Τρ. Ιαν 25th, 2022

Προλογικά

Πρώτη φορά αριστερά; Αν δεν με απατάει η ιστορική μου μνήμη, τρίτη φορά αριστερά. Η πρώτη, στα ελεύθερα βουνά της κατεχόμενης και της «ανεξάρτητης» Ελλάδας, με το όπλο στο χέρι, ενάντια στην βούληση των μεγάλων δυνάμεων, που την είχαν χαρίσει στους «Αγγλο /Αμερικάνους». Μπορούσαν να νικήσουν οι λαϊκές- εργατικές δυνάμεις, μπορούσε να νικήσει η κομμουνιστική αριστερά; Έχουν ειπωθεί και έχουν γραφτεί τόσα πολλά για τους συσχετισμούς, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες. Για το ρόλο των ξένων δυνάμεων, των ηγεσιών, τον ηρωισμό των λαϊκών μαζών.

Αναλογιζόμενος τα καθήκοντα που είχαν επωμιστεί στις πλάτες τους οι επαναστατημένες μάζες, έχω την εντύπωση πως τα πήγαν περίφημα. Τόσο περίφημα που δεν υπήρχαν τα περιθώρια συμβιβασμών, όπως λόγου χάρη συνέβη, στην Ιταλία και Γαλλία. Έπρεπε να συντριβούν και συντρίφθηκαν, γιατί αν νικούσαν, θα άλλαζε όλο το γεωπολιτικό σκηνικό της μεταπολεμικής διαιρεμένης Ευρώπης. Και αυτό δεν το επιθυμούσαν ούτε οι «δυτικοί», ούτε οι «ανατολικοί». Η ένοπλη συντριβή της αριστεράς και των λαϊκών δυνάμεων ακόμη και σήμερα βαραίνει όσο τίποτε άλλο, τις πολιτικές πρωτοβουλίες τους.

Η δεύτερη φορά, παραμονές του «τέλους» της σχίσματος που άνοιξε η επανάσταση του «Οκτώβρη». Με τον  ενιαίο «ΣΥΝ(μέσα το ΚΚΕ)» μαζί με την ΝΔ να αναλαμβάνει ρόλο να «καθαρίσει» τον καπιταλισμό. Στην συνέχεια με την οικουμενική κυβέρνηση, μαζί με όλες τις αστικές δυνάμεις, να προετοιμάζει το έδαφος για την είσοδο της χώρας στο μεταδιπολικό,  παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Παίζοντας τον ρόλο μιας καθαρής και τίμιας αστικής δύναμης,  δίπλα στις άλλες εκφυλισμένες αστικές δυνάμεις, αναιρώντας τον ρόλο της, ως εκφραστή των συμφερόντων των λαϊκών- εργατικών δυνάμεων.

Η συναινετική δικτατορία των αγορών και της καταναλωτικής «δημοκρατίας»,  το κλείσιμο του «Οκτώβρη» και των ουτοπιών του που κατέληξαν δυστοπίες, οδήγησε στην διάσπαση και την  συρρίκνωση των δυνάμεων της αριστεράς. Την  θέση του ενιαίο «ΣΥΝ» πήραν ένας μετακομμουνιστικός   «ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ» και ένα νεοσταλινικό ΚΚΕ. Με τις δυνάμεις της «άκρας» αριστεράς να βρίσκονται και αυτές λαβωμένες από την αγοραία πλημμυρίδα, αλλά πάντα μαχόμενες στα πάσης φύσεως κινήματα.

Ο παγκοσμιοποιημένος κόσμος της κυριαρχίας των εμπορευμάτων και το συναινετικό κλίμα δεν άφησε ανεπηρέαστο ούτε τις δυνάμεις της αναρχίας, ούτε τη ένοπλη αριστερά. Με τις δυνάμεις της αναρχίας να γοητεύονται από μεταμοντέρνες θεωρήσεις και τη ένοπλη αριστερά, είτε να κλείνει τον κύκλο της, είτε να ηθικολογεί, να εθνικοποιεί το λόγο της, σε τέτοιο βαθμό που να ξεχνά το ταξικό χαρακτήρα των κοινωνιών.

