Πε. Ιαν 20th, 2022

Στα Οικονομικά Χειρόγραφα του 1857-1858, γνωστά σαν Grundrisse, στο τμήμα με τίτλο «Το προτσές του σταθερού κεφαλαίου», υποστηρίζει ο Μαρξ ότι οι κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής έρχονται σε αξεπέραστη αντίφαση με τις παραγωγικές δυνάμεις όταν θα κυριαρχεί η «γενική διάνοια», δηλαδή όταν η επιστήμη, και οι συσσωρευμένες γνώσεις, θα είναι κυρίαρχες στην παραγωγή, σε σχέση με την άμεση εργασία.

Από τη στιγμή που θα φτάσουμε στο σημείο εκείνο όπου η γνώση και η επιστήμη μετατρέπονται σε άμεσες παραγωγικές δυνάμεις, από τη στιγμή που «το κεφάλαιο -εντελώς άθελά του- μειώνει την ανθρώπινη εργασία, την κατανάλωση δύναμης σε ένα ελάχιστο, αυτό θα παίξει υπέρ της χειραφετημένης εργασίας και αποτελεί την προϋπόθεση της χειραφέτησής της».

“Τότε επισημαίνει ο Μαρξ η κάθε προσπάθεια για απόσπαση υπεραξίας καθίσταται αναχρονισμός, και εμπόδιο για την παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, και τούτο διότι: «δεν θα είναι ούτε η άμεση εργασία που πραγματοποιείται από τον ίδιο τον άνθρωπο ούτε ο χρόνος εργασίας του, αλλά η οικειοποίηση της γενικής παραγωγικής του δύναμης, η από μέρους του κατανόηση και κυριαρχία της φύσης μέσω της ύπαρξής του ως κοινωνικού σώματος, με μια λέξη η ανάπτυξη της κοινωνικής ατομικότητας που εμφανίζεται σαν ο μεγάλος θεμελιακός μοχλός της παραγωγής και του πλούτου».

Έτσι λοιπόν, όταν η κοινωνία φτάσει σε ένα σημείο όπου η «γενική διάνοια», δηλαδή η συλλογική, κοινωνική ευφυΐα, δημιουργημένη από συσσωρευμένες γνώσεις, τεχνικές και τεχνογνωσίες, έχει μετατραπεί σε άμεση παραγωγική δύναμη, τότε μπορούμε να πούμε ότι είναι κατάλληλες συνθήκες για την οριστική επικράτηση του κομμουνισμού. Τότε το πισωγύρισμα στον καπιταλισμό θα είναι αδύνατο….”

Το παραπάνω απόσπασμα είναι το πλέον σημαντικό και κομβικό σημείο ενός πολύ αξιόλογου άρθρου του φίλου και συντρόφου Αντώνη Πολίτη που ήταν η εισήγηση του  στον επαναστατικό όμιλο Κέρκυρας στις 11/4/13. Πού πέρα από τις ιδεολογικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις μου για την διάκριση πρωίμου και ώριμου σοσιαλισμού και για τον χαρακτήρα του σοβιετικού μοντέλου, νομίζω πως μας  εισάγει σε μια εντελώς διαφορετική οπτική από τον ορθόδοξο μαρξισμό- λενινισμό. Αποτελώντας συνέχεια επεξεργασιών του αυτόνομου και ελευθεριακού μαρξισμού καθώς και του βιβλίου του Γ. Ρούση:  Ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς, εκδ. Γκοβόστη, 2008. Σε αντίστοιχη ιδεολογική και πολιτική γραμμή/ λογική ήταν και το δικό μου κείμενο(το παρόν και το μέλλον του κομμουνισμού της “γενικής διάνοιας”:  https://argiros.net/?p=2275

Ακολουθεί το κείμενο του Αντώνη Πολίτη:

Αντώνης Δ. Πολίτης

ultra

Μαρξισμός & Πολιτική Οικονομία

Απρίλης 2013

περίληψη:κομμουνισμός είναι μια κοινωνία στην οποία κυριαρχεί η ανάγκη για δημιουργία, η ουσιαστική ελευθερία και η ανάγκη για την υπέρβαση των «ορίων» του ανθρώπου, της κοινωνίας και της φύσης. προϋπόθεση για αυτό είναι να έχει κυριαρχήσει ένας τύπος εργασίας που έχει μετατραπεί σε αυτοσκοπούμενη δημιουργική δραστηριότητα. αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης θα είναι και η δυνατότητα για την κατάργηση του νόμου της αξίας. ο βιομηχανικός εργάτης του πρώιμου σοσιαλισμού δεν ήταν σε θέση να διευθύνει ούτε την οικονομική, ούτε την πολιτική ζωή δίχως διαμεσολάβηση. η εργασία στον πρώιμο σοσιαλισμό διεξάγεται χάριν του μισθού. η κατάργηση του κεφαλαίου στην ΕΣΣΔ έφερε στο φως τις βαθύτερες εσωτερικές αντιθέσεις της εργασίας. η αντίθεση διευθυντικής – εκτελεστικής εργασίας, η αντίθεση κοπιώδους, μονότονης, ανθυγιεινής – ευχάριστης, δημιουργικής εργασίας, η αντίθεση διανοητικής – χειρωνακτικής εργασίας ήρθαν σε πρώτο πλάνο. συγκεκριμένες παραγωγικές δυνάμεις προσιδιάζουν σε συγκεκριμένες παραγωγικές σχέσεις. η υλική βάση του κομμουνισμού είναι η «γενική διάνοια» και όχι η μηχανή. καπιταλισμός και κομμουνισμός έχουν διαφορετική και όχι κοινή υλική βάση. το παράδειγμα της wikipedia.

λέξεις κλειδιά: κομμουνισμός, δημιουργική δραστηριότητα, κατάργηση του νόμου της αξίας, βιομηχανικός εργάτης, πρώιμος σοσιαλισμός, εσωτερικές αντιθέσεις της εργασίας, επιστήμη, «γενική διάνοια», υλική βάση.

Α. Για τον κομμουνισμό

«Για μας, ο Κομμουνισμός δεν είναι μια κατάσταση των πραγμάτων, που πρέπει να εδραιωθεί, ένα ιδανικό, στο οποίο η πραγματικότητα θα πρέπει να προσαρμοστεί. Ονομάζουμε Κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων» [Γερμανική Ιδεολογία]

Τι δεν είναι κομμουνισμός; Κομμουνισμός δεν είναι ο κρατισμός, ο αυταρχισμός, η ανελευθερία, η υλική φτώχεια και η προς τα κάτω ισοπέδωση.

Σύμφωνα με τον Μαρξ ο κομμουνισμός δεν ήταν ένα ιδανικό στο οποίο θα έπρεπε να προσαρμόσουμε την πραγματικότητα, αλλά «η πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων» [Γερμανική Ιδεολογία]. Αν λοιπόν κάποιες από τις προβλέψεις του Μαρξ δεν συμφωνούν με την πορεία της Ιστορίας έτσι όπως αυτή εξελίχθηκε τότε οφείλουμε να δούμε ποιες από τις παραδοχές του έχασαν στην εξέλιξη του χρόνου την ισχύ τους ή ακόμα χειρότερα ήταν ατελείς εκ γενετής.

 Αυτοσκοπούμενη δημιουργική δραστηριότητα

Θα μπορούσαμε να ορίσουμε τον κομμουνισμό ως μια κοινωνία δίχως ανταγωνιστικές τάξεις, όπου η πολιτική λειτουργία του κράτους έχει ατονήσει, η αγορά έχει περιοριστεί σε σημαντικό βαθμό και επιβιώνει μονάχα σε καθυστερημένους τομείς της οικονομίας. Κυρίως όμως είναι μια κοινωνία όπου η εργασία έχει μετατραπεί σε δημιουργική δραστηριότητα που διεξάγεται ως αυτοσκοπός, απέναντι στην καταναγκαστική εργασία με τριπλή έννοια, καταναγκαστική λόγω της φύσεως της εργασίας και των εγγενών χαρακτηριστικών της εργασίας ως τέτοιας, καταναγκαστική λόγω της εξάρτησης από τον κεφαλαιοκράτη-εργοδότη και τέλος λόγω της εκτέλεσής της κάτω από την πίεση της οικονομικής αναγκαιότητας και του βιοπορισμού. Κομμουνισμός σημαίνει η ανθρώπινη δραστηριότητα να μην αποτελεί κυρίως μέσο για να ζει ο άνθρωπος, αλλά να μετατραπεί αυτή η ίδια σε πρώτη ανάγκη της ζωής. Αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούμε εν μέρει να τα βρούμε σήμερα στην καλλιτεχνική ή στην επιστημονική δραστηριότητα για να δώσουμε ένα παράδειγμα.

