Τρ. Ιαν 25th, 2022

Του ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΡΓΥΡΟΥ

Στους παραδείσους της αφθονίας  

Τόσο στον βιβλικό παράδεισο[i], όσο και στους μύθους του Ησίοδου[ii], αλλά  και σε κάποιους μύθους του Πλάτωνα[iii], έχουμε μια αρχική  κατάσταση υλικής αφθονίας που στην συνέχεια πέφτει σε  μια κατάσταση σπάνης και υλικής φτώχειας.

Αποτέλεσμα της πνευματικής και ψυχολογικής  ανεπάρκειας και της αδυναμίας του ανθρώπου να διαχειριστεί την ευτυχία που του εξασφάλιζαν οι θεϊκές δυνάμεις, είτε του ενός μοναδικού θεού, είτε του Κρόνου και του Δία.

Η πτώση  ήταν αποτέλεσμα του φθόνου και της αλαζονείας απέναντι στην απόλυτη δύναμη/ εξουσία του θεού ή των θεών, που διαμέσου της υλικής αφθονίας, «εξαγόραζαν» την αγάπη τους προς σε αυτόν ή αυτούς. Από αυτή την άποψη, τόσο οι βιβλικοί μύθοι, όσο και οι μύθοι του Ησίοδου αλλά και του Πλάτωνα  εκφράζουν μια απαισιόδοξη αντίληψη για τον άνθρωπο και την φύση του. Για μια ανθρώπινη φύση που είναι αχάριστη προς τον θεϊκό δημιουργό της και κατά συνέπεια αχάριστη και προς τους εκπροσώπους του δημιουργού στην Γη, δηλαδή την κοσμική εξουσία.  Πρόκειται για μια βαθιά συντηρητική και αριστοκρατική άποψη που δικαιολογούσε τις προσταγές της άρχουσας τάξης.   Ιδιαίτερα η συγκεκριμένη απαισιόδοξη οπτική είναι εμφανής στους Πλατωνικούς μύθους των ύστερων έργων του Πλάτωνα, όπως είναι οι «Νόμοι» και ο «Πολιτικός».

Από την άλλη  πλευρά, ίσως η εικόνα κάποιων ιδεατών και πρωταρχικών τόπων αφθονίας, να επαναφέρει στην συλλογική μας μνήμη μια πραγματική πρωταρχική κατάσταση αφθονίας, ξεχασμένη στο βάθος των αιώνων.  Όπως αυτό  που ονομάστηκε πρωτόγονος κομμουνισμός[iv], και που οι σύγχρονοι ανθρωπολόγοι τον συναντάνε ως και σήμερα σε κάποιες πρωτόγονες κοινωνίες και κοινότητες[v].

Πρόκειται για κοινωνίες της αφθονίας που οδηγηθήκαν σε ταξικές κοινωνίες με την αύξηση του πληθυσμού, την αύξηση του πλούτου, την αύξηση των αναγκών, την διαφοροποίηση του καταμερισμού εργασίας από φυσικό σε τεχνικό και ταξικό, με  την αλλαγή του τρόπου παραγωγής από πρωτόγονο/ τροφοσυλλεκτικό σε  ποιμενικό και αγροτικό.

Γράφει ο Engels στην καταγωγή: «Η αύξηση της παραγωγής σ΄ όλους τους κλάδους- κτηνοτροφία, γεωργία, οικιακή χειροτεχνία-έδωσε την ικανότητα στην ανθρώπινη δύναμη να παράγει περισσότερα προϊόντα από ό,τι χρειαζόνταν για την συντήρηση της. Η αύξηση της παραγωγής μεγάλωσε ταυτόχρονα την καθημερινή ποσότητα εργασίας που αναλογούσε σε κάθε μέλος του γένους, της οικιακής συντροφιάς ή της ατομικής οικογένειας. Έγινε επιθυμητή η προσέλκυση νέων εργατικών δυνάμεων. Τις πρόσφερε ο πόλεμος: οι αιχμάλωτοι πολέμου μετατράπηκαν σε δούλους…. Από το πρώτο μεγάλο κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας ξεπήδησε η πρώτη μεγάλη διάσπαση της κοινωνίας σε δυο τάξεις: σε κύριους και δούλους, σε αυτούς που ασκούν εκμετάλλευση και σε αυτούς που την δέχονται ».[vi] Κάπως έτσι γεννήθηκε η πρώτη ταξική κοινωνία η δουλοκτητική. Ενώ με την ανακάλυψη του σιδήρου – και σε αυτό σημείο υπάρχει μια συσχέτιση Engels και Ησίοδου- λέει ο Engels: «Εμφανίζεται ο δεύτερος καταμερισμός εργασίας: η χειροτεχνία χωρίστηκε από την γεωργία… Με  τον χωρισμό της παραγωγής σε δυο μεγάλους κλάδους, την γεωργία και την χειροτεχνία, γεννιέται η παραγωγή άμεσα για την ανταλλαγή, η εμπορευματική παραγωγή… Η διαφορά ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς εμφανίζεται πλάι στην διαφορά ελεύθερου και δούλου…».[vii]

Η ιστορία από εδώ και πέρα είναι γενικά γνωστή: Οι ταξικοί διαχωρισμοί , η άνιση κατανομή του πλούτου, οι άνισες σχέσεις εξουσίας τόσο στο εσωτερικό των οικογενειών και των κοινοτήτων, στο εσωτερικό των ομογενοποιημένων περιοχών που θα μετατραπούν σε κράτη και αυτοκρατορίες, όσο και ανάμεσα στα κράτη και τις αυτοκρατορίες, θα αυξήσει το φθόνο και την απληστία με αποτέλεσμα του πολέμους, τις λεηλασίες, την βαρβαρότητα. Όπως γράφει  και πάλι ο  Engels: «Αυτό όμως ποτέ δεν θα ήταν δυνατό να γίνει, αν η δίψα-[μια άλλη λέξη για να ορίσουμε το φθόνο]- για πλούτη δεν είχε διασπάσει τα μέλη του γένους σε πλούσιους και φτωχούς… και αν η επέκταση της δουλείας δεν είχε κιόλας αρχίσει να παρουσιάζει την απόκτηση μέσων συντήρησης για την εργασία σαν πράξη άξια μόνο για δούλους, σαν πράξη πιο επαίσχυντη κι από την ληστεία».[viii] 

Η τραγική ειρωνεία είναι πως στο διάβα της ιστορίας, όσο αυξάνονταν ο πλούτος και η εμπορευματική παραγωγή του, ο καταμερισμός εργασίας γίνεται όλο και πιο πολύπλοκος, τόσο αυξάνονται οι ταξικές ανισότητες, η ανισοκατανομή του πλούτου, τόσο πιο πολύ η κοινωνία της αφθονίας μετατρέπεται σε κοινωνία της σπάνης για την πλειοψηφία του πληθυσμού.  Η R. Luxemburg μελετώντας την πορεία της ακμής και της παρακμής της πρωτόγονης κοινωνίας σε μια εποχή που η αποικιοκρατία διαλύει τις πρωτόγονες κοινότητες γράφει πως «Ο θανάσιμος άνεμος του καπιταλισμού δεν είναι ο μόνος, αλλά ο τελευταίος από τους παράγοντες που με την παρέμβαση του  επιταχύνει λιγότερο ή περισσότερο την αναπόφευκτη παρακμή της πρωτόγονης κοινωνίας. Τα σπέρματα της αυτοκαταστροφής ήταν πάντα  στους κόλπους αυτής της κοινωνίας.».[ix]  

Και αυτό είχε ως αποτέλεσμα τόσο γοητευτική να φαίνεται η μακρινή αυτή περίοδος αφθονίας που ονομάστηκε πρωτόγονος κομμουνισμός. Είτε με την απαισιόδοξη οπτική της αδυναμίας του ανθρώπου να διατηρήσει κάτι το ιδανικό, είτε με την αισιόδοξη οπτική πως μπορεί ο άνθρωπος να το ξαναζήσει. Τόσο σε ένα πνευματικό επίπεδο σε αυτόν ή στον άλλο κόσμο, διαμέσου της θρησκείας. Όσο και σε πολιτικό επίπεδο με την μορφή ενός πολιτικού μεσσιανισμού.