Την τρίτη φορά σήμερα. Σε μια περίοδο βαθιάς συστημικής καπιταλιστικής κρίσης και γεωπολιτικών ανακατατάξεων. Με την Ελλάδα ένα χρεοκοπημένο μέλος μιας ΕΕ σε βαθιά σήψη και παρακμή. Σε ένα κόσμο που δεν μπορεί να δει πέρα από τον κόσμο των πραγμάτων και των εμπορευμάτων. Με το εργατικό κίνημα στην σημερινή μορφή, να έχει κλείσει το κύκλο του.

Αλλά και με ένα λαϊκό κίνημα που με παρατεταμένο  εξεγερσιακό τρόπο μετέτρεψε το ΣΥΡΙΖΑ μια ρεφορμιστική δύναμη του 4% σε κυβερνητική δύναμη. Οι ευρωκράτες δεν φοβούνται τόσο τον Τσίπρα και τον Βαρουφάκη, όσο αυτό το λαό που την περίοδο 2008-2012 έκαψε την Αθήνα πάμπολλες φορές.  Φοβούνται τον εξεγερμένο πλήθος που αποτέλεσε και αποτελεί ελπίδα για όλους του ευρωπαϊκούς λαούς.  Ξανά αριστερά λοιπόν σε μια αστική κυβέρνηση μαζί με την αντιμνημονιακή δεξιά. Ενάντια στα μνημόνια ή με τα μνημόνια και την τρόικα, χωρίς την λέξη μνημόνια και τρόικα; Την λύση ξανά θα την ξαναδώσει ο λαός.

Η δύναμη της χαράς

Ας ακολουθήσουμε την σκέψη του Σπινόζα:  Ένα ελεύθερο πλήθος καθοδηγείται περισσότερο από την ελπίδα παρά από το φόβο, ενώ το υποταγμένο περισσότερο από το φόβο παρά από την ελπίδα∙ το πρώτο επιχειρεί να  δημιουργήσει, να παράγει , το δεύτερο περιορίζεται να αποφύγει το θάνατο∙ το ένα επιχειρεί να ζήσει σύμφωνα με τις δικές του φιλοδοξίες, το άλλο υπακούει στον εξαναγκασμό του κατακτητή. Ο Σπινόζα μέσα σε λίγες γραμμές ανάλυσε πλήρως το τι συνέβη στις εκλογές της 17 Ιούνη του 2012, αλλά και στις τελευταίες εκλογές στις 25 Ιανουαρίου του 2015 και κάθε άλλη ανάλυση ίσως και να περίσσευε.

Θα περίσσευε, αν πέρα από την ελπίδα,  δεν υπήρχε κάτι άλλο.  Αν δεν υπήρχε η χαρά. Η χαρά που είναι το πραγματικό αντίβαρο όχι μόνο στην λύπη μα και στο φόβο και το μίσος που νιώθουμε για τον άλλον, που δεν είναι παρά ο καθρέπτης του  μίσους που νιώθουμε για τον εαυτό μας.

Γιατί κακό και καλό υπάρχουν μόνο στους υποταγμένους ανθρώπους. Αντίθετα στους ελεύθερους ανθρώπους, δεν υπάρχουν γενικά και αόριστα οι έννοιες καλό και κακό. Για τους ελεύθερους ανθρώπους καλό είναι ότι τους αυξάνει την δύναμη και κακό ότι τους την μειώνει. Καλό είναι να νιώθουμε δυνατοί και χαρούμενοι, ικανοί για να αυτοεξουσιαζόμαστε. Αντίθετα κακό είναι να μεταβιβάζουμε την εξουσία μας σε τρίτους. που διαρκώς θα αναπαράγεται, προκαλώντας μίση και αλληλοσπαραγμό.