Αυτό το πραγματικό βασίλειο της ελευθερίας, δηλαδή «η ανάπτυξη των δυνάμεων του ανθρώπου σαν αυτός καθαυτός σκοπός» [Το Κεφάλαιο, τ. 3] αρχίζει στην πραγματικότητα εκεί που παύει η εργασία να υπαγορεύεται από ανάγκη επιβίωσης και από εξωτερική σκοπιμότητα. Τότε σύμφωνα με τον Ένγκελς παύει ο αγώνας για την ατομική ύπαρξη, οπότε για πρώτη φορά ο άνθρωπος διαχωρίζεται υπό μια έννοια οριστικά από το ζωικό βασίλειο.

Με άλλα λόγια για τους κλασικούς πρέπει να ξεπεραστεί ο οικονομικός άνθρωπος για να εκδηλωθεί η ελευθερία του καθολικού ανθρώπου. Στον κομμουνισμό κατά τη γνώμη μας δεν καταργείται η μισθωτή εργασία και μόνο, αλλά η εργασία ως τέτοια. Δηλαδή η εργασία με την οποία παράγεται καθετί χρήσιμο μετατρέπεται σε κάτι άλλο, σε μη-εργασία. Αξίζει να θυμίσουμε την κριτική του Μαρξ από το 1844 στον «πρωτόγονο κομμουνισμό» ο οποίος υποστήριζε ότι ο κομμουνισμός «θα είναι απλώς μια κοινότητα εργασίας», όπου δηλαδή ο ρόλος του εργάτη θα έχει επεκταθεί σε όλους τους ανθρώπους των οποίων η κοινότητα θα είναι ένας «καθολικός κεφαλαιοκράτης» [Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα].

Κατάργηση του νόμου της αξίας

Αν ο κυρίαρχος τύπος εργασίας δεν είναι πια εργασία καταναγκαστική και απεχθής, τότε τα αποτελέσματά της, δηλαδή τα προϊόντα υλικά και άυλα μπορούν να ανταλλάσσονται έξω από τον νόμο της αξίας. Αντίθετα όσο τα προϊόντα υλικά και άυλα συνιστούν αποκρυσταλλώματα μη-δημιουργικής, καταναγκαστικής εργασίας τότε αυτά μπορούν μόνο να ανταλλάσσονται ως ισοδύναμα, δηλαδή μέσω της αγοράς. Αν η εργασία είναι δημιουργική τότε δεν οδηγεί σε τάσεις αποφυγής και χάνει το νόημά της η εξωτερική εποπτεία της εργασιακής διαδικασίας. Αντίθετα όσο η εργασία δεν παύει να είναι καταναγκαστική τότε ο άνθρωπος εξακολουθεί να έχει «δικαίωμα στην τεμπελιά» [Λαφάργκ].

Τελικά κομμουνισμός είναι το «βασίλειο της ελευθερίας». Η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός συνιστά προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων. Κολεκτιβισμός και κομμουνισμός κάθε άλλο παρά ταυτίζονται αφού στον κολεκτιβισμό το άτομο αφομοιώνεται από το σύνολο-την κοινότητα. Αντίθετα στον κομμουνισμό η προσωπικότητα και οι ελευθερίες γίνονται το κέντρο γύρω από το οποίο αναπτύσσεται η κοινωνία στο σύνολό της.

Για να μπορέσει η κοινωνία να κινηθεί σε αυτόν τον δρόμο υπάρχουν συγκεκριμένες αναγκαίες συνθήκες και προϋποθέσεις. Αυτές δεν γίνεται να παρακαμφθούν. Υπό αυτό το πρίσμα θα συζητήσουμε σύντομα τα συμπεράσματα που εξάγουμε από τις χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού.

Β. Για τη θέση του εργαζομένου στην ΕΣΣΔ

Οκτωβριανή Επανάσταση

Πρώτη πολύ σημαντική απόπειρα του ανθρώπου να απελευθερωθεί από τα δεσμά της εκμετάλλευσης και να γίνει κυρίαρχος στη ζωή του –να αποκτήσει νέους βαθμούς ελευθερίας– συναντάμε στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Αν ο εργαζόμενος καταργούσε την κυριαρχία της αστικής τάξης και τις λειτουργίες του κεφαλαίου στην οργάνωση και τη διεύθυνση της παραγωγής θα μπορούσε να αναβαθμίσει τη θέση του στη ζωή και την εργασία, θα μπορούσε να απελευθερωθεί. Προσπαθώντας ο άνθρωπος να κάνει κριτική στη ζωή του και τον καπιταλισμό ξεκλειδώνει το μυστικό της σχέσης κεφάλαιο-εργασία, αποκαλύπτει την ουσία της κοινωνίας και της εργασίας, τη βαθύτερη φύση της εργασίας. Ποια ήταν λοιπόν η θέση που κατέκτησε ο εργαζόμενος και ειδικότερα ο βιομηχανικός εργάτης στην οργάνωση της ζωής του και της παραγωγής στις χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού;

Συνθήκες προεπαναστατικής Ρωσίας

Η Ρωσία, μια αχανής ημιφεουδαρχική χώρα με τρομερή τεχνική καθυστέρηση, έχει αρχίσει να αναπτύσσει νησίδες καπιταλιστικές, αγορά συνδέει τις απομακρυσμένες περιοχές της χώρας σε ένα όλο και εργαζόμενοι συρρέουν στα νέα αστικά κέντρα που αρχίζουν να διαμορφώνονται. Ο αστικός πληθυσμός πολλαπλασιάζεται μέσα σε λίγα χρόνια. Αναπτύσσεται βιομηχανία στην οποία αποφασιστικό ρόλο παίζουν οι μηχανές. Με την ανάπτυξη της βιομηχανίας εμφανίζεται παράλληλα και ένας τύπος εργαζομένου με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Σε σύγκριση με τον εργάτη γης και τον μικροκαλλιεργητή του προηγούμενου σταδίου που ήταν αναλφάβητος έχει κάποιες στοιχειώδεις απαραίτητες γνώσεις, γίνεται κάτοικος πόλης, στέκεται πλάι σε άλλους εργάτες που σωρεύονται τώρα στα αστικά κέντρα και στις επιχειρήσεις που μεγαλώνουν και συγκεντρώνονται γρήγορα. Αυτή η συγκέντρωση στις πόλεις όπου σε μικρά διαμερίσματα διαμένουν έως και 10-15 ψυχές, αλλά και η καθημερινή τριβή με 100άδες άλλους εργαζόμενους στις μεγάλες επιχειρήσεις δίνει τη δυνατότητα η νέα εργατική τάξη το βιομηχανικό προλεταριάτο να κατανοήσει το κοινό ταξικό της συμφέρον απέναντι στην τάξη των καπιταλιστών. Αυτή η τάξη θα αποτελέσει την κρίσιμη μάζα σε όλα τα πολιτικά-κοινωνικά κινήματα του 20ου αιώνα.

Κρατικοποίηση

Με την επανάσταση αποσπάστηκε η πολιτική εξουσία από την αστική τάξη. Έπειτα ζητούμενο ήταν η απόσπαση και της οικονομικής κυριαρχίας με τη μεταφορά των λειτουργιών του κεφαλαίου στην εργατική τάξη. Ο τρόπος που επιλέχθηκε ήταν η περίφημη απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής. Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής πήρε στην ΕΣΣΔ τη μορφή της κρατικοποίησης. Τα εργοστάσια δεν ανήκαν πλέον στους καπιταλιστές, αλλά στο κράτος.

