Δε. Ιαν 17th, 2022

«Η αστική τάξη ποτέ δεν έπαψε να νικά»- Μπένγιαμιν

Τι είναι ο δυτικός Μαρξισμός.

Το βιβλίο του Ράσελ Τζάκομπυ «Η διαλεκτική της ήττας»- το περίγραμμα του δυτικού μαρξισμού από τις εκδόσεις Νησίδες  αναφέρεται σε αυτό που απαξιωτικά ο σοβιετικός μαρξισμός ονόμαζε δυτικό ή ευρωπαϊκό μαρξισμό.

Στο επαναστατικό μαρξισμό που αναμετρήθηκε με τον καπιταλισμό στην Δύση την περίοδο 1920-30  και έχασε σε αντίθεση με τον επαναστατικό μαρξισμό στην Ρωσία που εκείνη την συγκύρια είχε κέρδισε.

Κατά συνέπεια σε ένα πρώτο βαθμό η διάκριση ανάμεσα στο νικηφόρο σοβιετικό μαρξισμό και τον ηττημένο δυτικό μαρξισμό συσχετίζεται με το ζήτημα της επιτυχίας στην μια περίπτωση και της αποτυχίας στην άλλη. Και   όπως συμβαίνει συνήθως ο νικητής τα παίρνει όλα και ο ηττημένος τίποτε. Με αποτέλεσμα την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία του σοβιετικού μαρξισμού στην επαναστατική αριστερά, με ένα απόλυτα μηχανιστικό τρόπο. Λες και ο πόλεμος κινήσεων της Ρώσικης επανάστασης θα μπορούσε να μεταφερθεί σαν copy paste  στην δύση. Στην δύση της απόλυτης, σχεδόν ολοκληρωτικής, ηγεμονίας της αστικής τάξης επάνω στο προλεταριάτο.

Το γεγονός πως το βιβλίο του  Ράσελ Τζάκομπυ γράφτηκε στα 1981 του επιτρέπει την εν λόγω διάκριση που κριτικάρει με ένα ριζικό τρόπο. Σήμερα ξέρουμε πολύ καλά πως η συγκεκριμένη διάκριση δεν ισχύει. Και οι δυο μαρξισμοί του 20ού αιώνα βιώσαν και  συνεχίζουν να βιώνουν μια βαριά ιστορική ήττα.

Αυτό από μόνο του πρέπει να μας οδηγήσει  να σχετικοποιήσουμε τόσο  την νίκη, όσο και την ήττα. Τι εννοώ; Εννοώ πως η μάχη, η νίκη και η ήττα   κρίνεται τελεσίδικα μόνο αν ολοκληρωθεί η ιστορική διαδικασία μιας εποχής.

Για το λόγο τόσο η αίσθηση της αισιοδοξίας ή της απαισιοδοξίας πρέπει να είναι μετριασμένες από την ανάγνωση και τον αναστοχασμού του ιστορικού γίγνεσθαι που δεν μένει στην συγκύρια αλλά επεκτείνεται στην ιστορική εποχή. Και αυτή η εποχή, η εποχή των επαναστάσεων ενάντια στο καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό και τον φασισμό  δεν έχει κλείσει ακόμη. Απεναντίας θα έλεγα μπαίνει σε μια νέα φάση που η κρίση, ο φασισμός,  πόλεμος και η επανάσταση μπαίνουν σε μια νέα φάση αναμέτρησης.

Άρα τόσο ο σοβιετικός μαρξισμός, όσο και ο αιρετικός επαναστατικός μαρξισμός  μέσα από την αντιφατική τους πορεία στο ιστορικό γίγνεσθαι, μέσα από την επιτυχία ή την αποτυχία τους έχουν να προσφέρουν ακόμη το επίδικο της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης.

Ποια όμως η επαναστατική παράδοση του δυτικού μαρξισμού στην οποία αναφέρεται ο συγγραφέας; Είναι ο μαρξισμός της Ρ. Λούξεμπουργκ, του Π.Λέβι, των αριστερών και συμβουλιακών κομουνιστών,  ο μαρξισμός του Κορς, του Α. Πάνεκουκ, Χ. Γκόρτερ, του Α. Μπορντίκα,  του Γ. Λούκατς του βιβλίου  «ιστορία και ταξική συνείδηση, το μαρξισμό της σχολής της Φρανκφούρτης, του Ε. Μπλοχ και του Β. Μπένγιαμιν.

