ΜΙΑ ΑΠΟΝΕΝΟΗΜΕΝΗ ΑΛΧΗΜΕΙΑ

Χτες βράδυ σε φιλική παρέα με αφορμή το tractatus του Wittgenstein αναφέρθηκε το όνομα του φίλου μου του Μανώλη-που είχε ξεσκίσει να διαβάζει το tractatus- προτού «αποδράσει» νωρίς από αυτό τον κόσμο.   Σε ένα κόσμο που ουδέποτε άνηκε σε αυτόν, όπως θα έλεγε και ο Cioran.

Γυρνώντας σπίτι, λίγο πριν ο μορφέας με αποπλανήσει, αντιλήφτηκα πως από την «απόδραση» του φίλου μου  έχουν συμπληρωθεί 10 χρόνια, 10 χρόνια απουσίας από τις παράξενες πολύωρες συζητήσεις μας για την φιλοσοφία, τον έρωτα, την ποίηση, τον  Wittgenstein , τον Ελύτη, και φυσικά για την αριστερά και την επανάσταση. Απουσία που θα κρατήσει μέχρι και την αιωνιότητα, ο καθένας μας όπως αντιλαμβάνεστε  έκανε τις επιλογές του.

Θυμήθηκα όμως πως ο φίλος και σύντροφος Βαγγέλης μου είχε στείλει ένα κείμενο του, χειρονομία αποχαιρετισμού στο κοινό μας φίλο που είχα δημοσιεύσει σε μια προηγούμενη εκδοχή  του www.argiros.net. Στην συνέχεια βέβαια το είχα πρόσκαιρα χάσει γιατί μου το είχαν χακάρει αλλά σήμερα ψάχνοντας σε κάποια πολύ πάλαια αρχεία μου το ξετρύπωσα.

Ως ένδειξη μιας αναστοχαζόμενης μνήμης και τιμής στο Μάνο αναδημοσιεύω το κείμενο του Βαγγέλη κλείνοντας με κάτι που έγραψε ο  Wittgenstein στο  tractatus και που άρεσε και σε μένα και  από τη θυμάμαι άρεσε και στο Μάνο: «Η αθανασία της ψυχής του ανθρώπου μέσα στο χρόνο, δηλαδή η αιώνια συνέχιση της ζωής και ύστερα από το θάνατο, όχι μόνο δεν είναι εγγυημένη με κανένα τρόπο, άλλα πριν από όλα μια υπόθεση σαν αυτή δεν προσφέρει ούτε καν αυτό που ο άνθρωπος ζητούσε πάντα να πετύχει με αυτή. Μήπως λύνεται κανένα αίνιγμα με το πώς συνεχίζω να ζω αιώνια; Η αιώνια αυτή ζωή δεν είναι τότε το ίδιο αινιγματική όπως η παρούσα; Η λύση του αινίγματος της ζωής στο χώρο και στο χρόνο βρίσκεται έξω από το χώρο και το χρόνο»(  tractatus-6.4312-σ:129-130). Ακολουθεί το κείμενο του Βαγγέλη…           

 

Λίγες ημέρες αφότου ολοκληρώθηκε αυτό το κείμενο, την άνοιξη του 2001, χωρίς ασφαλώς να το έχει υπόψη του,  ένας φίλος που δεν είχε επιλέξει να διαφύγει απ’ τις αβύσσους του τίναξε τα μυαλά του πατώντας την σκανδάλη μιας καραμπίνας προσαρμοσμένης στο στόμα του.

1

O Μ.Χ.  παρέμεινε άπληστος. Δεν ενέδωσε στην αθλιότητα.  Περιττεύει ίσως να το πω, το παρακάτω κείμενο δεν μπορεί, μετά από αυτό το συμβάν, παρά να είναι μια απλή          χειρονομία αποχαιρετισμού, μια χειρονομία που οδηγεί έναν απ’ τους φίλους μου στη λήθη.