«Θεμελιώδες γνώρισμα του σοσιαλισμού του 20ου αιώνα είναι η εγκαθίδρυση της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής με τη μορφή της κρατικοποίησής τους και η κοινωνική διεύθυνση του συνόλου των παραγωγικών δραστηριοτήτων βάσει ενιαίων οικονομικών σχεδίων» [Περικλής Παυλίδης, Υποκείμενο της εργασίας και σοσιαλισμός, Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα: ΠΡΙΝ, αρ. φύλλου 1111, 4 Νοεμβρίου 2012., σελ. 20].

Σχεδιασμένη διεύθυνση

Βασικές πλευρές της μετεπαναστατικής πορείας στην ΕΣΣΔ (αν κάνουμε αφαίρεση από τις πολύ ειδικές συνθήκες των πρώτων χρόνων) είναι η «βίαιη κολλεκτιβοποίηση» των αγροτών και η «σχεδιασμένη εκβιομηχάνιση». Το σύστημα αυτό λοιπόν που ονομάστηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός» αρχίζει να αποκρυσταλλώνεται και να παγιώνει τα βασικά του χαρακτηριστικά με το πρώτο 5χρονο πλάνο το 1929. Θα συζητήσουμε σύντομα για τη σχεδιασμένη διεύθυνση της παραγωγής που συνιστά φυσική συνέπεια της ιδιαίτερης μορφής κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής στην ΕΣΣΔ: της κρατικοποίησης.

Όπως αναφέρει ο Μηλιός «βασικό στοιχείο του οικονομικού σχεδιασμού στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» είναι ένας συγκεκριμένος τύπος οικονομικού ελέγχου των επιχειρήσεων από το κράτος (τις κρατικές υπηρεσίες σχεδιασμού). Ο έλεγχος αυτός στηρίζεται σε δύο άξονες: α) Στο σχέδιο αυτό καθαυτό (που έχει το χαρακτήρα νόμου του κράτους), δηλαδή στον καθορισμό από τη μεριά του κράτους των οικονομικών στόχων τους οποίους οι κρατικές επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να υλοποιήσουν, και β) στην ιδιοποίηση από το κράτος του μεγαλύτερου μέρους του οικονομικού πλεονάσματος (υπερπροϊόντος) που παράγεται από τις επιχειρήσεις» [Γιάννης Μηλιός, Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ.].

Τα όρια του σχεδιασμού

«Τα όρια του σχεδιασμού, αλλά και η αδυναμία των κρατικών οικονομικών υπηρεσιών να ελέγξουν την (καθαυτό) παραγωγική διαδικασία, παρά μόνο ως προς (ορισμένα από) τα αποτελέσματά της, προσδίδουν ορισμένα όρια οικονομικής ανεξαρτησίας στις παραγωγικές μονάδες (κρατικές επιχειρήσεις). Οι παραγωγικές μονάδες διοικούνται από ένα διευθυντή που έχει τοποθετηθεί από την κρατική εξουσία» [Γιάννης Μηλιός, Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ.].

Υλικά Κίνητρα

«Για την αύξηση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων το κράτος κατέχει δύο μέσα: Τη θέσπιση ενός συστήματος υλικών αμοιβών (κινήτρων), για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, μέσα από την ενίσχυση των περισσότερο αποδοτικών επιχειρήσεων και την αύξηση των αποδοχών των περισσότερο αποδοτικών εργαζομένων, από τη μια, και τον καθορισμό των τιμών των εμπορευμάτων με τρόπο που να ευνοεί και πάλι τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της παραγωγής, από την άλλη» [Γιάννης Μηλιός, Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ.].

Έτσι η αμοιβή με το κομμάτι αναδεικνύεται στην κυρίαρχη μορφή μισθού στον «υπαρκτό σοσιαλισμό»: «Το 1953 στην ΕΣΣΔ δούλευαν με το κομμάτι τα 77% του συνόλου των εργατών της βιομηχανίας» [Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Πολιτική Οικονομία, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, Μόσχα., 1954., σελ. 580].

Δυο φάσεις οικονομικής ανάπτυξης στην ΕΣΣΔ

Η οικονομική ανάπτυξη στην ΕΣΣΔ στην περίοδο που εξετάζουμε μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ιστορικές φάσεις:

«Η πρώτη ιστορική φάση, που καλύπτει την περίοδο του μεσοπολέμου (πιο συγκεκριμένα τη δεκαετία του 1930) και την πρώτη μεταπολεμική περίοδο (μέχρι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950) χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακά αποτελέσματα: εξαιρετικά ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και μια ταχύτατη αναδιάρθρωση της σοβιετικής οικονομίας. Σε διάστημα περίπου μιας δεκαετίας η ΕΣΣΔ μετασχηματίζεται από «αγροτοβιομηχανική χώρα» σε κορυφαία βιομηχανική δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας. Κατά την περίοδο 1928-1940 η συνολική βιομηχανική παραγωγή αυξάνεται κατά 6,5 φορές, ενώ η παραγωγή μέσων παραγωγής κατά 10 φορές και η παραγωγή μηχανών περισσότερο από 12 φορές. Η σοβιετική βιομηχανική παραγωγή αποτελούσε το 1927 το 5% της παγκόσμιας, ποσοστό που το 1937 είχε ανέβει στο 10%. Οι ιδιαίτεροι μηχανισμοί που διέπουν την οικονομία του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και πιο συγκεκριμένα η συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους του οικονομικού πλεονάσματος (υπερπροϊόντος) στα χέρια του κράτους (στα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού) επέτρεψε την πραγματοποίηση σημαντικών επενδύσεων σε βιομηχανικούς κλάδους κλειδιά (βαριά βιομηχανία, μεταλλουργία, κατασκευή μηχανών), τον προσανατολισμό του εργατικού δυναμικού προς τους κλάδους αυτούς παράλληλα με την αντίστοιχη ραγδαία μείωση της απασχόλησης στην ύπαιθρο κ.λπ.

Η δεύτερη ιστορική φάση, η οποία προκύπτει μετά την ολοκλήρωση των βασικών διαρθρωτικών αλλαγών της οικονομίας της ΕΣΣΔ, και η οποία συνήθως ονομάζεται από τους σοβιετικούς «αναπτυγμένος σοσιαλισμός», χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση μιας σειράς οικονομικών προβλημάτων με μόνιμο χαρακτήρα, που ανάγονται σε δύο βασικές «δυσλειτουργίες» της οικονομίας του «υπαρκτού σοσιαλισμού»: 1. Χαμηλό επίπεδο και χαμηλοί ρυθμοί αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, με εκφάνσεις, α) την τεχνολογική υστέρηση της σοβιετικής οικονομίας και την κακή ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων (ένα μεγάλο ποσοστό των οποίων δεν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές του κρατικού σχεδίου), β) το ψηλό ποσοστό ελαττωματικών και ακατάλληλων για χρήση προϊόντων, γ) τη χαμηλή διεθνή τους ανταγωνιστικότητα (το 1982 63,2% των συνολικών εξαγωγών της ΕΣΣΔ και περισσότερο από 75% των εξαγωγών της προς την ΕΟΚ αποτελούνταν από καύσιμα και πρώτες ύλες, ενώ μόλις 12,5% των συνολικών εξαγωγών της και 1,2% των εξαγωγών της προς τις χώρες μέλη της ΕΟΚ αποτελούνταν από μηχανουργικά προϊόντα), δ) τη συστηματική αθέτηση από μεγάλο ποσοστό επιχειρήσεων του χρονοδιαγράμματος παράδοσης των προϊόντων τους, το οποίο είχε καθοριστεί από τα συμβόλαια με άλλες κρατικές βιομηχανίες ή εμπορικές επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα, ανάμεσα στα άλλα, μια μόνιμη «στενότητα προσφοράς» στη σοβιετική οικονομία, η οποία δεν αναιρείται από τη σχεδόν μόνιμη πλέον ύπαρξη μη επαρκώς απασχολούμενων μέσων παραγωγής, ε) τη σπατάλη των άφθονων στη σοβιετική οικονομία πρώτων υλών (η κατανάλωση πρώτων υλών στην ΕΣΣΔ για την κατασκευή συγκεκριμένων προϊόντων υπολογίζεται στο διπλάσιο με τριπλάσιο της αντίστοιχης κατανάλωσης πρώτων υλών στις δυτικές καπιταλιστικές χώρες) και στ) το χαμηλό βιοτικό επίπεδο του λαού» [Γιάννης Μηλιός, Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ.].