Ο Μαρξισμός της επαναστατικής υποκειμενικότητας και της ταξικής συνείδησης και όχι ο μαρξισμός των σιδερένιων νόμων που αντικειμενικά  οδηγούν στο κομμουνισμό. Ο μαρξισμός που ανέδειξε το ζήτημα της υποκειμενικής αδυναμίας του προλεταριάτου να πάρει την εξουσία και να αυτοκαταργηθεί σαν τάξη στο βαθμό που ωριμάζουν οι παραγωγικές συνθήκες για κάτι τέτοιο. Με βάση το ζήτημα της αλλοτρίωσης και της πραγμοποίησης στο νερό Μαρξ. Την σύγκρουση της ταξικής συνείδησης με την δεύτερη φύση, την φύση του καπιταλιστικού σύμπαντος που δεν επιτρέπει την επαναστατικοποίηση της υποκειμενικότητας.

Αναδεικνύοντας ταυτόχρονα το ζήτημα της ηθικής, της επαναστατικής ηθικής, της παιδείας, της κουλτούρας καθώς και το ζήτημα της ελευθερίας από τον οικονομικό καταναγκασμό. Το ζήτημα της ραγδαίας αλλαγής της συνείδησης στο βαθμό και στο επίπεδο της επαναστατικοποίησης της που αντιστρέφει την βασική πρόταση του Μαρξ, το είναι καθορίζει την συνείδηση.

Με την επαναστατική οργάνωση να είναι το πολιτικό εργαλείο της  πνευματικής- πολιτικής οργάνωση  της συντροφικότητας, της αλληλεγγύης και της ταξική αυτοσυνειδησίας.

Πρόκειται για το ιδεολογικο, φιλοσοφικό υπόβαθρο που θα γεννοβολήσει ύστερα από τον πόλεμο τον δυτικό αριστερισμό. Την ομάδα «σοσιαλισμός η βαρβαρότητα» στους λετριστές και τους καταστασιακούς. Αυτά τα φιλοσοφικά και πολιτικά ρεύματα που έπαιξαν καθοριστικότατο ρόλο στην εξέγερση του Μάη του 68.

Επιτυχία και αποτυχία στο μαρξισμό…

Το σημαντικό στο βιβλίο του Ρ. Τζάκομπυ είναι που αμφισβητεί  το ήθος της επιτυχίας, επιδιώκοντας να περισώσει τον κριτικό πλούτο  του επαναστατικού ή ανορθόδοξου  δυτικού μαρξισμού που σπάνια γνώρισε την νίκη. Ήττες του δυτικού μαρξισμού  που διαλεκτικά μπορούν και να κρύβουν ευκαιρίες για μελλοντικές νίκες. Σε αντίθεση με την αντιγραφή παραπηγμάτων επιτυχίας, πέρα από το χώρο και το χρόνο, όπως έπρατταν και πράττουν ακόμη οι όποιες μαρξιστο-λενινιστικές ομάδες.

Όπως συνέβη με την επιτυχία της Ρώσικης επανάστασης σε σχέση με την ευρωπαϊκή. Μια φετιχοποιημένη αντίληψη που μετατρέπει την επιτυχία σε εμπόρευμα με ημερομηνία λήξης όπως άλλωστε αποδείχτηκε και από  τον συνέχεια της Ρώσικης επανάστασης. Η μίμηση της επιτυχίας ακρωτηρίασε τον μαρξισμό και οδήγησε σε ανυποληψία το εγχείρημα. Πρόκειται για μια φετιχοποίηση καπιταλιστικού τύπου, αντίστοιχο του μύθου  της καπιταλιστικής ατομικής επιτυχίας.

Αντίστοιχα η ήττα αποτελεί το έδαφος να δημιουργηθεί ένας αντίστροφος φετιχισμός όπου οι πλέον ηττημένοι είναι και πλέον ευνοημένοι. Που και πάλι δεν οδηγεί πουθενά. Άλλωστε όπως έγραφε και ο Ένγκελς: «το χειρότερο που μπορεί να τύχει στο ηγέτη ενός ακραίου κόμματος είναι να αναγκαστεί να αναλάβει την διακυβέρνηση  σε μια εποχή στην οποία το κίνημα δεν είναι ακόμη έτοιμο για την κυριαρχία της τάξης που αντιπροσωπεύει».