Δεν υπάρχει διαφυγή. Τίποτα μα τίποτα δεν μας  εξασφαλίζει ότι μπορούμε να ξεφύγουμε. Γιατί πράγματι πώς μπορεί κανείς να περιμένει ότι οι κρύπτες θα   ανοίξουν για να υποδεχτούν εκείνο το ουρλιαχτό που συγκρατήθηκε, εκείνη την φωνή που κατεργάστηκε τον εγκλεισμό της, εκείνους τους αγκώνες που αποτράπηκαν,  εκείνο προπαντός το βλέμμα που αρκέστηκε να δει, κι αυτό  για λίγο.

Κι ωστόσο συνηθίσαμε να περιμένουμε, να  κοιτάζουμε ανυπόμονα τους δείκτες που γυρίζουν, να  ανασαίνουμε βαριά μαζί με τα τεμάχια μιας κυλιόμενης   μηχανικά αναμονής, μιας κατολίσθησης γραμμών που μας  τραβά μαζί της σε μια αδιάφορη περιστροφή των      διακεκομμένων στίξεών της.

Όλη αυτή η εγκαρτέρηση, όλη   αυτή η προσμονή μιας σχάσης που ως εκ θαύματος θα   ανοίξει, μιας σχισμής που θα μας επιτρέψει να περάσουμε   ανάμεσά της για να φύγουμε μακριά, για να πάψουμε να  ασφυκτιούμε, για να γλιτώσουμε από έναν σίγουρο πνιγμό,  όλη αυτή η εγκαρτέρηση, η βεβαιότητα πως θα σωθούμε την  κατάλληλη στιγμή από ένα χέρι που θα τεντωθεί για να   κρατήσει το δικό μας και να το οδηγήσει μέσα απ’ τα     πηχτά σκοτάδια των διαδρόμων σε ένα ξέφωτο, αρκεί να  περιμένουμε υπομονετικά, αρκεί να υπομείνουμε τον χρόνο    της αναμονής, όλη αυτή η χρονομετρημένη αγωνία, δεν  είναι παρά μια προσποίηση αποσόβησης. Αν κόβεται η ανάσα μας, κόβεται γιατί αυτό που επίκειται είναι από ώρα εδώ.                        Περιμένουμε ματαίως.

Ο θάνατος από ασφυξία, η συμφόρηση του αίματος, η  εξαναγκασμένη παύση της αναπνοής, το σβήσιμο του  βλέμματος, η απονέκρωση των σπλάχνων, δεν είναι ό,τι θα συμβεί, εκτός του απροόπτου που ασίγαστα ευχόμαστε: είναι ό,τι ήδη συμβαίνει. Αναμένουμε την ύστατή μας        σωτηρία γιατί είμαστε κιόλας οι νεκροί που θάβουν το   νεκρό τους ανενόχλητοι.

Αναμένουμε την αποσόβηση γιατί έχουμε ήδη αποσοβηθεί. Δεν ελπίζουμε, μονάχα αναμένουμε,                        γιατί τίποτα από τον κατακλυσμό μας δεν έχει απομείνει.  Κι η έξοδος κινδύνου, στην οποία απευθύνονται οι  τελευταίες, οι εναγώνιες προσευχές μας, δεν έπαψε να   είναι εκείνη η αόριστη υπόθεση της προσδοκίας μας, το  άνυλο πλαγκτόν με το οποίο τρέφεται ο χρόνος της εν όψει     διαφυγής μας, τίποτα άλλο από μια απεγνωσμένη επινόηση   για να εφησυχάζει το βλέμμα μας, για να ανοιγοκλείνουμε  τα βλέφαρα χωρίς να τυφλωνόμαστε από τα βάραθρα μέσα στα     οποία έχουμε κιόλας γκρεμιστεί, για να αποφεύγουμε τον  ίλιγγο μπροστά στα σκορπισμένα ανάμεσα στις πέτρες μέλη  μας, για να νομίζουμε ότι η συντριβή μας είναι μόνο ένας      ακόμα εφιάλτης απ’ τον λαβύρινθο του οποίου ένας deus ex  machina σε λίγο θα μας βγάλει σώους και αβλαβείς όπως θα έπρεπε να είμαστε, όπως οφείλουμε να είμαστε όταν        τελειώσουν μια για πάντα όλα αυτά. Σώοι και αβλαβείς;