Η χαρά είναι η ικανότητα και η δυνατότητα  να παράγουμε- από κοινού- δυναμώνοντας το πολιτικό μας σώμα. Και αυτό δεν μπορεί να συμβεί παρά σε ένα δυνατό σώμα που όλα τα μέρη συνεργάζονται όσο γίνεται  αρμονικότερα  και μοιράζονται το πλούτο που παράγεται…

Αν κάποιοι αναγνωρίζουν σε αυτή την κατάσταση χαράς την κομμουνιστική κοινωνία δεν πέφτουν και πολύ έξω. Πρόκειται για μια λογική διαρκούς ρήξης και ανατροπής με τα δίπολα και τα τρίποδα εξουσίας. Με τα δίπολα όπως είναι η αντίθεση κεφάλαιο-εργασία που θα πρέπει να αποδομηθεί, προς όφελος μιας κοινότητας ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών.

Ή  με τα ηθικά  τρίποδα,  όπως είναι ο «σκλάβος-τύραννος-ιερέας» με την θέση του σκλάβου να παίρνει ο μισθωτός εργαζόμενος, την θέση του τυράννου να την παίρνει ο επαγγελματίας πολιτικός και του ιερέα ο τεχνοκράτης. Με αυτά τα δίπολα και τα ηθικά τρίποδα καλείται να έρθει σε μια διαρκή και παρατεταμένη σύγκρουση το πραγματικό κομμουνιστικό κίνημα της εποχής μας, οικοδομώντας οντολογικά την κοινότητα της δύναμης του πλήθους και  των κοινών.

Τι σημαίνουν όλα αυτά τα τόσο φιλοσοφικά και τα τόσο αφηρημένα;  Μα τίποτε άλλο από το γεγονός πως αν η αντικαπιταλιστική αριστερά- άρα και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ- θέλει να έχει μέλλον σε αυτή την αγρία φάση της αλλαγής της συσσώρευσης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει να οικοδομήσει ή να συνεισφέρει στην οικοδόμηση ενός δυνατού κομμουνισμού από τα σήμερα σε μια εμμενή κατεύθυνση.

Με βάση όχι μόνο την σύγκρουση με την καπιταλιστική εξουσία, μα διαμέσου της επανοικειοποίησης του παραγόμενου πλούτου. Με γνώμονα και εργαλείο την κοινωνική αλληλεγγύη και την γενικευμένη αυτοδιαχείριση. Απαντώντας πολιτικά- κοινωνικά και πρακτικά σε ζητήματα που η αγορά δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις. Οικοδομώντας πεδία που φέρνουν το μέλλον σήμερα.

Νίκησε όμως η χαρά στις εκλογές της 25 Γενάρη;

Δεν μπορούμε παρά να είμαστε χαρούμενοι που τέλειωσε η μνημονιακή καμαρίλα ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Είμαστε ή πρέπει να είμαστε χαρούμενοι που μπήκαμε σε μια νέα εποχή. Κατά τα μια έννοια «τίποτε δεν έχει αλλάξει, μα και τίποτε δεν είναι όπως παλαιά, παραμένει ένα πείσμα, δεν είναι συνήθεια μοναχά.»

Αυτή η εικόνα όμως απέχει κατά πολύ από την Σπινοζική δύναμη της χαράς, από την οντολογικά πολιτική δύναμη ενός μαχόμενου επαναστατικού υποκειμένου. Απέχει επίσης από την χαρά ενός λαού που αμφισβητεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, που αμφισβητεί την ΕΕ και την κεφαλαιοκρατική δικτατορία. Που δεν φοβάται το grexit, απεναντίας το επιζητεί σαν μια σειρά ανατρεπτικών διαδικασιών που θα τινάξουν στο αέρα την ΕΕ και την δικτατορία των αγορών. Ναι απέχουμε κατά πολύ από αυτήν την στιγμή.  Ο Ελληνικός λαός παραμένει ακόμη σε μεγάλο βαθμό κάτω από την δικτατορία της λύπης, κάτω από την δικτατορία των θλιβερών παθών. Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν η έναρξη μιας επαναστατικής ή ανατρεπτικής διαδικασίας, αλλά η προσαρμογή του συνόλου της αριστεράς και της αναρχίας σε ρεαλιστικότερες φόρμες.

Ας πάμε λίγο πίσω.  Η ιστορία δεν κινείται με γραμμικότητες, από τα καλό, στο καλύτερο ή από το καλύτερο στο χειρότερο. Κινείται με άλματα  και με καταστροφές, με πλημμυρίδες και με άμπωτες. Και πάντα, μα πάντα, με την αντίσταση να προηγείται και να παράγει την αντίδραση της εξουσίας.