Στον πρώιμο σοσιαλισμό τις λειτουργίες του κεφαλαιοκράτη τις αποκτά το κράτος και ο διευθυντής της κρατικής επιχείρησης και εν μέρει τις λειτουργίες της αγοράς ο κρατικός σχεδιασμός αν και η αγορά δεν εξαφανίζεται. Η πολιτική ηγεσία της ΕΣΣΔ οδηγεί την οικονομία με εργαλείο τον σχεδιασμό σε μια οικονομική άμιλλα με τον καπιταλισμό για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της παραγωγικότητας. Σε αυτή την υπόθεση ο εργαζόμενος έχει ρόλο εκτελεστή. Το κράτος διαμορφώνει το σχέδιο, οι επιχειρήσεις το υιοθετούν και οι εργαζόμενοι καλούνται να το εφαρμόσουν. Αντιγράφονται οργανωτικά μοντέλα που αντιστοιχούν «σε καπιταλιστικές επιχειρήσεις, δηλαδή μονοπρόσωπη διεύθυνση, αστοί ειδικοί, φορντικό μοντέλο παραγωγής, αυστηρή πειθαρχία, μέγιστη χρήση του νόμου της αξίας και των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων κτλ.» [Διονύσης Πολίτης, Εφτά θέσεις για τις κοινωνίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού».].

Κυριότητα & κατοχή

Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής στην ΕΣΣΔ αποκαλύπτει ότι ένα ζήτημα είναι η κατάργηση της αστικής τάξης και άλλο ζήτημα είναι το πώς θα οργανωθεί η παραγωγή από εκεί και πέρα. Η κατάργηση της αστικής τάξης και η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής στην ΕΣΣΔ αποκάλυψε βαθύτερες άγνωστες πλευρές του χαρακτήρα της εργασίας. Επίσης αποκαλύπτεται η λεπτή υφή των σχέσεων ιδιοκτησίας. Δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε γενικά για ιδιοκτησία, αλλά πρέπει να εξετάζουμε την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τις πλευρές της οικονομικής κυριότητας και της κατοχής.

«Η σχέση ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά μπορεί σχηματικά να θεωρηθεί ότι αποτελείται από δυο επιμέρους σχέσεις: 1. Μια σχέση κυριότητας, που αποτελεί και την κυρίαρχη πλευρά των σχέσεων ιδιοκτησίας: πρόκειται για τη δυνατότητα ιδιοποίησης του υπερπροϊόντος το οποίο παράγεται ή πρόκειται να παραχθεί από τα μέσα παραγωγής, και 2. μια σχέση κατοχής, δηλαδή τη δυνατότητα (την αρμοδιότητα) του να τίθενται τα μέσα παραγωγής σε λειτουργία.

Σε όλους τους τρόπους παραγωγής η κυριότητα ανήκει στην κυρίαρχη τάξη, η οποία ιδιοποιείται το παραγόμενο υπερπροϊόν της κοινωνίας. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ανήκει στην κυρίαρχη τάξη, την κεφαλαιοκρατία, και η κατοχή των μέσων παραγωγής. Ο εργαζόμενος διαχωρίζεται πλήρως από τα μέσα παραγωγής, έρχεται σε επαφή μαζί τους μόνο με τη μεσολάβηση του ατομικού κεφαλαιοκράτη που ιδιοποιείται την υπερεργασία του. Η αμοιβή της εργασιακής του δύναμης παίρνει έτσι τη μορφή του μισθού» [Γιάννης Μηλιός, Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ.].

Στην ΕΣΣΔ τα μέσα παραγωγής ανήκαν σε όλους τους εργαζόμενους τυπικά-ονομαστικά ως περιουσία όλου του λαού. Έχει νομοθετηθεί μια συλλογική κυριότητα των μέσων παραγωγής. Ωστόσο, όπως γίνεται αντιληπτό η κρατική γραφειοκρατία έχει προνομιακή πρόσβαση στην περιουσία αυτή και το υπερπροϊόν που αποσπάται από τις επιχειρήσεις διότι ελέγχει από θέση ισχύος την οργάνωση ολόκληρης της παραγωγής και τον κρατικό σχεδιασμό. Παράλληλα η δεύτερη πλευρά των σχέσεων ιδιοκτησίας, η κατοχή των μέσων παραγωγής, δηλαδή η διεύθυνση της καθαυτό εργασιακής διαδικασίας εξακολουθεί να παραμένει κατά κύριο λόγο στα χέρια των διευθυντών της κάθε επιχείρησης οι οποίοι και υπάγονται, μέσω του πλάνου και της συλλογικής – κρατικής ιδιοποίησης που αυτό συνεπάγεται, στην κρατική «γραφειοκρατία» και τις σχέσεις συλλογικής κυριότητας των μέσων παραγωγής.

Η κατάργηση της πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας της αστικής τάξης έφερε στην πολιτική εξουσία ένα γραφειοκρατικό-διευθυντικό στρώμα που ασκούσε την εξουσία στο όνομα της εργατικής τάξης και οργάνωνε την οικονομία σύμφωνα με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Η γραφειοκρατία δεν αποτελούσε μια ξεχωριστή εκμεταλλευτική τάξη, αλλά ένα στρώμα που επιτελούσε λειτουργίες απαραίτητες για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. «Ο ταξικός χαρακτήρας ενός καθεστώτος δεν καθορίζεται κυρίως από το αν η ίδια η κυρίαρχη τάξη κυβερνά. Καθορίζεται από το χαρακτήρα των μετασχηματισμών που πραγματοποιεί, από το ποιας τάξης τα συμφέροντα εκπροσωπεί. Κανείς δεν σκέφτεται να αμφισβητήσει τον καπιταλιστικό χαρακτήρα μιας χώρας επειδή λίγοι ή και κανένας επιχειρηματίας δεν ασχολείται άμεσα με την πολιτική διαχείριση» [Διονύσης Πολίτης, Σκέψεις για την Οκτωβριανή επανάσταση.]

Γιατί όμως η διεύθυνση της ζωής και της οικονομίας δεν μπορούσαν στη φάση αυτή παρά να διαμεσολαβούνται;

Καθυστερημένος χαρακτήρας της εργασίας

Στις κοινωνίες αυτές διατηρούνταν σε μεγάλο βαθμό η χειρωνακτική εργασία ως συνέπεια της διατήρησης μεγάλου αριθμού προβιομηχανικών – χειροκίνητων μέσων παραγωγής, αλλά και για την ανάγκη υπηρέτησης των μηχανών.

Σύμφωνα με τον Παυλίδη «αυτό σήμαινε διατήρηση της άμεσης εμπλοκής των εργαζομένων, ως φυσικών δυνάμεων, στην παραγωγική διαδικασία. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, το αποτέλεσμα της εργασίας, η ποσότητα και η ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος εξαρτιόνταν σε μεγάλο βαθμό από τις φυσικές προσπάθειες των χειρωνακτών εργαζομένων, από την ένταση, το ρυθμό, τη διάρκεια, την επιδεξιότητα της χρησιμοποίησης των φυσικών-σωματικών τους δυνάμεων» [Περικλής Παυλίδης, Η επαναστατική στρατηγική στον πρώιμο σοσιαλισμό].