Ναι, χωρίς ουρλιαχτά, χωρίς αγριεμένο βλέμμα, χωρίς  πίδακες από αίμα, χωρίς επίφοβες χειρονομίες, χωρίς να  είναι εξαρθρωμένες οι αισθήσεις, χωρίς τα νύχια να  χρειάζεται να γδέρνουν, χωρίς τις αστραπές των μαχαιριών. Περιμένουμε ματαίως γιατί αυτή η αναμονή μας    ματαιώνει. Ό,τι μας υπόσχεται την διαφυγή στο άθικτο,  έχει απλώς εξασφαλίσει με το αζημίωτο την ταρίχευση των  σαρκωμάτων μας μέσα σε ένα άδειο από εντάσεις διηνεκές.

2.

Ο χρόνος επαναλαμβάνεται γιατί δεν έγιναν ακόμα οι   εκρήξεις που θα ρίξουν τα διαφράγματα απλώνοντας τριγύρω  τις διαφάνειες ενός γαλάζιου κονιορτού. Ο χρόνος είναι  γραμμικός γιατί τα πόδια μας ακόμα δεν κλώτσησαν, με την  βία που εκτοπίζει τις καρδιές των δολοφόνων από τους  πέτρινους υδατοφράχτες της υπόμνησης, της ευθύνης ή   ακόμα του καθήκοντος, γιατί τα πόδια μας λοιπόν ακόμα  δεν κατάστρεψαν τις οριογραμμές του: ο χρόνος μπορεί και    εξανεμίζεται στην επανάληψη απλών γραμμών, στην διαδοχή  αθώων συσχετίσεων, στο θρόισμα κοινότυπων περιγραμμάτων, στην αναπόφευκτη εμφάνιση, στον αναπόφευκτο χαμό τους,   μόνο και μόνο γιατί ακόμα προσπαθούμε να διαφύγουμε,   αντί να δοκιμάσουμε να ανάψουμε τη θρυαλλίδα, αντί να  καταστρέψουμε με μια κλωτσιά τις οριογραμμές.

Κι όμως, είναι κάτι που συχνά μας αναγκάζει να χτυπάμε τις παλάμες μας στον τοίχο, να γδέρνουμε τον τοίχο με τα  νύχια μας, να ψάχνουμε την κρύπτη που υποτίθεται θα μας       λυτρώσει. Ακόμα χειρότερα να αναμένουμε εκείνον τον θαυματουργό θεό ή άγγελο που θα μηχανευτεί τη διαφυγή  μας. Από τι; Μα, από τον χρόνο, τον χρόνο ως γραμμή και ως επανάληψη, τον χρόνο ως εξανέμισμα, τον χρόνο που μετρά η Ανδρομέδα με τα χέρια της δεμένα περισσότερο  σφιχτά από ποτέ στις αλυσίδες, περιμένοντας να έρθει ο   Περσέας (από πού;) για να την σώσει, η τόσο όμορφη αυτή  κόρη του Κηφέα και της αλαζονικής Κασσιόπης που    υπομένει, πείθοντας τον εαυτό της ότι ειδάλλως ένας ωκεάνιος εφιάλτης, ένας δαίμονας αχόρταγος και  ακατάβλητος, μια ανελέητη και εκδικητική θεότητα του  υγρού στοιχείου, θα την καταπιεί, αγνοώντας ότι κιόλας  είναι εδώδιμη, πείθοντας τον εαυτό της να αγνοεί ότι δεν    είναι παρά το έδεσμα που μια παράξενη γαστρονομία προετοίμασε, το έδεσμα που εγκαταλελειμμένο στο τραπέζι  περιμένει, που καθώς περνάει ο χρόνος αναλώνεται,   σαπίζει, αποσυντίθεται.