Προτού ακόμη ξεσπάσει η παγκόσμια κρίση, προτού ακόμη αυτή η κρίση γίνει καθημερινότητα, η πλημμυρίδα της λαϊκής εξέγερσης και οργής, η χαρά του εξεγερμένου πλήθους αποδόμησε τις παλαιές μορφές πολιτικής διαμεσολάβησης.  Η Ελλάδα ήδη από το 2006-07 με το εκπαιδευτικό κίνημα, την κομμουνιστική εξέγερση του 2008[1] και τους πολύμορφους λαϊκούς – εργατικούς αγώνες το  2010-2012 έζησε ένα παρατεταμένο λαϊκό- κοινωνικό-  πόλεμο.

Αυτή η δυναμική αυτού κινήματος εκφράστηκε στις εκλογές του Μαΐου και Ιουνίου του 2012. Με τον ΣΥΡΙΖΑ να κινείται σαφώς σε αριστερότερα πλαίσια, εκφράζοντας εν πολλοίς μια πληθυντική αντιστασιακή παραγωγικότητα. Αυτή η δυναμική έφτασε στα σκαλιά της εξουσίας αλλά δεν κατάφερε να νικήσει το φόβο των μικροαστικών μαζών.  Στις εκλογές που έγιναν στις 17 Ιούνη 2012  νίκησε ο σκεπτικισμός και ο φόβος πως δεν μπορούμε να σηκώσουμε κεφάλι στον αγά, γιατί θα μας το κόψει.  Πως δεν μπορούμε να κάνουμε δίχως του Γερμανούς, τους τραπεζίτες και τους ευρωκράτες. Πως δεν μπορούμε να υπάρξουμε έξω από την φυλακή του ευρώ-ΕΕ.

Στο αμέσως επόμενο διάστημα των εκλογών της 17 Ιουνίου η προσαρμογή προς τον ρεαλιστικότερο των δυνάμεων της αριστεράς ήταν εμφανής. Το ΣΥΡΙΖΑ ξέχασε επί της ουσίας το ζήτημα της διαγραφής του χρέους.  Το ΚΚΕ κλείστηκε ακόμη πιο πολύ στον εαυτό του και στην σεχταριστική του γραμμή, θυμίζοντας πολιορκημένες θρησκευτικές αιρέσεις. Και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ  δυνάμωσε ένα ρεύμα που έβλεπε και βλέπει με συμπάθεια ένα νεοκεϋνσιανο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, στην θέση των αντικαπιταλιστικών ανατροπών και του μεταβατικού προγράμματος.

Σε μια  εξίσου ρεαλιστική γραμμή κινήθηκε και ο χώρος της αναρχίας και της αντιεξουσίας. Με τα εξεγερμένα τμήματα της να μην μπορούν να απαντήσουν στην κρατική- τρομοκρατική- καταστολή. Η κινηματική αντιεξουσία να κλείνεται στα όρια των αυτοδιαχειριζόμενων δομών της. Και με την εργατική αυτονομία να μην μπορεί να αντιμετωπίσει, πόσο μάλλον να απαντήσει, στην αντεργατική λαίλαπα.

Μέσα σε αυτό το κλίμα της κινηματικής υποχώρησης( με ελάχιστες  εξαιρέσεις, όπως  τις καθαρίστριες και τους εργαζόμενους στα πανεπιστήμια). Μέσα σε αυτό το κλίμα και της ρεαλιστικής προσαρμογής της αριστεράς- που δυνάμωνε την τάση υποταγής, απέναντι στην τάση χειραφέτησης, που ενίσχυε τα θλιβερά πάθη, τον φόβο και την λίπη απέναντι στην χαρά- οι εκλογές της 25 Γενάρη, ήταν η πτώση ενός υπερώριμου φρούτου. Η πτώση ενός σαπισμένου φρούτου, ενός σαπισμένου δέντρου, που βλέπει στο ΣΥΡΙΖΑ μια ελπίδα συστημικής αναζωογόνησης.

