεγαλύτερο ψιχουλάκι στηνπλάτη, αδιαφορώντας για τον ελέφαντα που έρχεται καταπάνω τους. Είναι,πιστεύουμε, ώριμη πλέον η ανάγκη, αν όχι για ένα ενιαίο αριστερό μέτωπο(πράγμα που φαίνεται ακόμη αδύνατο), τουλάχιστον για μια ελάχιστηπολιτική συνεννόηση και συντονισμό στη δράση όλων των οργανώσεων τηςΑριστεράς με αντισυστημική-αντικαπιταλιστική κατεύθυνση προς όφελος τωνλαϊκών συμφερόντων και των δημοκρατικών ελευθεριών. Συνεννόηση καισυντονισμό, που δεν θα καταργήσουν, φυσικά, τη μάχη για ηγεμονία μεταξύτων διαφόρων αριστερών οργανώσεων. Θα μεταφέρουν, ωστόσο, αυτή τη μάχηστο γόνιμο έδαφος μιας αναγεννημένης λαϊκής ελπίδας και κινητοποίησης,εμποδίζοντας τον εκφυλισμό της σε στείρο ηγεμονισμό, πάνω σε μια καμένηγη λεηλατημένων δικαιωμάτων.
Οι μορφές που μπορεί να πάρει μια τέτοιασύγκλιση είναι, φυσικά, ζήτημα ανοιχτό. Ενδεικτικά θα μπορούσε ναφανταστεί κανείς ένα Εργατικό Δίκτυο Αλληλεγγύης, με τη συμμετοχήσυνδικαλιστών, οικονομολόγων, εργατολόγων και αριστερών δημοσιογράφων,που θα μπορούσε να παίξει καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη των εργατικώναγώνων, στην υπεράσπιση απολυμένων ή θυμάτων εργοδοτικής αυθαιρεσίαςκαι στον πόλεμο της ενημέρωσης. τη δημιουργία μιας ευρείαςαριστερής πολιτιστικής κίνησης (ή ομίλου), φορέα μαρξιστικής αναζήτησηςχωρίς δογματισμούς και περιχαρακώσεις, αλλά και διάχυσης των καλύτερωνεπιτευγμάτων της επιστήμης και της τέχνης. ή ακόμη τηδημιουργία μιας συνεργατικής ιστοσελίδας, διαδικτυακής εφημερίδας καιτηλεόρασης μαζί, με ιδιαίτερο στόχο την επικοινωνία με τα ριζοσπαστικάστρώματα της νεολαίας. Προφανώς, αυτό που μας λείπει, όμως, δεν είναιοι ιδέες και οι προτάσεις…

[1] Walden Bello, Deglobalization, σ. 112-113, εκδ. Ζed Βοοks, 2004.[2]Bernard Poulet, Το Τέλος των Εφημερίδων, μτφρ. Γ. Αγγελόπουλος, εκδ. Πόλις, 2009.
Πέτρος Παπακωνσταντίνου, επιστροφή στο μέλλον, η κρίση του υπαρκτού καπιταλισμού και η Αριστερά, εκδόσεις Λιβάνη, σελ. 203-213.