Αυτήν την Ανδρομέδα, που ο Rembrandt αποπειράθηκε να απεικονίσει, προς έκπληξη των                         σύγχρονών του ηθογράφων της εικόνας, στις απαρχές της εποχής της προσμονής και της ανάλωσης- που είναι δίχως  άλλο η εποχή της ανταλλακτικής αξίας- με το δέρμα της       να είναι πρόωρα σκληρό, με τα ξανθά μακριά μαλλιά της να  είναι έτοιμα να πέσουν, με τα μάτια της να  εξουθενώνονται από το θέαμα εκείνης της ενόψει ωμοφαγίας    την οποία, όπου ‘ναι, θα αποφύγει με ένα θαύμα (ο μαχαιροβγάλτης θεός, ο Περσέας που δεν δείλιασε μπροστά   στην Μέδουσα, δεν έχει ακόμα εμφανιστεί, κανένας δεν τον βλέπει να πλησιάζει), με τα χέρια της να είναι τόσο  πλαδαρά ώστε να υποθέτουμε ότι η γήρανση, σε τέτοιες   περιστάσεις, είναι ασύλληπτα ραγδαία, με την κοιλιά της   στρογγυλή και άκαμπτη, με τα χείλη της ωχρά, έτοιμα να     αποσπαστούν από το μισάνοιχτό της στόμα, αυτήν λοιπόν   την αποτρόπαιη Ανδρομέδα δεν την καταπίνει παρά ο χρόνος  της, το διακεκομμένο εξανέμισμα στο οποίο ενοικεί η     αναμονή της.

Η κρύπτη-Περσέας πρόκειται να παραλάβει  μονάχα τα αποφάγια. Η κρύπτη-Περσέας, όχι ο                         Περσέας-ηλιακός θεός του Ερατοσθένη ή του Οβίδιου μα ο   ανόρατος Περσέας του Rembrandt, είναι ο μυθικός και  πολυμήχανος σκουπιδοφάγος που με την επανάληψη απλών  γραμμών μπορέσαμε να συναρμολογήσουμε και πάλι.  Πρόκειται για μια δικαιοσύνη εξ ουρανού που οι δίχως δέος στεναγμοί μας επινόησαν με την ακρίβεια μιας    μηχανής του χρόνου που δεν χρειάζεται διάρκειες, που δεν  χρειάζεται ουρανούς: το σύμπαν που ολοένα μας    κατασπαράζει διευθετεί την καθεμιά απ’ τις εκκλήσεις μας με την αξιοπιστία και τη λειτουργικότητα που διαθέτει ο  χρόνος την εποχή της μηχανικής αναπαραγωγιμότητάς του. Rembrandt, Andromedaca. 1630, 34,1 x 24,6 cm

Θέλουμε να διαφύγουμε από τον χρόνο ως εξανέμισμα γιατί  εντός του αναλωνόμαστε. Και περιμένοντας την κρύπτη που  αναπάντεχα θα ανοίξει ή τον Περσέα που την τελευταία                         στιγμή, με ένα σπάθισμα, θα σχίσει απ’ άκρη σε άκρη την  κοιλιά αυτού του τόσο αχόρταγου θαλάσσιου κήτους, για τα  δόντια του οποίου προσδεθήκαμε στα βράχια, επινοούμε τον                        χρόνο που μας καταπίνει, τον χρόνο απ’ οποίο προσδοκούμε  ν’ αποδράσουμε. Ο κύκλος είναι φαύλος γιατί φαύλη είναι  η ζωή που οργανώνεται ως απόδραση από την μοίρα, αντί να                         εξαπλώνεται ως διασάλευση της τροχιάς των πλανητών· ως  τίποτα λιγότερο από μάστιγα σε ένα σύμπαν που η  γενίκευση των ανταλλάξιμων ισοδυναμιών μετέτρεψε σε   μάστιγα γραμμών που επαναλαμβάνονται μοιραία, σε ένα  δίχτυ των προσοδοφόρων απωθήσεων, σε ένα κλουβί       φτιαγμένο από σιδερένιες λάμες, από το οποίο δεν υπάρχει   διαφυγή.