Πρόκειται για ένα χωρίο που ο Ράσελ Τζάκομπυ γράφει  πως δεν πρέπει να μας χρησιμεύει για εύκολες κρίσεις για την Ρώσικη επανάσταση’ μάλλον μας θυμίζει ότι δεν πρέπει να αρκεστούμε στην επιτυχία της: πρέπει να μελετήσουμε ενδελεχώς τα όρια, τις συνέπειες, το κόστος και την αξία της για τους άλλους.  Κατανοώντας πως η νίκη και η ήττα είναι αποτέλεσμα συσχετισμών δύναμης και όχι ενόρασης ή ιστορικής δικαίωσης. « Η απότιση φόρου τιμής  στην επιτυχία είναι απότιση τιμής στην βία.», γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας.

Καθώς είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο πλέον πως  ούτε ο μαρξισμός  ξέφυγε από τις κοινωνικές συνθήκες που ανέλυσε και κατήγγειλε και μετατράπηκε και αυτός σε εμπόρευμα.  Εδώ χρειάζεται λίγο προσοχή. Δεν μπορούμε να μιλάμε για μαρξισμό μας για μαρξισμούς. Βέβαια τα πλαίσια  του καθορίστηκαν από την κυρίαρχη παραλλαγή του τον σοβιετικό μαρξισμό. Οι υπόλοιποι μαρξισμοί δρουν σε σχέση και απόσταση από αυτόν.

Όπως συμβαίνει με την κυρίαρχη θρησκεία και με τις αιρέσεις της. Ούτε πάλι μπορούμε να ξεφύγουμε απ τα σκοτεινά σημεία ή και εγκλήματα , όπως και ο πολιτισμός πρέπει να κριθεί από τις φυλακές, τους πρόσφυγες και τα εγκλήματα του, ο μαρξισμός δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτήν την ανάγνωση των εγκλημάτων που κουβαλάει.

Κατά συνέπεια κριτήριο δεν μπορεί να είναι η επιτυχία ή η αποτυχία ενός πράγματος. Καθώς οι αποτυχημένοι έχουν θυματοποιηθεί όχι μόνο από τους νικητές μα και από τον εαυτό τους Το ίδιο ισχύει και για τον μαρξισμό ή καλύτερα για τους μαρξισμούς. Και ακόμη χειρότερα η δικαίωση της νίκης απέναντι στην ήττα στο πεδίο του μαρξισμού αποτέλεσε το επιχείρημα της ιστορικής και επιστημονικής δικαίωσης.

Επιστήμη και μαρξισμός

Ιδιαιτέρα όταν καθαγιάζουν την «επιτυχία» του μαρξισμού τους με την αστική επιστήμη, ιδιαίτερα οι λενινιστές- σταλινικές ομάδες, σε αυτό το σημείο μια μαοϊκή ανάγνωση, της περιόδου της πολιτιστικής επανάστασης διαφοροποιείται εμφανώς, ασκώντας κριτική στην ουδετερότητα των παραγωγικών δυνάμεων.

Η υποταγή  του ορθόδοξου σοβιετικού μαρξισμού στην επιστήμη, στην αστική επιστήμη και την τεχνοκρατία της, τον οδήγησε σε σκιαγραφήματα μιας κρατικής μεγαλομηχανής και την θεοποίηση του φορντισμού- τεϊλορισμού.  Το σοσιαλισμός ίσον εξηλεκτρισμός του θειου Λένιν έγινε το κρατικό θέσφατο που γενικεύτηκε σε ανατολή και δύση. Μέσα σε αυτό το κλίμα ήταν αδύνατον να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την υπέρβαση και των δυο πόλων της αντίθεσης, τόσο του κεφαλαίου, όσο και της εργασίας.

Η επιμονή του ορθόδοξου σοβιετικού μαρξισμού με την επιστήμη ήταν τέτοια που ό,τιδηποτε είχε την λέξη «ουτοπικό», «ρομαντικό» ήταν για πέταμα. Προϊόν ενός κόσμου που έμπαινε ή είχε μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Φυσικά η εν λόγω αντίληψη είναι ολοφάνερο πως αντανακλούσε μια εξελικτική και γραμμική ανάγνωση της ιστορικής εξέλιξης και κίνησης, που με το ζόρι ξέφευγε από τις θετικιστικές ερμηνείες του καπιταλιστικού κόσμου.