Τι κυβέρνηση είναι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ;                  

Ας εκκινήσουμε με μια συζήτηση τι ήταν και τι είναι σοσιαλδημοκρατία.  Η σοσιαλδημοκρατία ήταν η μεταρρυθμιστική πτέρυγα του ενιαίου  σοσιαλιστικού κινήματος. Η διάσπαση του οδήγησε σε δυο μεγάλες οικογένειες.Στους σοσιαλδημοκράτες που θεωρούσαν. πως ο σοσιαλισμός θα επιτευχθεί μέσα από μια σειρά μεταρρυθμίσεων, όταν ο καπιταλισμός θα έχει εξαντλήσει την δυναμική του. Και στους κομμουνιστές που έβαζαν ως στόχο την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού.

Σοσιαλδημοκρατία ήταν  αυτό το πολιτικό ρεύμα που στην δυτική Ευρώπη υπέταξε το ταξικό στο εθνικιστικό, δικαιολογώντας την αποικιοκρατία, και διαλύθηκε στα πεδία των μαχών του  Α΄ παγκόσμιου πόλεμου. Εκφράζοντας την τάση της υποταγής και της ενσωμάτωσης επάνω στην τάση χειραφέτησης. Μεταπολεμικά η σοσιαλδημοκρατία μετατράπηκε σε ένα «αριστερό» αντικομουνιστικό ρεύμα που στήριξε τις επιλογές του δυτικού «δημοκρατικού»  ημισφαιρίου απέναντι στο ανατολικό μπλοκ.  Μέσα σε αυτή την πορεία της η σοσιαλδημοκρατία εγκατέλειψε την στρατηγική του σοσιαλισμού με μεταρρυθμιστικά μέτρα. Μεταπολεμικά ήταν ο εκφραστής ενός εξελιγμένου και διευρυμένου κράτους- πρόνοιας, ειδικά στην Βόρειο Ευρώπη. Ύστερα από το κλείσιμο της αντικαπιταλιστικής- αντιιμπεριαλιστικής ανωμαλίας του «1917» το 1989, την παγκοσμιοποίηση και την χρηματιστηριοποίηση, μετατράπηκε σε κεντροαριστερά, για να μην θυμίζει,  ούτε στο όνομα την στρατηγική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Συνολικότερα αν η σοσιαλδημοκρατία ξεκίνησε ως η δεξιά πτέρυγα του αριστερού και εργατικού κινήματος, στην συνέχεια μετατράπηκε στην αριστερή πτέρυγα της αστικής τάξης και στο τέλος η ευαίσθητη κεντροδεξιά του παγκοσμιοποιημένου ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Για να είμαστε δίκαιοι δεν μπορούμε να ταυτίσουμε το ΣΥΡΙΖΑ με την σημερινή μορφή που έχει πάρει η σοσιαλδημοκρατία. Τμήματα της θα επιθυμούσαν να μετατραπούν σε μια μορφή ριζοσπαστικής Ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας- όπως το ΠΑΣΟΚ του 1980-84, μα οι συνθήκες είναι τελείως διαφορετικές, με ένα παγκόσμιο καπιταλισμό στην πιο βαθιά κρίση από το 1972, για να μην πω από το 1930.

Αυτό δεν συνεπάγεται πως το πρόγραμμα του δεν είναι ένα φοβισμένο αριστεροδεξιό σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα. Ένα πρόγραμμα μιας σοσιαλδημοκρατίας που αγωνίζονταν πλέον για το κράτος- πρόνοιας και όχι για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, έστω και με μεταρρυθμιστικό δρόμο.

Ενώ η κυβερνητική  συμμαχία του ΣΥΡΙΖΑ με την ΑΝΕΛ ενισχύει από την μια  τα συντηρητικά εθνοκεντρικά χαρακτηριστικά και από την άλλη τις τάσεις υποταγής σε ιμπεριαλιστικά κέντρα, είτε αυτά είναι των ΗΠΑ ή της Μόσχας.

Με το εσωτερικό μέτωπο να μην επιθυμεί να συγκρουστεί με τις δυνάμεις του κεφαλαίου, παρά να έρθει σε συνεννόηση μαζί τους. Πρόκειται για μια ξεκάθαρα αριστερόστροφη αστική κυβέρνηση φιλολαϊκής διαχείρισης του Ελληνικού καπιταλισμού, σε μια φάση χρεοκοπίας του και υποβάθμισης του στο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.