3.

Αν πράγματι οι κρύπτες δεν ανοίγουν, αν πράγματι ο  Περσέας παραμένει ανείδωτος, αν πράγματι δεν εμφανίζεται  ποτέ για να μας λύσει από τα βράχια, τότε ποια μπορεί να     είναι η λύση του αινίγματος που θέτει ο εγκλεισμός μας;  Κάποιος σαν τον Kiergegaard θα μπορούσε να απαντήσει ότι αν δεν υπάρχει διαφυγή, τότε δεν υπάρχει και αίνιγμα,      όπως δεν υπάρχει και εγκλεισμός: μπορώ να αποτολμήσω ένα  πήδημα στο άπειρο, να γίνω εκείνος ο ιππότης της άπειρης   παραίτησης που μπορεί να μετατρέψει την αναμονή της  λύτρωσης σε πάθος, και μετά, αφού για πάντα αποσβολωθώ    από το άχρονο, να προσοικειωθώ και πάλι το πεπερασμένο,  τις γραμμές και τις επαναλήψεις τους, ως έναν τόπο που   μπορώ να κατοικήσω, να γίνω λοιπόν ένας ιππότης της   πίστης ικανός να επινοεί την φαύλη κυκλικότητα της  ύπαρξης ως μια αγωνιώδη επανάληψη που άμεσα διασώζει   γιατί εξίσου άμεσα εγκαταλείπει, ως έναν παθιασμένο,  σχεδόν δαιμονικό, γυρισμό στο πεπρωμένο.

Να γίνω ο  Αβραάμ ή να εγκαταλείψω την Ρεγγίνα, αγαπώντας την για    πάντα ως μια πάντοτε χαμένη αγαπημένη, μια κίνηση τόσο   αδύνατη, τόσο ακατανόητη όσο και ένα θαύμα που     μεταμφιέζει την στυγνή αναγκαιότητα σε μια εξασφαλισμένη   ελευθερία. Κάποιος σαν τον Cioran θα μπορούσε να   απαντήσει ότι αν δεν υπάρχει διαφυγή, δεν υπάρχει τίποτα   παρά μονάχα αίνιγμα, δεν υπάρχει τίποτα παρά μονάχα εγκλεισμός: καμιά υπνοβασία της άπειρης παραίτησης ή ακόμα και της πίστης δεν μπορεί να παρατείνει την  αυθαίρετη αναμονή μας, είμαστε απαρηγόρητοι,  ψυχορραγούμε, είμαστε σκωληκόβρωτοι, είμαστε ερειπωμένοι, άυπνοι, γδαρμένοι, παραδομένοι μες τη  νύχτα.

