ληστέψανε την τράπεζα….

Όπως δεν είμαστε ενάντια στην βία από πού και προέρχεται(https://argiros.net/?p=5594) έτσι και δεν είμαστε ενάντια στους ληστές. Ειδικότερα αν πρόκειται για ληστές που ληστεύουν το μεγαλύτερο  ληστή και τοκογλύφο που υπάρχει την τράπεζα. Πως μπορεί να είσαι ενάντια στο 45χρονο ληστή στα Γιάννενα που χτες έκλεψε 11000 € και πήγε για πληρώσει τα χρέη του;;

Μπράβο του, καλώς έπραξε. Και μου είναι αδιάφορο αν και ο ίδιος ευθύνεται για τα χρέη ή είναι απόρροια της κρίσης. Άλλωστε οι τράπεζες και το μεγάλο κεφάλαιο-  με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- έχουν μαζέψει το χρήμα που κυκλοφορεί  και έχουν στραγγίσει την αγορά, προκαλώντας μια ανεπανόρθωτη καταστροφή.

Φυσικά υπάρχει και η άλλη λύση. Αντί ατομικά, ο καθένας  που χρωστά να ληστεύει μια τράπεζα και στην συνέχεια να πηγαίνει φυλακή, συνολικά και συλλογικά να βάλουμε φωτιά στις τράπεζες και στους τραπεζίτες, τους κυβερνώντες πολιτικούς και τους καπιταλίστες.

Διαμοιράζοντας τον πλούτο που χει παραχθεί και βρίσκεται στα χέρια μιας μικρής ελίτ.  Φτάνει να ζήσουμε για ένα χρόνο με μαχόμενη αξιοπρέπεια και με μια λιτοδίαιτη αφθονία, δίχως να κάνουμε τίποτε.   Ταυτόχρονα είναι αναγκαίο να μειώσουμε τις ώρες εργασίας σε 25 με 30 ώρες την εβδομάδα, για να μειωθεί δραστικά η ανεργία.  Με την παράλληλη  καθολική θέσπιση βασικού κοινωνικού μισθού σε όλους του πολίτες, ικανό να αντιμετωπίσει τις βασικές ανάγκες διαβίωσης.

Ναι χρειάζεται μια πανδημοκρατική λαϊκή εξέγερση. Με τους εργαζόμενους, τους άνεργους, τους μικρομεσαίους, τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα σε ρόλο συνειδητού πρωταγωνιστή.  Ουδείς δεν πρόκειται να μας σώσει αν δεν σωθούμε μονάχοι μας.

Διαφορετικά οι μικροί ληστές θα πηγαίνουν φυλακή και οι μεγάλοι θα διοικούν τράπεζες και τα υπουργεία και οι μεγαλύτεροι, αυτοί της παγκόσμιας καπιταλιστικής μαφίας   θα κυβερνάν τα κράτη και την γη.

Στίχοι: Αλέκος Αράπης
Μουσική: Παύλος Σιδηρόπουλος
Παύλος Σιδηρόπουλος

Ληστέψανε την τράπεζα
και τι με νοιάζει εμένα
δεν είμαι με κανένα.
Σου λέω καλά της κάνανε
γιατί μας προκαλούσε,
γεμάτη εκατομμύρια,
ενώ κι ο Θεός πεινούσε.

Περαστικοί, αδιάφορα,
εκάτσαν και κοιτούσαν,
του διευθυντή της οι κοιλιές
κι αυτούς τους ενοχλούσαν,
κάποιος πανικοβλήθηκε
μπας κι ήτανε ο γιος του
κι ο ιδρωμένος λογιστής,
μπας κι ήταν ανεψιός του
κι όσο για τον ταμία που πήγε ν’ αμυνθεί,
όταν αναρωτήθηκε για ποιον και το γιατί,
“στα αρχίδια μου” ψιθύρισε
και γέμισε τις τσάντες.
“Άντε… και καλή τύχη μάγκες!”

Στο μπάτσο βλέπεις πέρασε μονάχα η κοροϊδία,
να έχει την ψευδαίσθηση πως είναι εξουσία
και τώρα η χήρα του με δύο ορφανά,
με τρεις κι εξήντα σύνταξη, τη μοίρα βλαστημά
και μια άγνωστη αιτία.

Ψωροκορώνα γράμματα στο τζόγο της ζωής
“Επάγγελμα;” “Ποιο επάγγελμα;”
“Τι επάγγελμα;” “Ληστής”
Τα τέρατα δικάστηκαν με μάρτυρα την πείνα,
αποκλεισμένα μια ζωή σε ακούσια καραντίνα.
Η απελπισία περίστροφο και σφαίρες της οι ανάγκες.
Άντε… και καλή τύχη μάγκες.
Άντε… και καλή τύχη μάγκες.
Άντε… και καλή τύχη μάγκες.