Κι όμως το γεγονός πως η επανάσταση ξεκίνησε από μια καθυστερημένη χώρα, που δεν είχε ολοκληρώσει την καπιταλιστική βιομηχανική ανάπτυξη ,δεν έπρεπε να οδηγήσει σε μια δογματοποίηση της ταύτισης του επιστημονικού με το μαρξιστικό.  Απεναντίας έπρεπε να οδηγήσει σε μια ερμηνεία της συγκεκριμένης κατάστασης της συγκεκριμένης στιγμής και όχι στην καθολικοποίηση του σοβιετικού μοντέλου. Ταυτόχρονα έδειχνε και τα σοσιαλιστικά- κομμουνιστικά όρια των σοβιετικών εγχειρημάτων που μετατράπηκαν σε μοντέλα μιας μπασταρδεμένης βιομηχανικής ανάπτυξης.

Ένας χυδαίος οικονομισμός που μεταμορφώθηκε σε diamat αφήνοντας στην άκρη των αναλύσεων πεδία που έχουν να κάνουν με την μαζική κουλτούρα, τον ελεύθερο χρόνο, την εμπορευματοποίηση και την αλλοτρίωση.

Πρόκειται για ένα χυδαίο οικονομίστικο θετικισμό με μαρξιστικό μανδύα  που οδηγείτε σε ένα υλισμό δίχως υποκείμενο υποβαθμίζοντας δραματικά τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του μαρξισμού.

Κάτι που είναι εμφανές στο ρεύμα του δυτικού μα θετικιστικού και αντι-χεγκελιανού μαρξισμού του Λ. Αλτουσέρ. Που διαρκώς σφάλει και διαρκώς κάνει κριτική κατόπιν εορτής, προσπαθώντας ματαίως να εξαλείψει το φάντασμα του Χέγκελ από το έργο του  Κ. Μαρξ. Ανάγοντας την συγκύρια και όχι την εποχή σε  απόλυτα καθοριστικό σημείο των ιδεολογικών του στροφών και λαθών. Ένας επιστημονικός σοσιαλισμός απόλυτα αντιεπιστημονικός, μια θρησκεία της επιστήμης που θα έβγαζε τον Μαρξ από τα ρούχα του.  Όπως τον έβγαζε η φετιχοποίηση της επιστήμης στον Προυντόν.

Επίσης ο Ρ. Τζάκομπυ διαφοροποιείται με τον Π. Άντερσον και το βιβλίο του «δυτικός μαρξισμός» που θεωρούσε τον δυτικό μαρξισμό ως μια φιλοσοφική παράκαμψη στον επαναστατικό ανατολικό μαρξισμό. Που όμως δεν τον ταυτίζει με τον σταλινισμό, μα με την παράδοση του Λένιν, Τρότσκι και σε ένα σημείο και του Γκράμσι.

Για τον Ρ. Τζάκομπυ η βάση του διαχωρισμού βρίσκεται στην πρόσληψη του Χέγκελ και του Ένγκελς σε σχέση με την σύλληψη της διαλεκτικής της φύσης και του κοινωνικού γίγνεσθαι. Δεν είναι τυχαίο πως η κριτική στην διαλεκτική της φύση του  γίγαντα Ένγκελς ξεκίνησε με τον Χεγκελιανό μαρξιστή Γ. Λούκατς.

Οι δυο αναγνώσεις του Μαρξ και του Χέγκελ

Κατά τον Ρ. Τζάκομπυ η επιστήμη στον Μαρξ τείνει να είναι wissenschaft, χεγκελιανής προέλευσης και όχι το αγγλοσαξονικό science που έχει πιο περιορισμένο νόημα και μάλιστα θετικιστικής προελεύσεως.  Επιστήμη που παραπέμπει στην καθολική γνώση της κοινωνικής κίνησης  και όχι στα επιστημονικά επιτεύγματα των θετικών επιστημών.