Αυτό που κάποιοι στοχαστές ονομάζουν Ρομαντικό Αντικαπιταλισμό.  Είτε κινείται σε μια συντηρητική, ακόμη και φασιστική κατεύθυνση, είτε κινείται σε μια φιλελεύθερη, προοδευτική ή ακόμη και επαναστατική κατεύθυνση. Παίζοντας σημαντικό ρόλο τόσο στις διαδικασίες της διατήρησης ενός στάτους ή της παλινόρθωσης ενός  προηγούμενου στάτους, παίζοντας ακόμη μεγαλύτερο ρόλο στην ανατροπή του[x].

Σε κάθε περίπτωση, από την αρχή της ιστορικής εξέλιξης, είναι ολοφάνερο, πως το ζήτημα της υλικής παραγωγής- της υλικής αφθονίας ή σπανιότητας- όπως και το ζήτημα της διανομής του παραγόμενου πλούτου, των ταξικών και κοινωνικών συγκρούσεων  συνδέεται απόλυτα με την απουσία ή την  κυριαρχία του συλλογικού ή ατομικού φθόνου. Ατομικός  ή συλλογικός φθόνος απέναντι σε αυτόν που κατέχει τον πλούτο και την εξουσία που τον οδηγεί σε πολεμικές, ταξικές, κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις.

Ενώ σε γενικές γραμμές  μπορούμε να πούμε πως  η μετάβαση από το  πρωτόγονο κομμουνισμό στον σύγχρονο καπιταλισμό, όπως  η μετάβαση από την μητριαρχία στην πατριαρχία δεν έγινε από την μέρα στην άλλη. Κάθε στάδιο δεν έχει  απόλυτα σύνορα, αλλά κάθε νέα κατάσταση εμπεριέχει στοιχεία της παλαιότερης κατάστασης, ενώ κάθε πάλαια εμπεριέχει στοιχεία σε σπερματική μορφή στοιχεία της  νέας που θα την ανατρέψει[xi]. Έτσι σήμερα μπορούμε να συναντήσουμε μορφές δουλείας ή πρωτόγονης παραγωγής/ ζωής ή και παραγωγής που τείνει να απελευθερώσει  από την δουλεία της αναγκαστικής εργασίας.                  

Τι είναι αφθονία;  

Καταρχήν ας  πάρουμε την ετυμολογία της λέξης αφθονία. Η αφθονία   βγαίνει από το α(στερητικό)- του φθόνου.  ∆ηλαδή είναι η απουσία- έλλειψη του  φθόνου.  Ταυτόχρονα γνωρίζουμε πως νεοελληνικά η αφθονία είναι η επάρκεια και  η υπερεπάρκεια των υλικών αγαθών, του υλικού πλούτου. Κατά αυτή την   έννοια μπορούμε να πούμε πως  η έννοια της αφθονίας συνδέεται με την έννοια του πλούτου, του υλικού πλούτου.  Που όμως συνδέονται αυτές οι δυο νοηματοδοτήσεις της έννοιας αφθονίας;;

Μια απάντηση βρίσκεται στο γεγονός πως η έλλειψη, η σπανιότητα και κυρίως η ανισοκατανομή των υλικών αγαθών δημιουργεί φθόνο. Άρα μια πληθώρα προϊόντων δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να καταπολεμηθεί ο φθόνος της σπανιότητας, εφόσον αναιρεθεί η ανισοκατανομή των υλικών αγαθών και του πλούτου.

Από  την άλλη πλευρά η ανισοκατανομή των υλικών αγαθών δεν είναι μόνο απόρροια πολιτικών διαδικασιών και μιας τεχνικής σπανιότητας των υλικών αγαθών, αλλά και μιας  πραγματικής σπανιότητας. Μια πραγματική  σπανιότητα που όσο αυξάνονται οι παραγωγικές δυνάμεις και δυνατότητες θα μειώνεται τόσο ποσοτικά, όσο και ποιοτικά.  Πολλές φορές όμως σε βάρος και της φυσικής και οικολογικής βιοποικιλότητας, ιδιαίτερα στα πλαίσια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής Και για αυτό το λόγο αποτελεί στοίχημα η ποιοτική αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων και δυνατοτήτων τόσο σε σχετική ισορροπία με την φυσική και οικολογική βιοποικιλότητα, όσο και με την εσωτερική φύση του ανθρώπου και τις κοινωνικές σχέσεις.

Ο Μαρξιστής φιλόσοφος E. Mandel στο βιβλίο του: «Εξουσία και Χρήμα- Μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας»(πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, 1994)– ερευνώντας τις οικονομικές συνθήκες για την αυτοδιαχείριση- επιλέγει ως μοντέλο  μιας κοινωνίας της αφθονίας  όχι την αδιάκοπη συσσώρευση όλο και περισσότερων αγαθών, αλλά την ποιοτική ανάπτυξη  τους.  Ακολουθώντας την A. Heller[xii] στην θεωρία των αναγκών στο Μαρξ θεωρεί πως  ο σωστός ορισμός της αφθονίας είναι  ο κορεσμός της ζήτησης. «Μπορεί να λέγεται ότι ένα προϊόν υπάρχει εν αφθονία όταν η οριακή ελαστικότητα της ζήτησης του βρίσκεται γύρω ή κάτω από το μηδέν… Ο κορεσμός της ζήτησης, της κατανάλωσης δεν είναι μόνο δυνατός είναι και απόλυτα απαραίτητος για την επιβίωση ανθρωπότητας…»[xiii].