«Η εκμηχάνιση της παραγωγής είχε καταστήσει αναγκαία την ευρεία εφαρμογή επιστημονικών γνώσεων για τη διεύθυνση των παραγωγικών διαδικασιών. Οι εργαζόμενοι όμως, ως άμεσοι – φυσικοί συντελεστές της εκμηχανισμένης παραγωγικής διαδικασίας μπορούσαν να γνωρίζουν και να ελέγχουν τις συνθήκες λειτουργίας ξεχωριστών μηχανών, επιμέρους παραγωγικών συγκροτημάτων, ενώ στερούνταν της δυνατότητας σφαιρικής γνώσης και ελέγχου ευρύτερων παραγωγικών διαδικασιών. Η επιστημονική συγκρότηση που ήταν αναγκαία για το σχεδιασμό και τη διεύθυνση ευρύτερων παραγωγικών διαδικασιών, στο επίπεδο τμήματος, εργοστασίου, κλάδου, κοινωνίας, αποτελούσε, αναπόδραστα, εργασιακή ικανότητα ενός ξεχωριστού στρώματος εργαζομένων – φορέων της διανοητικής εργασίας. Στις χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού παρά την κοινωνική πρόοδο που σημειώθηκε δεν κατέστη εφικτή η υπέρβαση του υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας» [Παυλίδης, Η επαναστατική στρατηγική].

«Εκτός αυτού, και δεδομένου ότι για τη σχεδιοποιημένη διεύθυνση των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων απαιτούταν η υπέρβαση της αμεσότητας των φυσικών συντελεστών της παραγωγής, η κεντρική συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών για το σύνολο των παραγωγικών δυνάμεων και διαδικασιών, η επιστημονική γνώση-κατανόηση των μεταξύ τους αλληλεπιδράσεων, κατέστη αναπόφευκτη η συγκρότηση ενός ξεχωριστού από τους άμεσους παραγωγούς, ιεραρχικού συστήματος διεύθυνσης των παραγωγικών δυνάμεων. Στην κλίμακα όλης της κοινωνίας μόνο ο κρατικός μηχανισμός μπορούσε να επιτελέσει αυτό το διευθυντικό έργο, το οποίο δεν μπορούσαν να φέρουν εις πέρας οι άμεσοι παραγωγοί» [Παυλίδης, Η επαναστατική στρατηγική].

«Από τη στιγμή που στις χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού μεγάλο μέρος των εργαζομένων, στη φυσική-σωματική αμεσότητά τους, αποτελούσε παραγωγική δύναμη, η σχεδιοποιημένη διεύθυνση της παραγωγής προϋπόθετε και τη διεύθυνση των ίδιων των χειρωνακτών εργαζόμενων, την οργάνωση και εποπτεία του τρόπου χρησιμοποίησης των φυσικών τους δυνάμεων. Προϋπόθετε, δηλαδή, τη διατήρηση και αναπαραγωγή των σχέσεων διεύθυνσης ανθρώπου από άνθρωπο, πράγμα που συνιστά την πεμπτουσία του γραφειοκρατικού φαινομένου. Δέον να σημειώσουμε εμφατικά ότι το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στον πρώιμο σοσιαλισμό αποτελεί αναπόδραστη και συνάμα αντιφατική πλευρά του, δεδομένου ότι σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του παρέμειναν αναγκαίες οι σχέσεις διεύθυνσης ανθρώπου από άνθρωπο, η διεύθυνση των άμεσων παραγωγών, ως μέρος της συνολικής διεύθυνσης της παραγωγής» [Παυλίδης, Η επαναστατική στρατηγική].

Τελικά «ο βιομηχανικός εργάτης παρέμενε υποταγμένος σε ένα άτεγκτο-υποδουλωτικό καταμερισμό εργασίας, σε στερεότυπες, μονότονες και κοπιώδεις δραστηριότητες υπηρέτησης των μηχανών, στη μερικότητα των ξεχωριστών θέσεων και διαδικασιών παραγωγής. Οι εργαζόμενοι της εκμηχανισμένης παραγωγής και πολύ περισσότερο οι απλοί χειρώνακτες αδυνατούσαν να διαχειριστούν από μόνοι τους ευρύτερες παραγωγικές διαδικασίες» [Παυλίδης, Υποκείμενο της εργασίας, σελ. 20].

«Είναι αληθές ότι σε αυτές τις κοινωνίες οι εργαζόμενοι-άμεσοι παραγωγοί είχαν επιτύχει πολύ σημαντικές κοινωνικές κατακτήσεις που βελτίωσαν εξαιρετικά τις συνθήκες ζωής τους και καλλιέργησαν μεταξύ τους σχέσεις συντροφικότητας και αλληλεγγύης. Παρά ταύτα, δεν κατέστη εφικτή η υπέρβαση των αντιθέσεων μεταξύ διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας, διοικητικής και εκτελεστικής, ευχάριστης-δημιουργικής και μονότονης-κοπιώδους-ανθυγιεινής. Αντιθέσεις που σηματοδοτούν την κυριαρχία ενός εισέτι υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας» [Περικλής Παυλίδης, Μια προσέγγιση για τις αντιθέσεις των πρώτων σοσιαλιστικών κοινωνιών.].

«Στις δεδομένες συνθήκες η εργασιακή δραστηριότητα για πολλούς εργαζόμενους αποτελούσε εξωτερική και όχι εσωτερική ανάγκη. Κίνητρό της ήταν η ιδιοποίηση διαμέσου του μισθού μέρους του προοριζόμενου για ατομική κατανάλωση προϊόντος και όχι η απόλαυση της ίδιας της εργασίας ή η συνειδητή συμβολή στην πρόοδο της κοινωνίας. Οι εν λόγω αντιθέσεις γεννούσαν διαφορές ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό-κοινωνικό συμφέρον, ιδιότυπους ανταγωνισμούς μεταξύ των ίδιων των εργαζομένων για κατάληψη ευνοϊκότερων θέσεων στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, στάσεις ζωής ξένες ή ακόμη και εχθρικές προς το σοσιαλισμό: καριερισμό, καταναλωτισμό, κομφορμισμό, ηθική διπροσωπία κ.λπ.» [Παυλίδης, Μια προσέγγιση].

Όπως ήδη αναφέραμε αυτές οι αντιθέσεις βρίσκονται στον πυρήνα της εργασίας και έρχονται στο προσκήνιο με έντονο τρόπο μετά την κατάργηση της κύριας κοινωνικής αντίθεσης, της αντίθεσης μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας. Η κατάργηση των εκμεταλλευτικών τάξεων και σχέσεων έφερε στο προσκήνιο αντιθέσεις μη ταξικού τύπου, οι οποίες χαρακτηρίζουν την ίδια την εργασία: την αντίθεση μεταξύ μονότονης, κοπιώδους, ανθυγιεινής εργασίας και εργασίας ξεκούραστης, δημιουργικής, μεταξύ διοικητικής και εκτελεστικής εργασίας, μεταξύ διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας.

Συμπερασματικά για τις κοινωνίες του πρώιμου σοσιαλισμού:

  1. Η κοινωνικοποίηση είναι τυπική με τη μορφή της κρατικοποίησης. Η οικονομία διευθύνεται μέσω του κρατικού σχεδίου και των διευθυντών. Είναι αναγκαία η χρήση εμπορευματοχρηματικών σχέσεων.

  2. Τυπική είναι και η εξουσία της εργατικής τάξης, εξουσία στο όνομά της, διαμεσολαβημένη από το κόμμα της.

  3. Η εργασία δεν συνιστά ανάγκη αλλά διεξάγεται χάριν του μισθού.