Ο χρόνος μας δεν είναι παρά ένα καρναβάλι στο  οποίο οι μάσκες πέφτουν και το πεπρωμένο μας                αποκαλύπτεται ασάλευτο, γυμνό σαν επιτύμβιο, αδιάφορο  σαν ένα ζήτημα γραμματικής, μια μορφή που είναι   ρυθμισμένη όπως κι η μορφή ενός σονέτου ή η μεσουράνηση   ενός άστρου, κοντολογίς μια εναλλάξιμη καταστροφή : «Η ζωή αποσυντίθεται ανά πάσα στιγμή· είναι μια μονότονη απώλεια φωτός, μια ανούσια διάλυση μέσα στη νύχτα, χωρίς σκήπτρα, χωρίς φωτοστέφανα, χωρίς στεφάνια». Κάποιος   τέλος σαν τον John Donne θα μπορούσε να αντιτείνει,   αναλογιζόμενος την θλιβερή αναλλοιότητα και την ανάλωση  του εγκλεισμού, μιαν άλλη, απλούστερη υπόθεση: «κάθε  φορά που με κυριεύει η θλίψη, θαρρώ πως κρατώ τα κλειδιά   της φυλακής μου στο ίδιο μου το χέρι, και τότε καμιά   θεραπεία δεν φανερώνεται στην καρδιά μου πιο πρόθυμα από   το ίδιο μου το σπαθί». Αν δεν υπάρχει διαφυγή, τότε η  λύση του αινίγματος μπορεί να βρίσκεται στο χέρι του  εγκλεισμένου, στο χέρι που παρά τις αλυσίδες μπορεί  ακόμα, έστω και ανεπαίσθητα, να μετακινηθεί, στο ίδιο   του, για την ακρίβεια, το σπαθί που πρόθυμα θα λάμψει  μες στην ίδια την καρδιά του πετσοκόβοντάς την.

Πρόκειται επομένως για μια αυτοχειρία: «Je suis de mon  Coeur la vampire, / – Un de ces grands                         abandonnés/ Au rire eternal condamnés/ Et   qui ne peuvent plus sourire!» . Αρκετά χρόνια αργότερα  αυτή η υπόθεση του Donne θα συμπληρωνόταν από μια   δεύτερη του Artaud: «Αγνοώ τι είναι τα πράγματα, αγνοώ    κάθε ανθρώπινη κατάσταση, κανένα πράγμα στον κόσμο δεν   περιστρέφεται για μένα, δεν περιστρέφεται σε μένα.

Υποφέρω τρομερά απ’ τη ζωή. Δεν υπάρχει κατάσταση, που να μπορώ να φτάσω. Κι είναι απόλυτα βέβαιο ότι είμαι νεκρός  από καιρό, ότι έχω ήδη αυτοκτονήσει. Μ’ αυτοκτονήσανε δηλαδή. Κι όμως τι θ’ αναλογιζόσαστε για μια αυτοκτονία   προγενέστερη, μια αυτοκτονία που θα μας έκανε να   παλινδρομήσουμε αλλά απ’ την άλλη μεριά της ύπαρξης, και   όχι απ’ τη μεριά του θανάτου. Αυτό μονάχα θα’ χε για  μένα κάποια αξία. Δεν αισθάνομαι την επιθυμία του   θανάτου, αισθάνομαι την επιθυμία του να μην υπάρχεις» .

Δεν υπάρχει τρόπος να αποδράσουμε, ούτε λυτρωτές για να   μας απαλύνουν γιατί το αίνιγμα δεν είναι παρά ο ίδιος ο  εγκλεισμός. Η φαυλότητα του κύκλου είναι η φαυλότητα του    εγκλεισμού, είναι η φαυλότητα, η χειροπιαστή φαυλότητα  του έγχρονου εγώ, της ύπαρξης ως εξανέμισμα, ως το ισχνό  συμπίλημα γραμμών που επαναλαμβάνονται διακεκομμένα. Και δεν υπάρχει έξοδος από έναν κύκλο που είναι φαύλος:  μπορούμε μόνο να στοιχηματίσουμε για μια φαυλότητα που εξαλείφει την φαυλότητα του κύκλου, μια προγενέστερη      αυτοκτονία, έναν θάνατο που δεν μπορεί να θανατώσει, ένα  διάβημα που είναι απονενοημένο γιατί έχει από πριν  συντελεστεί. Κορώνα ή γράμματα λοιπόν, όταν τα πάντα   έχουν κριθεί. Με μια ορολογία δανεισμένη απ’ τον Pascal: αυτή είναι η βασκανία της φαυλότητας, μετά τον  τελεσίδικο χαμό μας.