Και  λίγο παρακάτω  γράφει: «Η ιδέα του κορεσμού και της παθητικής κατανάλωσης αγαθών και υπηρεσιών βασίζεται σε μια θεωρία αναγκών που είναι πραγματικά ιεραρχική. Οι ανάγκες χωρίζονται  σε βασικές, δευτερεύουσες, που γίνονται απαραίτητες για την ανάπτυξη του πολιτισμού, και πολυτελείς, ανούσιες ή ακόμη και βλαβερές. Το αξιοπερίεργο βιβλίο της Agnes Heller σε αυτό το θέμα, ταιριάζει πολύ καλά με την ιεράρχηση των Maslow-Etzioni[xiv], σύμφωνα με το όποια οι ανάγκες για φυσική ικανοποίηση και ασφάλεια είναι πιο επείγουσες, ενώ ακολουθούνται από την ανάγκη για αγάπη και σεβασμό και έπειτα από την ανάγκη για αυτοπραγματοποίηση ή ‘’αυτοπραγμάτωση’’»[xv]. Από αυτή την οπτική προηγείται τις απόψεις περί υπο-ανάπτυξης ή λιτής  αφθονίας, συναντώντας από μαρξιστική σκοπιά, τις θεωρήσεις του τότε πράσινου κινήματος. Σε μια περίοδο που οι κυρίαρχες συλλογικότητες του πράσινου κινήματος διατηρούσαν- σε ένα βαθμό- μια ριζοσπαστική σχεδόν αντικαπιταλιστική λογική.

Ταυτόχρονα θεωρεί πως μια αυτοδιαχειριζόμενη σοσιαλιστική κοινωνία  σε ένα βαθμό μπορεί να επιτρέψει την κάλυψη υλικών καταναλωτικών αναγκών που δεν βρίσκονται στα πλαίσια του πλάνου της σοσιαλιστικής παραγωγής. Γράφει ο  E. Mandel: «Όποιος θέλει να δουλεύει δεκαοκτώ ώρες την ημέρα για να πάρει τρίτη τηλεόραση στο σπίτι του, όταν η κοινωνία αρνείται να παράγει περισσότερες από ένα δεδομένο αριθμό τηλεοράσεις θα μπορούσε να λάβει όλα τα απαιτούμενα εργαλεία με τα οποία θα την έφτιαχνε στο ιδιωτικό του εργαστήριο»  [xvi]

Η τεχνική σπανιότητα στο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής από την άλλη πλευρά   είναι μια εσκεμμένη διαδικασία έλλειψης  προϊόντων, αγαθών και εμπορευμάτων για να μην πέφτουν οι τιμές των προϊόντων και να λειτούργει  ο αγοραίος νόμος της προσφοράς και της ζήτησης.

Έτσι όμως οδηγούμαστε σε παραλογισμούς του τύπου να πετιούνται αγαθά στην χωματερή, ενώ άλλοι δεν έχουν να φάνε. Και αυτό δεν είναι ούτε λαϊκιστικό, ούτε ηθικιστικό είναι ένα ζήτημα που άπτεται των ζητημάτων δημοκρατίας, κοινωνικής αλληλεγγύης και ανθρωπιάς.

Ενώ βρίσκεται στο αντίποδα των φιλελευθέρων θεωρήσεων του  ιδρυτή της κλασικής πολιτικής οικονομίας Α. Σμιθ που με βάση της έννοιας της συμπάθειας[xvii] δημιουργούσε αντισταθμίσματα στην διάβρωση και την αποξένωση  που προκαλούσε η κυριαρχία της οικονομίας, της αγοράς και του καταμερισμού της εργασίας.

Ας σημειωθεί πως ο Α.Σμιθ σε κάποια σημεία του έργου του επικρίνει την «απάνθρωπη αρπακτικότητα» και την ακόρεστη απληστία πολλών επιχειρηματιών που συχνά συνωμοτούν ενάντια στους μισθωτούς, εκμεταλλεύονται την πολιτική τους επιρροή για να διαμορφώσουν υψηλές τιμές των προϊόντων τους, σε βάρος των καταναλωτών[xviii].

Η αφθονία που γεννάει φθόνο

Όπως έχουν υποστηρίξει πολλοί σύγχρονοι διανοητές και φιλόσοφοι, ανάμεσα τους και ο J. K    Galbraith[xix] βρισκόμαστε σε μια εποχή ποσοτικής οικονομικής υπερμεγέθυνσης, που την ονομάζει κοινωνία της αφθονίας. Αναλύοντας την βασικότερη αντίθεση, που βασανίζει την αναπτυγμένη Αμερικάνικη κοινωνία: Για πιο λόγο εμφανίζεται μια μεγάλη μάζα φτωχών και απόκληρων, σε μια χώρα που υπάρχει ο πλούτος και οι παραγωγικές δυνάμεις για να εξασφαλίσει σε όλους τους κάτοικους της την ικανοποίηση των βασικότερων αναγκών τους; Για πιο λόγο υπάρχει μια μεγάλη ανισορροπία ανάμεσα σε αυτά που λέγονται ιδιωτικά καταναλωτικά αγαθά ή στις στρατιωτικές δαπάνες και σε αυτά που ονομάζονται δημόσια αγαθά;

Επιδιώκοντας αυτός ο κεϋνσιανός οικονομολόγος όχι την αντισυστημική ανατροπή ή την επανάσταση αλλά την επίτευξη της ισορροπίας  που θα απαλύνει τις κοινωνικές- ταξικές αντιθέσεις, που εν τέλει θα μείωναν τον κίνδυνο αντισυστημικών ανατροπών.  Επιλέγοντας ως απάντηση  μια ποιοτική ανάπτυξη και κυρίως αναδιανομή των πόρων στις πιο επείγουσες ανάγκες τις κοινωνίας που θα τις εξασφαλίσουν ασφάλεια κα επιβίωση και όχι  την ευτυχία. Όπως γράφει «Το κυνηγητό της ευτυχίας αποτελεί άριστο κοινωνικό στόχο. Μα  η έννοια της ευτυχίας είναι κάτι το φιλοσοφικά απροσδιόριστο.».[xx] Κριτικάροντας αντιλήψεις που βλέπουν   την ευτυχία στην παραγωγή και την διανομή αγαθών, στα πλαίσια μιας κοινωνίας αφθονίας ή μετα-σπάνης. Είτε αυτές απέρρεαν από το δυτικό καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, είτε από το σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής.

Προτείνοντας ως λύση στις οικονομικές ανισορροπίες που δημιουργούν φτώχεια και οξύνουν τις κοινωνικές και ταξικές συγκρούσεις: Α) Δημόσιες επενδύσεις και για να συμβούν αυτές χρειάζεται 1) ένα καταμερισμό που τείνει σε μια ισορροπία ανάμεσα στις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις.[xxi]   2) Ένα πιο δίκαιο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα[xxii]. Β) Την δημιουργία σε όλους ενός εισοδήματος. Γράφει χαρακτηριστικά: «Αν η κοινωνία της αφθονίας ένιωθε συμπόνια και σκεφτόνταν επίσης ορθολογιστικά θα φρόντιζε οπωσδήποτε να εξασφαλίσει σε όλους ένα ελάχιστο απαραίτητο για μιαν πολιτισμένη και άνετη ζωή εισόδημα.»[xxiii].  Γ) Επενδύσεις στην παιδεία, στην υγεία, στις υγειονομικές υπηρεσίες, στην καλή διατροφή, στην ψυχαγωγία, στην στέγη.  Καθώς όπως γράφει:   «Η παιδεία και οι άλλες επενδύσεις στο έμψυχο υλικό έχουν ως αποτέλεσμα να μπορεί το άτομο να ξεπεράσει τους περιορισμούς που επιβάλει το περιβάλλον του».[xxiv] Δ) Αλλαγές στην παραγωγική διαδικασία με την καλυτέρευση των όρων εργασίας και την μείωση των ωρών εργασίας.  Με έμφαση σημειώνει: «Από την άποψη της λογικής η δημιουργία άνετων και ευχάριστων συνθηκών εργασίας είναι εξίσου απαραίτητη με την μείωση της διάρκειας της εργασίας.»[xxv].