Σε μια περίοδο  κατά την οποία οι δανειστές έχουν μετατρέψει την χώρα σε  αποικία χρέους. Με το χρέος να λειτουργεί ως σφιγκτήρας που την πνίγει, ξεπουλώντας τα πάντα, μετατρέποντας τους εργαζόμενους σε δουλοπάροικους.

Αυτές οι συνθήκες ή θα σπάσουν με τρόπο επαναστατικό ή όχι. Δεν χωράει κανενός είδους διαβούλευση με τους «δυνάστες», δεν χωράει κανενός είδους διαβούλευση με τους τοκογλύφους, για την αλλαγή των συνθηκών. Όπως άλλωστε φάνηκε και από την διαβούλευση που έχει γίνει ως τα τώρα , με την αστική κυβέρνηση  ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να χρυσώνει το χάπι της νέας υποταγής.

Δεν νομίζω πως λείπουν οι  καλές προθέσεις από το ΣΥΡΙΖΑ ή τουλάχιστον από ένα μεγάλο κομμάτι του αριστερού κόσμου του. Αυτό που λείπει είναι η βούληση των λαϊκών μαζών να αναμετρηθεί με το ανοικτό ορίζοντα της ελεύθερης αυτοκυβέρνησης της. Με τον ορίζοντα της απελευθέρωσης της από τα δεσμά του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου και των ολοκληρώσεων του.  Και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει σύντομα, παρά την βούληση τμημάτων του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ, της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και της αναρχίας- αντιεξουσίας- αυτονομίας.

Μα είναι σαν να μας λες πως ο δρόμος της υποταγής είναι μονόδρομος; Όχι δεν λέω αυτό. Λέω πως οι συσχετισμοί παραμένουν δυσμενείς και δεν μπορούμε παρά να τους πάρουμε υπόψη μας. Γνωρίζοντας όμως πως το κύμα μιας κινηματικής πλημμυρίδας, μπορεί γρήγορα να ξαναφανεί και αυτό για αντικειμενικούς ταξικούς λόγους. Το καθήκον μας είναι να είμαστε έτοιμοι την νέα  κινηματική- όταν και όπου φανεί- πλημμυρίδα,  να την μετατρέψουμε σε μια διαρκή και αδιάκοπη επαναστατική κρίση.

Η εποχή μας παραμένει μια εποχή πολέμων και επαναστάσεων.  Ας οργανώσουμε την επαναστατική κρίση για να μην οδηγηθούμε στο σφαγείο των νέων ιμπεριαλιστικών πολέμων.  Και αυτό δεν θα συμβεί αν έγκαιρα δεν οικοδομηθούν αγωνιστικά- ταξικά  μέτωπα που θα σπάνε στην πράξη τα νέες μνημονιακές σταθερές.  Διεκδικώντας αυξήσεις στους μισθούς, μειώσεις των ωρών εργασίας, απαγόρευση των απολύσεων και επίδομα ανεργίας  για όλους τους εργαζόμενους. Προχωρώντας σε μορφές λαϊκής- εργατικής αντιβίας και ταξικού εκβιασμού. Το νέο εργατικό κίνημα ή θα είναι ένα  επαναστατικό κίνημα -που δεν θα διεκδικεί καλύτερη μοίρα στα πλαίσια ενός ανυπάρκτου κοινωνικού συμβολαίου- αλλά θα διεκδικεί να μειώσει την κερδοφορία του κεφαλαίου, αυξάνοντας την άξια της εργατικής δύναμης ή δεν θα ξαναυπάρξει.

Δημήτρης Αργυρός

[1] Κομμουνιστική στο βαθμό που προχώρησε σε μορφές ανάλωσης του εμπορεύματος και δημιούργησε πρωτόλειες μορφές κοινωνικής επαναστατικής αυτοοργάνωσης, αυτοδιεύθυνσης.

By Δημήτρης Αργυρός

ΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ. ΑΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΘΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ . ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ . ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΤΟΠΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ. ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ.

Αφήστε μια απάντηση