Η  διαφορά βρίσκεται στην ιστορία, στην επιστήμη της ιστορίας. Που δεν είναι η απαρίθμηση των ιστορικών  συμβάντων αλλά η ιστορία της εξέλιξης της ανθρωπότητας. Η ιστορία του αγώνα των ανθρώπων που την κάνουν συνυπολογίζοντας τους αντικειμενικούς περιορισμούς.

Απέναντι σε αυτή την ανάγνωση βρέθηκε η ορθόδοξη μαρξιστική ανάγνωση του Χέγκελ, μια θετικιστική ανάγνωση που κωδικοποιήθηκε από τον πατερούλη των λαών Ι. Στάλιν σε ένα σύνολο νόμων. Κατά τον  Ρ. Τζάκομπυ ο Χέγκελ είτε δεν διαβάστηκε καθόλου, είτε διαβάστηκε θετικιστικά κάτι που αποδεικνύει την εν δυνάμει απειλή της Χεγκελιανής φιλοσοφίας.

Βέβαια η ίδια η διαλεκτική ανάγνωση του Μαρξ εμπεριέχει μια αμφίσημη αντιμετώπιση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Από την μια ανοικτή καταγγελία και από την άλλη  ένας θαυμασμός σε αυτόν  ως μια αναπτυγμένη έκφραση της ιστορικής εξέλιξης. Το ίδιο και με το ζήτημα της αποικιοκρατίας που την έβλεπε ως μια «πονηριά του ιστορικού πνεύματος»  που ανάπτυσσε τις παραγωγικές δυνάμεις.

Αυτή η εξελικτική οπτική του Μαρξ και των χεγκελιανών καταβολών του ήταν που γονιμοποιήθηκαν στο σοσιαλδημοκρατικό στρατόπεδο, ιδιαίτερα στο χώρο του γερμανικού SPD. Ένας καπιταλισμός της εργατικής τάξης που είχε στόχο  να ολοκληρώσει την διαδικασία εκβομηχανοποίησης που θα ανάπτυσσε τις παραγωγικές δυνάμεις δημιουργώντας το παραγωγικό- οικονομικό πλαίσιο για το  σοσιαλισμό. Αυτή την αντίληψη ακολούθησε τόσο ο Λένιν, όσο και ο Στάλιν και ως ένα βαθμό και ο Τρότσκι και ο Μάο. Ο τελευταίος όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό, ιδιαίτερα την περίοδο της πολιτιστικής επανάστασης.

Μόνο που σε αυτό το πεδίο ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και το κεφάλαιο ως κυρίαρχη ηγεμονική σκέψη, παίρνοντας μαθήματα από το μαρξισμό, κατάφερε να επικρατήσει και να νικήσει τον ορθόδοξο σοβιετικό μαρξισμό. Και ήταν απόλυτα φυσικό να συμβεί. Ο καπιταλισμός έπαιζε στο δικό του πεδίο σε αντίθεση με τον μαρξισμό.

Φυσικά ανορθόδοξοι και αιρετικοί μαρξιστές διανοητές όπως Ε. Μπλοχ, Ε. Μόρρις, Α. Μπρετόν. Β. Ράιχ διέσωσαν- όχι χωρίς αυταπάτες- την ρομαντική, ουτοπική και επαναστατική ουσία του μαρξισμού. Πρόκειται για το «Θέρμο ρεύμα» του μαρξισμού σε αντίθεση με το ψυχρό, θετικιστικό, τεχνοκρατικό ρεύμα του μαρξισμού.

Στην πραγματικότητα για τον  Ρ. Τζάκομπυ δεν μπορούμε παρά να μιλάμε για δυο χεγκελιανές παραδόσεις που διαπότισαν τους μαρξισμούς στον 20ό αιώνα. Όπως γράφει «σοβιετικός και ευρωπαϊκός μαρξισμός βασίστηκαν σε ανταγωνιστικές χεγκελιανές παραδόσεις». Μιλάμε για τον «ιστορικό» και τον «επιστημονικό» Χέγκελ.

Οι «ιστορικοί»  μαρξιστές Χεγκελιανοί έκλιναν προς τον Χέγκελ της υποκειμενικότητας, της συνείδησης, της ιστορίας. Το Χέγκελ της φαινομενολογίας του πνεύματος. Οι επιστημονικοί Χεγκελιανοί  προσέγγιζαν τον Χέγκελ της επιστήμης, της διαλεκτικής, της λογικής και του πολιτικού πνεύματος. Τον Χέγκελ της επιστήμης της λογικής.