Πρόκειται  για μέτρα που εφαρμόστηκαν και ως ένα σημείο- παρά την κρίση- συνεχίζουν να εφαρμόζονται στις χώρες της Ευρώπης, κυρίως του πιο πλούσιου βορρά. Στην Ελλάδα της κρίσης αυτά τα μέτρα φαντάζουν -αν όχι ουτοπικά- σίγουρα όμως επαναστατικά.  Απαλύνοντας τις κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις, αντιμετωπίζοντας την φτώχεια, δίχως όμως να την έχει καταπολεμήσει. Αντίθετα τόσο η οικονομική ανισορροπία, οι κοινωνικές αντιθέσεις, και η οικονομική ανισότητα έχει μεγιστοποιηθεί με την κρίση. Με τον κεϋνσιανισμό να έχει υποχωρήσει ή να έχει συμβιβαστεί με τον νεοφιλελευθερισμό.

Επίσης τα συγκεκριμένα μέτρα του βιβλίου του  J. K  Galbraith δεν αντιμετωπίζουν την εμπορευματική αποξένωση της κοινωνίας της αφθονίας. Αυτό που ο  Guy Debord ονόμασε ως κοινωνία του θεάματος.[xxvi] Κριτικάροντας μια υλική αφθονία που εμφανίζεται ως θέαμα- εμπόρευμα, που αντί να περιορίζει τον φθόνο ή την απληστία την  ενισχύει σε υπέρμετρο βαθμό. Φθόνο για τα αγαθά που έχει ο άλλος, απληστία για την απόκτηση όλο και μεγαλυτέρων αγαθών. Πρόκειται για ένα άκρως εξατομικευμένο κυνήγι απόκτησης εμπορευμάτων.

Λες και ο δυτικός άνθρωπος, από την στιγμή που πουλάει την εργατική δύναμη, διαχωρισμένος από τα μέσα παραγωγής, διαρκώς κυνηγά την απόκτηση εμπορευμάτων, για να άρει την αποξένωση του. Ένα αδιέξοδο παιχνίδι καθώς όσο παραπάνω εμπορεύματα αποκτά, τόσο πιο άδειος και αποξενωμένος από τα μέσα παραγωγής και τα δημιουργήματα του,  νιώθει[xxvii].

Ένα συνεχές  κυνήγι απόκτησης εμπορευμάτων, που με συστηματικό τρόπο και με ιδιαίτερη τέχνη και στοχοπροσήλωση, επίπεδο της κυρίαρχης θεαματικής ιδεολογίας και του φαντασιακού, κατασκευάζουν στο οι μεγάλες ολιγοπωλιακές και μονοπωλιακές πολυεθνικές εταιρίες. Με στόχο την πώληση όσο γίνεται περισσότερων εμπορευμάτων, τόσο για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους, όσο και για να μην συμβεί κρίση υπερσυσσώρευσης που θα ρίξει το μέσο ποσοστό κέρδους[xxviii].

Ταυτόχρονα πρέπει να σημειωθεί πως παρόλο που η πλειοψηφία των μαζών  απέκτησαν την δυνατότητα- με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- να καταναλώνουν, ο συνολικός πλούτος που παράχθηκε διαμοιράστηκε πιο άνισα από ποτέ. Δηλαδή αυξήθηκε η συνολική οικονομική ανισοκατανομή ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς. Τόσο στις χώρες της Δύσης(Ευρώπης- ΗΠΑ), τόσο στις χώρες του τρίτου κόσμου, όσο και στις χώρες του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού» που από το 1990 ενσωματώθηκαν, με τον τρόπο που ενσωματώθηκαν, στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα- πλέγμα.

Μια τελευταία έρευνα της Ελβετικής τράπεζας Credit Suisse έδειξε πως το πλουσιότερο 1% του πλανήτη διαθέτει το 48% του παγκόσμιου πλούτου, ενώ το φτωχότερο 50% κατέχει μόλις το 1% του παγκόσμιου πλούτου. Στην χώρα μας αντίστοιχα το 1% το 2014 κατέχει το 56,1% του πλούτου.[xxix] Με τέτοια ανισότητα ούτε δημοκρατία μπορούμε να έχουμε, ούτε η παγκόσμια οικονομία μπορεί να λειτουργήσει παραγωγικά.  Αντίστοιχα αυξήθηκε η εκμετάλλευση τόσο της εργατικής δύναμης, όσων των συνολικών όρων ζωής, αυτό που ο Φουκώ ονομάζει βιοπολιτική/βιοεξουσία[xxx].

Ας ξαναεπιστρέφουμε στο ζήτημα της σχέσης αφθονίας- φθόνου- απληστίας. Η τεραστίων διαστάσεων παγκόσμια αύξηση του πλούτου- πραγματική ή πλασματική- μπορεί να μας έκανε πιο πλούσιους, αλλά κάποιους τους έκανε πολύ πιο πλούσιους.   Είτε αναφερόμαστε στο εσωτερικό των δημοκρατιών  της Δύσης, είτε ανάμεσα στο πλούσιο Βορρά και τον φτωχό νότο.

Με αποτέλεσμα: τόσο η παγκόσμια  ανισοκατανομή του παγκόσμιου πλούτου, ο συστηματικός αποικισμός του φαντασιακού, η  κυριαρχία ενός εξατομικευμένου υποκειμένου που αποδόμησε μορφές/δομές  συλλογικών διεκδικήσεων, όπως το εργατικό κίνημα, αύξησαν το μαζικό φθόνο και την απληστία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αναιρεθεί η βαθύτατη ουσία της έννοιας αφθονία, ανεξάρτητα από την πραγματική η φανταστική οικονομική μεγέθυνση ή τις πραγματικές οικονομικές και παραγωγικές δυνατότητες. Που όπως θα δούμε πιο κάτω κάθε άλλο παρά αμελητέες είναι.

Κρίση και αφθονία      

Βρισκόμαστε σε μια φάση βαθιάς κρίσης του σημερινού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Μια κρίση υπερσυσσώρευσης που 1) μειώνει το μέσο ποσοστό κέρδους 2)τινάζει στο αέρα τις χρεοκοπημένες οικονομίες 3) διευρύνει το χάσμα ανάμεσα  στο πραγματικό και τον πλασματικό πλούτο 4)οξύνει τις ταξικές και κοινωνικές  αντιθέσεις που σε βαθμό συγκαλύπτονταν από το κυνήγι της κατανάλωσης, που δεν υφίσταται στην περίοδο της κρίσης.

Ταυτόχρονα ας σημειωθεί πως τα ερωτήματα που έβαλε η εποχή της οικονομικής αφθονίας, της  υπερκατανάλωσης δεν το απαντά η κρίση.  Δεν ισχύει δηλαδή η άποψη που λέει:  Η κρίση θα μας οδηγήσει να αλλάξουμε μυαλά. Υπονοώντας να οδηγηθούμε σε ένα οικονομικό προτεσταντισμό που θα συνεισφέρει στις πολιτικές της λιτότητας και μιας διαδικασίας πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου.