  4. Η εμπειρία από την προσπάθεια οικοδόμησης σοσιαλισμού είναι αμφίσημη: βγαίνουμε σοφότεροι μέσα από μια σημαντική ήττα. Η απελευθέρωση από τα δεσμά του κεφαλαίου αποκάλυψε με καθαρότητα τις βαθύτερες αντιθέσεις της εργασίας. Επίσης φάνηκε ότι η προσπάθεια για οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κοινωνίας πάνω σε μια καθυστερημένη υλικοτεχνική βάση οδηγεί σε σημαντικά προβλήματα. Υπάρχουν όροι και προϋποθέσεις για την οικοδόμηση μιας μετακαπιταλιστικής κοινωνίας; Ας δούμε τι έλεγε ο Μαρξ

Γ. Για τις υλικές προϋποθέσεις

«Κατακτώντας νέες παραγωγικές δυνάμεις, οι άνθρωποι αλλάζουν τον τρόπο παραγωγής τους, τον τρόπο που κερδίζουν τη ζωή τους, αλλάζουν όλες τις κοινωνικές τους σχέσεις. Ο χειροκίνητος μύλος θα σας δώσει την κοινωνία των φεουδαρχών, ο μύλος που κινείται με ατμό, την κοινωνία με τον βιομηχανικό καπιταλισμό» [Αθλιότητα της Φιλοσοφίας]

Βασική θέση των κλασικών συνιστά η αντίληψη περί της γενικής αντιστοιχίας συγκεκριμένων υλικών παραγωγικών δυνάμεων και τρόπων παραγωγής. Αυτό το θεωρητικό εργαλείο διατηρεί την ερμηνευτική του αξία και σήμερα. «Κατακτώντας νέες παραγωγικές δυνάμεις, οι άνθρωποι αλλάζουν τον τρόπο παραγωγής τους, τον τρόπο που κερδίζουν τη ζωή τους, αλλάζουν όλες τις κοινωνικές τους σχέσεις. Ο χειροκίνητος μύλος θα σας δώσει την κοινωνία των φεουδαρχών, ο μύλος που κινείται με ατμό, την κοινωνία με τον βιομηχανικό καπιταλισμό» [Αθλιότητα της Φιλοσοφίας]. Επίσης το 1859 γράφει ο Μαρξ το «γενικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα και το οποίο όταν πια το είχα αποκτήσει, χρησίμευε σαν οδηγός στις μελέτες μου» δεν ήταν άλλο από αυτό που παρατίθεται στον περίφημο πρόλογο στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας.

«Ένας κοινωνικός σχηματισμός ποτέ δεν εξαφανίζεται προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορεί να χωρέσει, και νέες ανώτερες παραγωγικές σχέσεις ποτέ δεν εμφανίζονται προτού ωριμάσουν οι υλικοί όροι της ύπαρξής τους μέσα στους κόλπους της ίδιας της παλιάς κοινωνίας».

Στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του Κεφαλαίου, διευκρινίζεται ότι μια κοινωνία «δεν μπορεί να υπερπηδήσει ούτε να καταργήσει με διατάγματα φυσικές φάσεις της ανάπτυξής της. Μπορεί όμως να συντομεύσει και ν’ απαλύνει τους πόνους του τοκετού».

Υλικές προϋποθέσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής

Όσον αφορά τις υλικές προϋποθέσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, για τους κλασικούς είναι η βιομηχανική παραγωγή και πιο συγκεκριμένα το σύστημα των μηχανών που αποτελεί την υλική βάση πάνω στην οποία αυτός μπορεί να στηριχθεί.

Στο χειρόγραφο του 1863-65 και στο μέρος με τίτλο «Κεφάλαιο Έκτο. Τα αποτελέσματα του άμεσου προτσές παραγωγής» ο Μαρξ διαχωρίζει τον ΚΤΠ «σε δυο ιστορικές φάσεις οικονομικής εξέλιξης». Μια πρώτη περίοδο την οποία και ονομάζει περίοδο της τυπικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο και μια δεύτερη περίοδο την οποία και ονομάζει περίοδο της ουσιαστικής ή πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο.

Τυπική Υπαγωγή στο κεφάλαιο

Κατά την πρώτη περίοδο της τυπικής υπαγωγής, το κεφάλαιο υποτάσσει μια καθορισμένη και προϋπάρχουσα εργασιακή διαδικασία, για παράδειγμα τη χειροτεχνική εργασία, ή εκείνη της μικρής αγροτικής αυτόνομης καλλιέργειας. Έχουμε μια νέα κοινωνική μορφή παραγωγής, νέες κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, οι οποίες όμως κατ’ αυτήν την παιδική τους ηλικία δεν αναπτύσσονται στη δική τους υλική-τεχνική βάση, αλλά σε αυτήν που βρήκαν έτοιμη από τους προηγούμενους τρόπους παραγωγής. Ο λόγος για τον οποίο γίνεται αυτό είναι στενά οικονομικός. Αυτή η υπαγωγή αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας και υπό αυτή την έννοια έχει οικονομικό νόημα.

Ουσιαστική Υπαγωγή στο Κεφάλαιο

Όμως από τη μια ο αυξανόμενος όγκος των μέσων παραγωγής και από την άλλη ο αριθμός των εργατών, που υπόκεινται στην κυριαρχία του ίδιου κεφαλαιοκράτη, ή με άλλα λόγια η διεύρυνση της παραγωγικής κλίμακας συγκροτεί την πραγματική βάση στην οποία ο ειδικά καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αναπτύσσεται μόλις βρει τις κατάλληλες ιστορικές συνθήκες. Αυτό στην πράξη σημαίνει την εκμηχάνιση της παραγωγής σε μεγάλη κλίμακα. Ταυτόχρονα συρρικνώνονται τα απομεινάρια των προηγούμενων τρόπων παραγωγής.

Έτσι η τυπική υπαγωγή αποτελεί την προϋπόθεση της ουσιαστικής υπαγωγής. Έκτοτε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής στηρίζεται στα πόδια του.

Κατά τον Μαρξ λοιπόν, για να μπορέσει το κεφάλαιο να υπαγάγει ουσιαστικά την εργασία, θα πρέπει να κυριαρχεί η σχετική υπεραξία σε σχέση με την απόλυτη, και συνεπώς μια σχετικά πιο υψηλή οργανική σύνθεση του κεφαλαίου απ’ ότι προηγουμένως. Η μηχανή ή ακριβέστερα «το αυτόματο σύστημα μηχανών» [Grundrisse, τ. 2ος], που αποτελεί την πλέον τέλεια, εξελιγμένη μορφή της μηχανοποίησης (εκμηχάνισης) και η οποία τη μετατρέπει σε σύστημα, αποτελεί το μέσο εργασίας εκείνο, που ως προς την αξία χρήσης του, δηλαδή ως προς την υλική ύπαρξή του προσιδιάζει στο σταθερό κεφάλαιο και στο κεφάλαιο γενικότερα.

Η δραστηριότητα του εργάτη καθορίζεται και ρυθμίζεται από κάθε πλευρά από την κίνηση των μηχανών και όχι το αντίστροφο. Ο εργαζόμενος μετατρέπεται σε ένα απλό γρανάζι-προσάρτημα της συνολικής παραγωγικής διαδικασίας. Σε αυτήν την περίπτωση της εκμηχάνισης η αντικειμενοποιημένη εργασία εμφανίζεται απέναντι στη ζωντανή εργασία σαν εκείνη τη δύναμη που την υποτάσσει. Εμφανίζεται δηλαδή όπως το κεφάλαιο το οποίο συνίσταται ακριβώς στην οικειοποίηση ζωντανής εργασίας.