Και αυτό το βλέπουμε καλύτερα στην διαλεκτική της φύσης που την υπερασπίστηκαν οι ορθόδοξοι σοβιετικοί μαρξιστές ως μια κοσμοαντίληψη, σε αντίθεση με τους ιστορικούς Χεγκελιανούς που  εναντιώθηκαν στην διαλεκτική της φύσης τοποθετώντας τα ζητημένα στο πεδίο της εργασίας, της δράσης και της  αυτοσυνειδησίας του υποκειμένου.

Με τον Ένγκελς με την διαλεκτική της φύσης  να υπερασπίζεται μια ενότητα της φύσης και της κοινωνίας, τοποθετημένος σε μια στέρεα επιστημονική ανάγνωση του Χέγκελ. Σημαδεύοντας καθοριστικά τον ορθόδοξο μαρξισμό. Στην σύγκρουση μεταξύ ορθόδοξου και αιρετικού δυτικού Μαρξισμού  ο πρώτος υπερασπίστηκε μια επιστημονική ανάγνωση του Χέγκελ και ο δεύτερος μια ιστορική.

Ενώ είναι αρκετά γνωστή η σύγκρουση του ιστορικού χεγκελιανού  μαρξιστή Γ. Λούκατς με τον επιστημονικό Χεγκελιανό σοβιετικό μαρξιστή Ντεμπόριν. Φυσικά όπως ήταν αναμενόμενο στο σύμπαν του σταλινισμού, οι Ντεμποριανοί έγιναν και αυτοί θύματα του ιδεολογικού- πολιτικού εκφυλισμού.  Ο ίδιος ο Στάλιν παρενέβη και δημιούργησε για τον επιστημονικό χεγκελιανισμό του Ντεμπόριν  τον όρο «μενσεβικίζων ιδεαλισμός»…

Η ιστορία δεν έχει κριθεί ακόμη…

Για τον συγγραφέα στο επίμετρο για την ελληνική έκδοση του 2009 η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η διπλή ήττα του σοβιετικού και δυτικού μαρξισμού, μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως « ο μαρξισμός έχει πάψει να είναι όχι μόνο μια πολιτική αλλά και διανοητική δύναμη. Η ιστορία έχει αποφανθεί».

Κι όμως προς το τέλος του επιμέτρου ο συγγραφέας θεωρεί πως η κρίση επιβεβαιώνει τα λεγόμενα του Μαρξ, αναγνωρίζοντας το αυτονόητο. Την απουσία συνεκτικής πολιτικής και φιλοσοφικής απάντησης στην  σημερινή κρίση του καπιταλισμού. Φοβούμενος πως μια οικονομική κατάρρευση θα έφερνε πιο κοντά την βαρβαρότητα παρά τον σοσιαλισμό.

Μια κατάσταση που δεν την θεωρεί απελπιστική μα αντικειμενικά ασαφής. Ταυτιζόμενος με την άποψη του Β. Σερζ: «Και  έχουμε μάθει πως να νικάμε, αυτό δεν πρέπει να το ξεχάσουμε ποτέ», αν και ιστορικά ηττημένοι.

Εγώ και πάλι στο τέλος αυτής της ανάγνωσης της «διαλεκτικής της ήττας» θα επιστρέψω σε αυτό που έγραψα στην αρχή. Η μάχη, η νίκη και η ήττα  κρίνεται τελεσίδικα μόνο αν ολοκληρωθεί η ιστορική διαδικασία μιας εποχής. Μέσα από αυτή την οπτική ο μαρξισμός ως πολιτικό και ως φιλοσοφικό εργαλείο παραμένει ζωντανός.   Ζωντανός για αυτούς που έχουν υποταχτεί με την προοπτική της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Για αυτούς που αναστοχάζονται την επαναστατική κομμουνιστική επαναθεμελίωση. Για αυτούς η ιστορία δεν  έχει κριθεί ακόμη…

By Δημήτρης Αργυρός

ΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ. ΑΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΘΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ . ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ . ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΤΟΠΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ. ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ.

Αφήστε μια απάντηση