Η κρίση με βία περιορίζει την δυνατότητα να καταναλώσουμε. Αναστέλλει με βία μια επιθυμία που υφίσταται,  δεν αλλάζει τα αιτία που την προκαλούν. Αυτή η βίαιη αναστολή των επιθυμιών μπορεί σε ένα βάθος χρόνου  να μετατραπεί  σε  νεύρωση ή και ψύχωση, σε ατομική και συλλογική νεύρωση και ψύχωση.  Μια συλλογική νεύρωση και ψύχωση που μπορεί να είναι η αιτία καταστροφικών κοινωνικών καταστάσεων ή και εκφασισμού.

Την ίδια στιγμή που οι ελίτ συνεχίζουν να καταναλώνουν όπως κατανάλωναν, συνεχίζουν να ζουν, όπως ζούσαν.  Προτείνουν ασκητισμό για τους πολλούς, ρωμαϊκά όργια για τους ίδιους και τους ομοίους τους.

Απαιτείται μια επαναστατική αλλαγή στο τρόπο που αναγνωρίζουμε τα πράγματα, που τα διαχειριζόμαστε, που τα αλλάζουμε. Στο τρόπο που αντιμετωπίζουμε κρισιακές καταστάσεις και φαινόμενα που οδηγούν σε μια ανορθόλογη  πολιτικοποίηση  του φθόνου.

Και για να συμβεί το παραπάνω θα πρέπει να αναγνωρίσουμε τόσο το βάθος της κρίσης, όσο και τα αιτία της. Τα αίτια της κρίσης δεν είναι η έλλειψη πλούτου ή παραγωγής, είναι μάλλον η υπερεπάρκεια του, η άνιση κατανομή του,  ο ίδιος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής που συναντά τις αντιφάσεις του, την δημιουργική αυτακαστροφικότητα του, [xxxi] τα όρια του. Όπως γράφει και ο  Κ. Μarx « Το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο… Το μέσο- απεριόριστη ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας- έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με το περιορισμένο σκοπό της αξιοποίησης του υπάρχοντος κεφαλαίου. Αν λοιπόν ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής είναι ένα μέσο ιστορικής σημασίας για την ανάπτυξη της υλικής παραγωγικής δύναμης και για τη δημιουργία της αντίστοιχης σ΄ αυτήν παγκόσμιας αγοράς, αποτελεί ταυτόχρονα η μόνιμη αντίφαση ανάμεσα σ΄ αυτό το ιστορικό καθήκον και  στις αντίστοιχες του κοινωνικές σχέσεις παραγωγής.».[xxxii]

Σύμφωνα πάντα με τον K. Marx  έχουμε δυο μηχανισμούς παραγωγής   κρίσεων[xxxiii]. 1) Ο  πλέον διαδεδομένος είναι η τάση της μείωσης  του ποσοστού κέρδους[xxxiv] που λειτουργεί ως βάση για τις κρίσεις υπερσυσσώρευσης. 2) Ο δεύτερος λόγος[xxxv] συσχετίζεται  με τον κλονισμό του νόμου της κερδοφορίας, δηλαδή του νόμου της αξίας/ υπεραξίας, από την μετατόπιση της παραγωγής από την άμεση εργασία στην «γενική διάνοια». Δηλαδή από την επιστήμη, την τεχνολογία που μπαίνει στο κέντρο της σύγχρονης παραγωγικής διαδικασίας με αντιφατικά αποτελέσματα. Α) διώχνει εργάτες από την παραγωγική διαδικασία και δίχως εργάτες μπορεί να υπάρξει κέρδος για τον επιχειρηματία αλλά δεν υπάρχει υπεραξία, όποτε έχουμε πτώση του ποσοστού κέρδους. Β)  Με τα λόγια του   K. Marx «..η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα λιγότερο εξαρτάται από το χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβεβλημένης εργασίας. Ολοένα περισσότερο(εξαρτάται) από την δύναμη των υλικών παραγόντων…[που εξαρτιέται]…από τη γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας».[xxxvi]

Από αυτή την οπτική η ίδια η υπερανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος πλέον συνιστά εμπόδιο για την οικονομική και τεχνολογική εξέλιξη, ενώ δημιουργούνται στα σπλάχνα αυτού του συστήματος οι υλικές δυνάμεις, δυνάμεις της τεχνολογικής αφθονίας για την υπέρβαση του.

Διάμεσου αυτών των δυο μηχανισμών οι κρίσεις υπερσυσσώρευσης μετατρέπονται σε κρίσεις συστημικής αναπαραγωγής[xxxvii] με το σύστημα να παλινδρομεί σε εργαλεία του παρελθόντος όπως η εργασιακή βαρβαρότητα ή δουλεία. Ή να κάνει άλματα στο χρηματιστηριακό κενό όπως είναι η δημιουργία χρηματιστηριακών παράγωγων πολύ πάνω από τον πραγματικό πλούτο,( το 2006 τα παράγωγα ήταν δέκα φορές μεγαλύτερα από το παγκόσμιο ΑΕΠ)[xxxviii] για να την αντιμετωπίσει. Με αποτέλεσμα οι  χρηματιστηριακές φούσκες να μετατρέπονται σε παιχνίδια χρηματιστηριακών παραγώγων  και σε οικονομικά , χρηματιστηριακά κραχ Και αυτό είναι κάτι που μας αφορά άμεσα καθώς στο χρηματιστηριακό τζόγο παίζουν και τα λεφτά των ασφαλιστικών μας ταμείων, με τις εθνικές μας οικονομίες να χρεοκοπούν.

Μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία αφθονίας;

Σε αυτό το σημείο τίθενται τα εξής ερωτήματα: Μπορεί να γίνουμε όλοι Μπιλ Γκέιτς. Σίγουρα όχι, πόσο μάλλον που η ύπαρξη των οικονομικών υπερκολοσσών τύπου Μπιλ Γκέιτς, βασίζεται στην εκμετάλλευση της εργατικής και καταναλωτικής δύναμης εκατομμυρίων εργαζόμενων. Δηλαδή είναι ένα δημιούργημα της ύστερης φάσης του καπιταλισμού.

Μπορεί και τα 6 δισεκατομμύρια άνθρωποι να έχουν τις καταναλωτικές συνήθειες του δυτικού ανθρώπου;; Οικονομικά ίσως και να ήταν δυνατόν, ύστερα από μια ριζική εξισωτική αναδιανομή του παγκόσμιου πλούτου και μετά από μια υπερμεγέθυνση της παραγωγής. Ακολουθώντας όμως την παράδοση των οικοαριστερών στοχαστών όπως ο Α. Γκορτζ[xxxix] θα έλεγα πως δεν  γνωρίζω  αν αυτό είναι ευκταίο οικολογικά και υπαρξιακά. Δεν γνωρίζω αν αντέξει ο πλανήτης αυτού του τύπου την  υπερκαταναλωτική ανάπτυξη ή αν τελικά αυτή η δυνατότητα μας δώσει το νόημα που χρειαζόμαστε. Δηλαδή αν η κατάκτηση όλο και περισσότερο υλικών αγαθών μπορεί να αναπληρώσει την απουσία πραγματικών και ουσιαστικών κοινωνικών σχέσεων. Ή τις διαδικασίες νοήματος που μπορεί να μας προσφέρει μια κοινότητα ελεύθερων δημιουργικών ανθρώπων.