Εκείνο το μέσο παραγωγής που αντιστοιχεί στη «λογική» του κεφαλαίου είναι η μηχανή. Αυτή η συζήτηση συνιστά ταυτόχρονα και μια απάντηση για τα προβλημάτων που εμφανίστηκαν στις χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού. Γιατί η κεφαλαιακή σχέση αναπαραγόταν διαρκώς και εμφανιζόταν μέσα από τις ρωγμές του σοβιετικού συστήματος; Διότι η μηχανή, η βιομηχανία και ο βιομηχανικός εργάτης δεν συνιστούν τη βάση του κομμουνισμού, αλλά του καπιταλισμού. Αποδείχθηκε ότι αν σε αυτό το στάδιο που κυριαρχεί η εκμηχανισμένη παραγωγή, δηλαδή η βιομηχανία, δηλαδή ο ειδικά καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, η εργατική τάξη καταλάβει την εξουσία η θέση της θα είναι ευάλωτη και το πισωγύρισμα στον καπιταλισμό ανοικτό ενδεχόμενο. Αν όμως οι μηχανές αποτελούν την υλική βάση του καπιταλισμού, ποια είναι η υλική βάση του κομμουνισμού;

Δ. «Γενική διάνοια», η υλική βάση του κομμουνισμού

«Αν στο πλαίσιο της υπάρχουσας κοινωνίας δεν βρίσκουμε υπό καλυμμένη μορφή τις υλικές συνθήκες της παραγωγής μιας κοινωνίας δίχως τάξεις και τις αντίστοιχες μορφές ανταλλαγής τότε, όλες οι προσπάθειες για να την κάνουμε να εκραγεί δεν θα ήταν παρά δονκιχωτισμός» [Grundrisse]

Με μόνη εξαίρεση τα Grundrisse οι κλασικοί προσδιορίζουν ως προϋπόθεση για την κομμουνιστική προοπτική το επίπεδο της βιομηχανικής ανάπτυξης της εποχής τους. Σε κάποια σημεία μάλιστα φαίνεται να υποχωρούν ακόμα και κάτω από αυτό το αναγκαίο υπόβαθρο σύμφωνα με τον Ρούση. [βλ Γιώργος Ρούσης, Ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς, εκδ. Γκοβόστη, 2008. σσ. 62-71.]

Η αναγκαιότητα πάντως κάποιων ελάχιστων προϋποθέσεων είναι δεδομένη και αυτές προσδιορίζουν το πλαίσιο: «… οι άνθρωποι απελευθερώνονται κάθε φορά στον βαθμό που το υπαγόρευε και επέτρεπε όχι το ιδεώδες τους για τον άνθρωπο, αλλά η εκάστοτε κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων» [Γράμμα στον Αννέκοφ]. Το 1857-58 γράφει ο Μαρξ στα Grundrisse: «Αν στο πλαίσιο της υπάρχουσας κοινωνίας δεν βρίσκουμε υπό καλυμμένη μορφή τις υλικές συνθήκες της παραγωγής μιας κοινωνίας δίχως τάξεις και τις αντίστοιχες μορφές ανταλλαγής τότε, όλες οι προσπάθειες για να την κάνουμε να εκραγεί δεν θα ήταν παρά δονκιχωτισμός».

Ποιες είναι όμως οι γενικές υλικές συνθήκες για την επικράτηση του κομμουνισμού;

Στα Οικονομικά Χειρόγραφα του 1857-1858, γνωστά σαν Grundrisse, στο τμήμα με τίτλο «Το προτσές του σταθερού κεφαλαίου», υποστηρίζει ο Μαρξ ότι οι κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής έρχονται σε αξεπέραστη αντίφαση με τις παραγωγικές δυνάμεις όταν θα κυριαρχεί η «γενική διάνοια», δηλαδή όταν η επιστήμη, και οι συσσωρευμένες γνώσεις, θα είναι κυρίαρχες στην παραγωγή, σε σχέση με την άμεση εργασία.

Από τη στιγμή που θα φτάσουμε στο σημείο εκείνο όπου η γνώση και η επιστήμη μετατρέπονται σε άμεσες παραγωγικές δυνάμεις, από τη στιγμή που «το κεφάλαιο -εντελώς άθελά του- μειώνει την ανθρώπινη εργασία, την κατανάλωση δύναμης σε ένα ελάχιστο, αυτό θα παίξει υπέρ της χειραφετημένης εργασίας και αποτελεί την προϋπόθεση της χειραφέτησής της».

Τότε επισημαίνει ο Μαρξ η κάθε προσπάθεια για απόσπαση υπεραξίας καθίσταται αναχρονισμός, και εμπόδιο για την παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, και τούτο διότι: «δεν θα είναι ούτε η άμεση εργασία που πραγματοποιείται από τον ίδιο τον άνθρωπο ούτε ο χρόνος εργασίας του, αλλά η οικειοποίηση της γενικής παραγωγικής του δύναμης, η από μέρους του κατανόηση και κυριαρχία της φύσης μέσω της ύπαρξής του ως κοινωνικού σώματος, με μια λέξη η ανάπτυξη της κοινωνικής ατομικότητας που εμφανίζεται σαν ο μεγάλος θεμελιακός μοχλός της παραγωγής και του πλούτου».

Έτσι λοιπόν, όταν η κοινωνία φτάσει σε ένα σημείο όπου η «γενική διάνοια», δηλαδή η συλλογική, κοινωνική ευφυΐα, δημιουργημένη από συσσωρευμένες γνώσεις, τεχνικές και τεχνογνωσίες, έχει μετατραπεί σε άμεση παραγωγική δύναμη, τότε μπορούμε να πούμε ότι είναι κατάλληλες συνθήκες για την οριστική επικράτηση του κομμουνισμού. Τότε το πισωγύρισμα στον καπιταλισμό θα είναι αδύνατο.

Αν και αυτές οι θέσεις συνιστούν κατά τη γνώμη μας το κλειδί για την ερμηνεία της σύγχρονης πραγματικότητας ο Μαρξ δεν μένει συνεπής σε αυτή τη θέση των Grundrisse. Αντίθετα στο κύριο μέρος του έργου του θεωρεί ότι είναι η μεγάλη βιομηχανία που αποτελεί την αναγκαία και ικανή υλική βάση για την υπέρβαση του καπιταλισμού. Για τους κλασικούς στο κύριο μέρος του έργου τους διαφαίνεται ότι η υλική βάση καπιταλισμού-κομμουνισμού είναι κοινή και αυτή είναι η μεγάλη βιομηχανία της εποχής τους. Στα πλαίσια αυτά στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Αμερική ήταν ώριμες κατ’ αυτούς οι συνθήκες για πέρασμα στον κομμουνισμό.

Ε. Για την επικαιρότητα του κομμουνισμού

Ο Ένγκελς υποστήριζε το 1878 στο Αντι-Ντύρινγκ ότι υπήρχαν οι προϋποθέσεις «για τη χειραφέτηση και την ελεύθερη και πλήρη ανάπτυξη των φυσικών και πνευματικών ικανοτήτων του ανθρώπου». Όμως την εποχή αυτή που γράφει ο Ένγκελς ακόμα και η διαδικασία του περάσματος από την τυπική υπαγωγή στην ουσιαστική υπαγωγή στο κεφάλαιο, δηλαδή η διαδικασία εκμηχάνισης βρίσκεται στις αρχές της. Η βάση του καπιταλισμού δηλαδή μόλις τώρα σχηματίζεται. Κυριαρχούσαν η μικρή μη-εκμηχανισμένη παραγωγή, η αυτοαπασχόληση και η αγροτιά.

Όταν δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου, η καπιταλιστική βιομηχανία εμφανιζόταν σαν μια απομονωμένη νησίδα περικυκλωμένη από έναν ωκεανό από ανεξάρτητους αγρότες και χειροτέχνες. Η εργάσιμη μέρα στην καλύτερη περίπτωση ήταν 12ωρη αφού το 8ωρο άρχισε να εμφανίζεται μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε αυτές τις συνθήκες η προηγούμενη επισήμανση του Ένγκελς για τη δυνατότητα της ολόπλευρης ανάπτυξης των ανθρώπων μάλλον πολύ αισιόδοξη ήταν. Με διάθεση αυτοκριτικής έγραφε στην «πολιτική του διαθήκη» το 1895, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του: «η κατάσταση της οικονομικής ανάπτυξης στην ήπειρο ήταν μακράν από το να είναι ώριμη για την κατάργηση της καπιταλιστικής παραγωγής» καθώς επίσης και ότι «η εξουσία της εργατικής τάξης ήταν ακόμη αδύνατη» αναφερόμενος στην περίοδο της Κομμούνας του Παρισιού το 1871.