Μια πραγματική κοινωνία της αφθονίας ως η απουσία του φθόνου και της απληστίας προϋποθέτει:

  • Την δημιουργία μιας πραγματικής παραγωγικής βάσης και πλούτου για την ικανοποίηση των βασικότερων αναγκών επιβίωσης και ευζωίας για όλους του κάτοικους του πλανήτη. Μια τέτοια βάση που να μειώνει την εργασία στο ελάχιστο, έτσι ώστε να βρίσκουν εργασία όσοι επιθυμούν να εργάζονται. Σε ένα μεγάλο βαθμό αυτή η προϋπόθεση έχει επιτευχθεί με βάση την σύγχρονη παραγωγή και τις δυνατότητες. Απαιτείται μια ποιοτική μεταβολή των παραγωγικών δυνάμεων και δυνατοτήτων και όχι μια οικονομική μεγιστοποίηση.
  • Ταυτόχρονα όμως επιβάλλεται μια σχετικοποίηση της έννοιας σπανιότητα-πλούτος- αφθονία. Όσο θέτουμε  ως βάση της ευτυχίας μας την απόκτηση όλο και περισσότερων υλικών αγαθών, τόσο θα τρέχουμε πίσω από την απόκτηση τους και όλο και περισσότερο θα νοιώθουμε άδειοι και φτωχοί. Γιατί όσο θα τρέχουμε να τα αποκτήσουμε τόσο αυτά θα «ξεμακραίνουν» και θα αυξάνονται οι επιθυμίες απόκτησης τους. Η συγκεκριμένη βασικότατη προϋπόθεση είναι προς διαμόρφωση στα πλαίσια ενός κινήματος που θέλει άρδην να αλλάξει τις συνθήκες παραγωγής και διανομής. Αλίμονο αν περιμένουμε να ικανοποιήσουμε αυτή την προϋπόθεση όταν θα έχει επιτευχτεί η κοινωνική και πολιτική αλλαγή. Στα πλαίσια των δομών αυτών των αντισυστημικών κινήσεων και κινημάτων θα είναι αναγκαία μια σχετική αποαποικιοποίηση του φαντασιακού από τον εμπορευματικό βασίλειο. Μια σχετική επανοικειοποίηση των όρων και συνθηκών ζωής, παραγωγής, κατανάλωσης.
  • Μια ίση κατανομή του παραγόμενου πλούτου που θα καλύπτει σε όλους του ανθρώπους τις βασικές τους ανάγκες. Ανάγκες επιβίωσης, ανάγκες ευζωίας, ανάγκες υπαρξιακής πληρότητας. Επιβάλλεται όλοι  οι άνθρωποι αυτού του πλανήτη να  έχουν πρόσβαση  σε κατοικία, τροφή, ένδυση, εργασία, υγεία, εκπαίδευση,  παιδεία, υγεία, διασκέδαση και τουρισμό. Να έχουν πρόσβαση στο ελεύθερο χρόνο  που κατά τον Μαρξ είναι το πραγματικό μέτρο του πλούτου.[xl]  Που θα τους επιτρέψει τόσο να μορφωθούν πραγματικά, να ερευνήσουν, να επικοινωνήσουν, να αναλάβουν πραγματικά την διακυβέρνηση των κοινών. Εδώ χρειάζεται προσοχή: Ελεύθερος χρόνος  δεν είναι ο χρόνος της ανεργίας ή ο χρόνος της κατανάλωσης. Ο πρώτος είναι υποταγμένος στην αναγκαιότητα, ο δεύτερος στο εμπόρευμα. Ο πραγματικά ελεύθερος χρόνος έπεται μιας ριζοσπαστικής αλλαγής των συνθηκών ζωής, των παραγωγικών δυνάμεων και δυνατοτήτων, των αξιών και κυρίως των πολιτικών και οικονομικών ανατροπών. Εκμεταλλευόμενοι όμως  μια πραγματική δυνατότητα που απορρέει από τις συνθήκες παραγωγής, τις νέες τεχνολογίες και της μετατροπής της επιστήμης σε κύρια παραγωγική δύναμη, είναι  δυνατόν και ευκταίο να μειωθούν οι ώρες εργασίας.  Ενώ διαμέσου  του εργαλείου του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος» αλλά και του «μέγιστου επιτρεπτού εισοδήματος» να εξασφαλιστεί μια πιο ισότιμη αναδιανομή του πλούτου.  Η ριζική μείωση των ωρών εργασίας έτσι ώστε να εργάζονται όσοι το επιθυμούν, όπως και τα εργαλεία του «ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος» και του «μέγιστου επιτρεπτού εισοδήματος»   είναι οι δρόμοι για μια ισόποση ανακατανομή του παραγόμενου πλούτου. Εδώ θα ήθελα και πάλι την προσοχή σας: Το «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα»  είναι η πρόσβαση στο παραγόμενο πλούτο και δεν είναι ένα «χαρτζιλίκι» πείνας στους ανήμπορους οικονομικά πολίτες, όπως αυτό που εξαγγέλθηκε ότι θα εφαρμοστεί ή που σε ένα βαθμό εφαρμόζεται στις χώρε του αναπτυγμένου Βορρά. Για αυτό το λόγο πρέπει να συνδυάζεται με το εργαλείο του  «μέγιστου επιτρεπτού εισοδήματος».
  • Η τέταρτη προϋπόθεση είναι και η πλέον σημαντική. Είναι η παγκόσμια και ταυτόχρονη τοπική, εθνική και περιφερειακή  αντισυστημική πολιτική, παραγωγική και οικονομική  αλλαγή. Να υπάρχει δηλαδή μια πραγματική λαϊκή κυριαρχία και όχι την εξουσία/ κυριαρχία να την έχουν οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ. Δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε μια ποιοτική αλλαγή των παραγωγικών δυνάμεων και δυνατοτήτων, σε μια ολοκλήρωση της επαναξιολόγησης των  εννοιών πλούτος και αφθονία, σε μια ισοκατανομή του πλούτου δίχως την δημοκρατική  εξουσία να την έχει η πλειοψηφία του κόσμου και όχι οι οικονομικές ελίτ.

Είναι εφικτή αυτή η κοινωνική και πολιτική αλλαγή;

Το συγκεκριμένο ερώτημα, είναι το βασικότερο όλων όσων έγιναν στην παραπάνω εργασία. Και ίσως είναι η δυσκολότερη όλων των ερωτήσεων, γιατί η απάντηση δεν μπορεί να πάρει το χαρακτήρα ναι είναι δυνατή, όχι δεν είναι δυνατή.

Θα επιχειρήσω να δώσω μια απάντηση,  επανεξετάζοντας τα προηγούμενα ερωτήματα.  Το παρελθόν μας μιλάει στο όνομα μιας αφθονίας δίχως  φθόνο, δηλαδή μας μιλάει με το πραγματικό νόημα της λέξης α-φθονία. Ένα πραγματικό νόημα που χάθηκε, ξεχάστηκε, έγινε εργαλείο θεολογίας και ιδεολογίας για την άρχουσα τάξη με την εμφάνιση της ταξικής κοινωνίας. Την εποχή που ο  πολιτισμός στους πρωτόγονους από την μια δημιουργεί πλούτο, καταστρέφοντας όμως τις ισότιμες κοινωνικές τους σχέσεις. Ένα αναγκαίο κακό μιας ιστορικής εξελικτικής διαδικασίας, μια Χεγκελιανή πανουργία[xli].

Ταυτόχρονα όμως έμεινε ως καταραμένο – ουτοπικό- πλεόνασμα, όπως θα έλεγε και ο E.Bloch, για τους φτωχούς και τους κολασμένους. Ένα ουτοπικό πλεόνασμα που κινεί την ιστορία, δημιουργεί επαναστατικά συμβάντα, ρήξεις και ανατροπές.  Ενώ μας επιτρέπει να αισιοδοξία στην καθημερινότητα μας. Είναι ένα ρεύμα αντίστασης, δημιουργικής αναζήτησης και ανατροπής που σε συγκεκριμένες στιγμές πότε με το ένα όνομα, πότε με το άλλο εμφανίζεται και αλλάζει την ιστορία που συνήθως την γράφουν οι νικητές.

Κάπως έτσι η ιστορία προχωρεί με ασυνέχειες, πότε κάνοντας άλματα στο μέλλον και πότε επιστρέφει στην βαρβαρότητα. Άλλα ακόμη και στην πιο άγρια βαρβαρότητα αφήνει παρακαταθήκες για να τις αρπάξουν αυτοί που τολμούν να γίνουν η εποχή τους.   Και πάντα κάποιοι γίνονται η εποχή τους.

Έτσι κάπως οδηγηθήκαμε στα 35 χρόνια της χρυσής καταναλωτικής σκλαβιάς που μας εξαγόραζαν είτε για να μην διαμαρτυρόμαστε, είτε για να πουλάνε τα εμπορεύματα τους.  Αλλά αυτό επίσης έχει όρια, τα όρια που τα βάζει το ίδιο το σύστημα και οι παραγωγικές και πολιτισμικές δυνατότητες μας. Και να που σήμερα υπάρχουν αρκετές παραγωγικές δυνατότητες για να απελευθερωθούμε και αρκετές για να καταστρέψουμε τον πλανήτη και τον πολιτισμό μας.

Είναι λοιπόν εφικτή η κοινωνική και πολιτική αλλαγή; Ναι είναι εφικτή αν επιθυμούμε να γίνουμε η αλλαγή, όπως πριν από εμάς και άλλοι έγιναν η αλλαγή. Δεν είναι εφικτή, αν παραμείνουμε σιωπηλοί και άβουλοι, περιμένοντας τους βαρβάρους, όπως θα έλεγε και ο ποιητής.

 

[i] Γένεση 2/β΄ 10-14(http://www.myriobiblos.gr/bible/ot/)

[ii] « Από χρυσό ήταν φτιαγμένη η πρώτη φυλή των φθαρτών ανθρώπων που δημιούργησαν οι αθάνατοι κάτοικοι  του Ολύμπου. Ήταν τον καιρό του Κρόνου που βασίλευε ακόμη αυτός στον ουρανό. Ζούσαν σαν θεοί με την καρδιά ελεύθερη από έγνοιες, μακριά από  βάσανα….    Ύστερα μια πολύ κατώτερη φυλή από ασήμι δημιουργήθηκε από τους κάτοικους του Ολύμπου… Κατόπιν ο πατέρας Ζευς  έφτιαξε μια άλλη τρίτη φυλή θνητών ανθρώπων, από χαλκό…. Όταν το χώμα σκέπασε αυτή την φυλή, ο Ζευς ο γιός του Κρόνου έφτιαξε κι άλλη, τέταρτη πάνω στην πολύτροφη γη.   Μια φυλή πιο δίκαια και ανδρεία, το θεϊκό γένος των ηρώων…. Μακάρι να μην ζούσα εγώ στην σ΄ αυτήν την πέμπτη φυλή των ανθρώπων… Γιατί τώρα είναι η ώρα της φυλής του Σιδήρου» Ησίοδος έργα και ημέρες 106-201( Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ Εξάντας  Αθήνα 2000 σελ: 55-56)

[iii] Στο διάλογο  Πολιτικός του ώριμου Πλάτωνα αναφέρεται στο επί του Κρόνου βίου: « Γιατί τότε πρώτα, πρώτα ο θεός ρύθμιζε την κυκλική κίνηση, από την αρχή ως το τέλος της, έχοντας την φροντίδα της, και το ίδιο ακριβώς συνέβαινε… σε όλα τα μέρη είχαν μοιραστεί κι εξουσιάζονταν από θεούς άρχοντες λοιπόν και τα ζώα, ράτσες, ράτσες, και κοπάδια, κοπάδια , είχαν μοιραστεί κι εξουσιάζονταν, σαν από βοσκούς, από θεϊκούς δαίμονες, που ο καθένας τους ήταν ικανός να καλύψει μόνος του όλες τις ανάγκες του κοπαδιού που ο ίδιος έβοσκε, κι έτσι δεν  είχαμε καμία αγριότητα ούτε αλληλοφαγία κι ούτε ξεσπούσε πόλεμος ούτε πολιτικές διαμάχες- καθόλου.» 271d(Πλάτων ΜΥΘΟΙ  Ζήτρος Αθήνα 2003 σελ: 44-45) Ενώ στους Νόμους- σε αυτό το επιβλητικό έργο, με το όποιο ο Πλάτωνας κλείνει την συγγραφική του παραγωγή- ο φιλόσοφος   επανέρχεται  στο επί του Κρόνου βίο γράφοντας: «Οι γεροντότεροι μας άφησαν την παράδοση ότι οι άνθρωποι στο καιρό του Κρόνου ζούσαν ζωή χαρισάμενοι- όλα τα είχαν άφθονα και χωρίς να μοχθούν. Και να ποια ήταν – κατά τα λεγόμενα τους- η αιτία: Ο Κρόνος στα σίγουρα κατέληξε στο συμπέρασμα- όπως εδώ και λίγη ώρα το συζητούσαμε και εμείς – ότι δεν βρίσκεται άνθρωπος που, ενώ κρατά στα χέρια του την απεριόριστη εξουσία πάνω σ΄όλα, να μην ξεχειλίζει η ψυχή από ξιπασιά και αδικία λοιπόν έχοντας αυτή την ιδέα δεν όρισε τότε στις πολιτείες μας άρχοντες και βασιλιάδες ανθρώπους, αλλά δαίμονες….»713c(Πλάτων ΜΥΘΟΙ  Ζήτρος Αθήνα 2003 σελ: 50)

[iv] R. Luxemburg « Η ΠΡΩΤΟΓΟΝΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ» Κοροντζή Αθήνα 1976, P. Lafargue «Αρχέγονος Κομμουνισμός» Ασύμμετρη Απειλή Αθήνα 2008

[v] Μ. Sahlins, Ν. Bird-David, J. Woodburn, R. Lee κ.ά. «ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΜΟΙΡΑΣΜΑΤΟΣ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΑΠΛΟΙ ΤΡΟΦΟΣΥΛΛΕΚΤΕΣ» Πολιτειακές Εκδόσεις, Αθήνα 2009