Η αδυναμία της εργατικής τάξης να καταλάβει άμεσα την εξουσία οδήγησε στην αντίληψη ότι το πέρασμα στον κομμουνισμό σε αυτές τις συνθήκες θα μεσολαβείται αναγκαστικά από μια μακρά φάση ενός ενδιάμεσου σταδίου. Για αυτή την κατώτερη φάση γράφει ο Μαρξ: «Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κομμουνιστική κοινωνία όχι όπως έχει εξελιχθεί πάνω στη δική της βάση μα αντίθετα όπως ακριβώς προβάλλει από την κεφαλαιοκρατική κοινωνία, με μια κομμουνιστική κοινωνία λοιπόν που από κάθε άποψη οικονομικά, ηθικά, πνευματικά είναι γεμάτη με τα σημάδια της παλαιάς κοινωνίας που από τους κόλπους της βγήκε» [Κριτική του προγράμματος της Γκότα].

Όπως για τον καπιταλισμό χρειάστηκε μια πρώτη φάση, έτσι ώστε αυτός να μπορέσει να αναπτύξει τις υλικές παραγωγικές δυνάμεις, οι οποίες αρμόζουν στη φύση του, για να σταθεί «στα δικά του πόδια» [Το Κεφάλαιο, τ. πρώτος], το ίδιο απαιτείται και για τον κομμουνισμό. Έτσι και στον κομμουνισμό έχουμε δύο φάσεις.

Στην πρώτη φάση αντιστοιχεί η τυπική υπαγωγή της ανθρώπινης δραστηριότητας στον κομμουνισμό. Αυτή η φάση ονομάστηκε σοσιαλισμός. Οι νέες σχέσεις εγκαθίστανται πάνω στην κληρονομηθείσα παραγωγική βάση και το παραδοσιακό εργασιακό υποκείμενο. Για να επέλθει οριστικά και αμετάκλητα η ρήξη με το παρελθόν, απαιτείται όμως διαφορετική βάση που θα διασφαλίζει την κυριαρχία του «βασιλείου της ελευθερίας».

Ένα παράδειγμα τυπικής υπαγωγής στον κομμουνισμό είναι οι υπηρεσίες υγείας. Η δημόσια – δωρεάν υγεία είναι μορφή που έρχεται από το μέλλον. Παρόλα αυτά κλινικές δεν υπάρχουν μονάχα δημόσιες, αλλά και ιδιωτικές που συμμετέχουν στην αγορά με όρους κερδώους.

Στη συνέχεια ακολουθεί μια δεύτερη φάση που διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της πρώτης, όπου ο κομμουνισμός πατάει στα δικά του πόδια, στο δικό του υλικό υπόβαθρο. Η βάση αυτή είναι η κατάργηση της εργασίας ως τέτοιας και η μετατροπή της εργασίας σε αυτοσκοπούμενη δημιουργική δραστηριότητα. Είναι η κατάργηση των ορίων μεταξύ της εργασίας και του ελεύθερου χρόνου όπου η ανάπτυξη του ανθρώπου ως ολόπλευρης προσωπικότητας θα αποτελεί άμεση παραγωγική δύναμη. Η διαμόρφωση μιας νέου τύπου κοινωνικής ατομικότητας που θα αντικαταστήσει τον αποξενωμένο ατομιστή άνθρωπο του καπιταλισμού.

Σε αυτές τις συνθήκες ο άνθρωπος μπορεί να γίνει αφεντικό του εαυτού του. Οι συναλλαγές σε ένα μεγάλο τμήμα της παραγωγής μπορούν να γίνονται έξω από τον νόμο της αξίας, δηλαδή εκτός της αγοράς, και το κράτος μικραίνει σε μέγεθος και σε επιρροή στα πολιτικά ζητήματα. Ο πόλος της εργασίας καταργείται παράλληλα με την κατάργηση του πόλου του κεφαλαίου, αλλά και των λειτουργιών που το κεφάλαιο επιτελούσε. Η εργασία καταργείται ως τέτοια και πολλές από τις αντιθέσεις της αμβλύνονται τουλάχιστον στον οικονομικό τομέα του «ειδικά κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής».

Ένα παράδειγμα ουσιαστικής υπαγωγής στον κομμουνισμό είναι το ελεύθερο λογισμικό. Σε κάποιους κλάδους της σύγχρονης παραγωγής νέων τεχνολογιών ο καπιταλιστικός τρόπος οργάνωσης και διεύθυνσης της παραγωγής αποδεικνύεται στην πράξη αναχρονιστικός. Ο κομμουνισμός συνιστά εκεί τεχνική αναγκαιότητα και μοναδικό δυνατό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η wikipedia. Ο καπιταλιστής ανταγωνιστής της wikipedia η εγκυκλοπαίδεια Encarta της Microsoft σταμάτησε να υποστηρίζεται από τον καπιταλιστικό κολοσσό μόλις το 2009 με ένα λιτό μήνυμα: «ο τρόπος που οι άνθρωποι ψάχνουν και καταναλώνουν πληροφορίες έχει αλλάξει ριζικά τα τελευταία λίγα χρόνια…». Και λένε λίγα βέβαια.. Στον χώρο αυτό θα δούμε τα πρώτα σπέρματα κομμουνισμού. Να πω εδώ για την ιστορία ότι το 2009 όταν σταμάτησε να εκδίδεται η Encarta είχε 62.000 άρθρα ενώ η Wikipedia την ίδια εποχή είχε πάνω από 2,5 εκατομμύρια και αυτή τη στιγμή που μιλάμε έχει πάνω από 4 εκατομμύρια. Και βέβαια αυτός ο τρόπος σύγκρισης μάλλον αδικεί το βάθος του εγχειρήματος της wikipedia.

Έτσι η υλική βάση του κομμουνισμού, που ταυτόχρονα συνιστά και όριο που υπερβαίνει τις δυνατότητες των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων, δεν μπορεί να είναι κοινή με τη βάση ανάπτυξης του καπιταλισμού, δηλαδή δεν μπορεί να είναι η κυριαρχία της κλασικής βιομηχανίας του 19ου αιώνα και της εκμηχανισμένης παραγωγής.

Αν στην περίπτωση του σταθερού κεφαλαίου υπό τη μορφή των μηχανών ισχύει το ότι «ο νεκρός» [η νεκρή εργασία, δηλαδή η μηχανή] κυριεύει «τον ζωντανό» [τη ζωντανή εργασία] στην περίπτωση της επιστήμης και της «γενικής διάνοιας», ακριβώς επειδή φορέας της είναι ο άνθρωπος, κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν ισχύει, αλλά και ο όποιος περιορισμός στην ανεμπόδιστη ανάπτυξη του ανθρώπου και στη διάδοση-κοινωνικοποίηση της επιστημονικής γνώσης, της οποίας αυτός είναι φορέας, αποβαίνει τελικά σε βάρος της παραγωγικής δύναμης της «γενικής διάνοιας».

# Αντί επιλόγου

Τι κρατάμε λοιπόν; Το γενικό αναλυτικό εργαλείο της αντιστοιχίας παραγωγικών δυνάμεων – παραγωγικών σχέσεων που ανακάλυψε και χρησιμοποίησε ο Μαρξ διατηρεί και σήμερα την ισχύ του. Συγκεκριμένες σχέσεις παραγωγής προσιδιάζουν σε συγκεκριμένες παραγωγικές δυνάμεις. Αν ο νερόμυλος έδωσε τη φεουδαρχία, η μηχανή έδωσε τον καπιταλισμό εμείς θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε: ποια θα είναι η βάση της επόμενης κοινωνικής οργάνωσης; Εμείς ισχυριζόμαστε ότι η βάση του κομμουνισμού είναι η «γενική διάνοια» (βλ, για παράδειγμα wikipedia), δηλαδή η δημιουργική δραστηριότητα που έχει τα χαρακτηριστικά της επιστημονικής ή καλλιτεχνικής δημιουργίας.

 

By Δημήτρης Αργυρός

ΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ. ΑΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΘΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ . ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ . ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΤΟΠΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ. ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ.

Αφήστε μια απάντηση