[vi] F. Engels  « Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ»  Σύγχρονη Εποχή Αθήνα 2013 σελ:198-199

[vii] Σελ: 201-202

[viii] Σελ:203

[ix] R. Luxemburg « Η ΠΡΩΤΟΓΟΝΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ» Κοροντζή Αθήνα 1976 σελ:176

[x] R. Sayre- M. Lowy «ΜΟΡΦΕΣ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΥ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ» Έρασμος  Αθήνα 1991

[xi] P. Lafargue «Αρχέγονος Κομμουνισμός» Ασύμμετρη Απειλή Αθήνα 2008

[xii] A. Heller «Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ ΣΤΟ ΜΑΡΞ» Εξάντας Αθήνα 1975,

[xiii] E. Mandel: « ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ- ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑΣ» Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη Αθήνα 1994 σελ:306

[xiv]http://dialogoi.enet.gr/post/%CE%BC%CE%AC%CF%83%CE%BB%CE%BF%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CF%80%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B1-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%8E%CF%80%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8E%CE%BD, http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B2%CF%81%CE%B1%CE%AC%CE%BC_%CE%9C%CE%AC%CF%83%CE%BB%CE%BF%CE%BF%CF%85

[xv] E. Mandel: « ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ- ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑΣ» Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη Αθήνα 1994 Σελ: 309

[xvi]  σελ: 310

[xvii] Δ. Δρόσος «ΑΡΕΤΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ, Η Βρετανική σκέψη στο κατώφλι της νεωτερικότητας», Σαββάλας, Αθήνα, 2008 σελ: 534

[xviii] A. Smith « ΈΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΙΤΙΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ» Ελληνικά Γράμματα  Αθήνα, 2000,  Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη 2010 εισαγωγή για το ΒΗΜΑ σελ: 12

[xix] J. K. Galbraith « ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΑΦΘΟΝΙΑΣ» Παπαζήση, Αθήνα 1970

[xx] Σελ: 336

[xxi] Σελ:269

[xxii] Σελ:299

[xxiii] Σελ: 319

[xxiv] Σελ: 320

[xxv] Σελ: 325

[xxvi] Guy Debord «κοινωνία του θεάματος» Ελεύθερος Τύπος Αθήνα 1977

[xxvii] Μιλάω για την χρυσή 35ετία μετα τον Β΄ πόλεμο, που είτε μέσω του κράτους πρόνοιας, είτε μέσω της πίστωσης, μετά το 1990, οι μεγάλες μάζες των εργαζόμενων, των μικροαστών και των μεσοαστών απέκτησαν την δυνατότητα για να αγοράζουν και να καταναλώνουν πληθώρα εμπορευμάτων. Δεν αναφέρομαι στην περίοδο της οικονομικών υφέσεων και κρίσεων

[xxviii] Κ. Μarx  «GRUNDRISSE» τόμος Β΄  Στοχαστής, Αθήνα 1990 σελ: 574 , Κ. Μarx  «ΚΕΦΑΛΑΙΟ» τ.Γ΄, κεφ 13, 14 και 15 Σύγχρονη Εποχή Αθήνα 1978

[xxix] http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26518&subid=2&pubid=113367839

[xxx] M.  Foucautl  « Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΒΙΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ» Πλέθρον Αθήνα 2012

[xxxi] J. Schumpeter «ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ, ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» Παπαζήση Αθήνα 2006

[xxxii] Κ. Μarx  «ΚΕΦΑΛΑΙΟ» τα .Γ΄ σελ: 316 Σύγχρονη Εποχή Αθήνα  1978

[xxxiii] Π. Παπακωνσταντίνου «ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ- Η ΚΡΊΣΗ ΤΟΥ ΥΠΑΡΚΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ» ΑΑ. Λιβάνη Αθήνα 2010 σελ:31

[xxxiv] Κ. Μarx  «ΚΕΦΑΛΑΙΟ» τ.Γ΄, κεφ 13, 14 και 15 Σύγχρονη Εποχή Αθήνα 1978

[xxxv] Π. Παπακωνσταντίνου «ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ- Η ΚΡΊΣΗ ΤΟΥ ΥΠΑΡΚΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ» ΑΑ. Λιβάνη Αθήνα 2010 σελ:34

[xxxvi] Κ. Μarx  «GRUNDRISSE» τόμος Β΄  Στοχαστής, Αθήνα 1990 σελ:538

[xxxvii] Π. Παπακωνσταντίνου «ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ- Η ΚΡΊΣΗ ΤΟΥ ΥΠΑΡΚΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ» ΑΑ. Λιβάνη Αθήνα 2010 σελ:41

[xxxviii] Σελ: 76

[xxxix]http://eranistis2.wordpress.com/2010/11/25/%CE%B7-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%AE%CF%84%CE%BF/#more-7309,  http://www.biblionet.gr/author/15311/Andr%C3%A9_Gorz

[xl] «Πραγματικά πλούσιο  είναι το έθνος όταν δουλεύει 6 αντί για 12 ώρες. Ο πλούτος (ο πραγματικός πλούτος) δεν είναι εξουσιασμός χρόνου υπερεργασίας αλλά διαθέσιμος χρόνος -πέρα απ’ αυτόν που χρειάζεται στην άμεση παραγωγή- για κάθε άτομο και για ολόκληρη την κοινωνία.» Κ. Μarx  «GRUNDRISSE» τόμος Β΄  Στοχαστής, Αθήνα 1990, σελ: 536-539.

[xli] Το ιδιαίτερο συμφέρον του πάθους είναι συνεπώς αδιαχώριστο από την ενεργή ανάπτυξη μιας γενικής αρχής: διότι είναι από το ειδικό και καθορισμένο και από την άρνησή του που προέρχεται το Οικουμενικό. Το επιμέρους μάχεται με αυτό που είναι όμοιό του, και υπάρχουν απώλειες στη διαμάχη. Δεν είναι όμως η γενική ιδέα που εμπλέκεται στην αντίθεση και την πάλη και που εκτίθεται σε κίνδυνο. Αυτή παραμένει στο παρασκήνιο, ανέγγιχτη και ανέπαφη. Τούτο μπορεί να αποκληθεί η πανουργία του Λόγου –το ότι βάζει τα πάθη να δουλεύουν για αυτόν, ενώ αυτό που αναπτύσσει την ύπαρξή του μέσα από τέτοιο αυθορμητισμό πληρώνει το τίμημα και υποφέρει από απώλειες. Γιατί είναι η φαινομενική ύπαρξη που έχει αυτή την τύχη, και απ’ αυτή, ένα μέρος δεν έχει αξία, και ένα άλλο είναι θετικό και αληθές. Το επιμέρους είναι κυρίως υπερβολικά ασήμαντη αξία όταν συγκρίνεται με το γενικό: τα άτομα θυσιάζονται και εγκαταλείπονται. Η Ιδέα πληρώνει το τίμημα της καθορισμένης ύπαρξης και της φθαρτότητας όχι με τον εαυτό της, αλλά με τα πάθη των ατόμων. G.W.F. Hegel, Διαλέξεις για την φιλοσοφία της Ιστορίας, 36

By Δημήτρης Αργυρός

ΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ. ΑΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΘΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ . ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ . ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΤΟΠΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ. ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ.

Αφήστε μια απάντηση