Αν οι κρύπτες έχουν πάψει να ανοίγουν, αν τα closets δεν    επιφυλάσσουν πια αυτά τα μυστικά που θα με σώσουν, αν ο Περσέας δεν θα έρθει κρατώντας, μαζί με το σπαθί του, το    κεφάλι της Μέδουσας, γιατί δεν το έκοψε ποτέ, δεν   συνάντησε ποτέ το βλέμμα της Γοργόνας, δεν θα αφεθώ στην  απειρία της εγκαρτέρησης, δεν θα πιστέψω σε ένα θαύμα  που θα με ανταμείψει γιατί έχασα για πάντα την Ρεγγίνα,  ούτε θα αρκεστώ να λιγοστεύω, να παραπαίω, τυφλωμένος, προς την πένθιμη εκείνη αθανασία του κενού που ολοένα με   καταβροχθίζει, προς το κήτος των νερών για το οποίο προετοιμάστηκα· όχι, δεν υπάρχει διαφυγή, γι’ αυτό και  τίποτα δεν θα με κάνει να διστάσω: θα πάρω αυτήν την   τόσο θλιβερή, την τόσο αλυσοδεμένη, την τόσο ανελεύθερη ζωή στα χέρια μου δοκιμάζοντας να την αποτελειώσω,    πασχίζοντας να ξεμπερδέψω από την θλίψη της, από τις   αλυσίδες της, από την ανελευθερία της, από τον κίνδυνο   της ασφυξίας της, με μια κουβέντα – από αυτήν την ίδια. Δεν θα υπάρχω εφεξής!! Και αυτή η Απουσία, στην οποία επιλέγω να διαπλεύσω, είναι προϋπόθεση για να μπορώ να  συναντήσω σε ένα τρίστρατο τον άλλο που απωθήθηκε, τον  άλλο που δεν έχει εφευρεθεί, τον χρόνο δίχως χρόνο, τα  φαντάσματα που διαρκούν, το ψιθύρισμα του ανέμου, την   θάλασσα που πάντα υπαινισσόταν το ρήμα επιθυμώ.

4.

Ανεβαίνω σε μια περιστρεφόμενη σκάλα. Τα βήματά μου   είναι αργά αλλά είμαι βέβαιος πως τίποτα στ’ αλήθεια δεν  θα μ’ εμποδίσει. Φτάνω στην άκρη. Κάτω από τη σκάλα, η     οποία έχει κατασκευαστεί πάνω ακριβώς στον κορμό ενός    δέντρου, ολότελα απογυμνωμένου από φύλλα, εμβόλιμου στο   επίκεντρο αυτού του φθινοπωρινού τοπίου που αυθαίρετα    καλύπτει τον ορίζοντα με χνούδια από σινική μελάνη, ρέει  ένα ποτάμι ακατάπαυστα, άλλοτε προς τη δύση και άλλοτε    προς την ανατολή.

Καταβρέχει όλες τις γωνίες των  μεσημβρινών, εκτείνεται ως τα βάθη των ηπείρων, μουσκεύει τους κυκλώνες που ανάμεσα στα σύννεφα ξεσπούν, δροσίζει τους ζεστούς μετεωρίτες. Δεν εγκαταλείπομαι·  βουτώ. Πέφτω και στο σφύριγμα του ανέμου μπορώ να   διαπιστώσω το σχήμα των δαχτύλων μου να αλλάζει, το   στήθος μου να φτιάχνεται ξανά απ’ τους σπινθήρες, τα  μάτια μου να ανοίγουν λες και μόλις τα διαπέρασε μια      πρόχειρη λαβίδα από νεφρίτη, τους ώμους μου να   σφίγγονται ανάμεσα σε δυο αγκαλιασμένες σιδηροτροχιές, τα πόδια μου να σκάβουν τις κοιλότητες του ήλιου με   δρεπάνια αποσπασμένα από ηλιοτρόπια, τους μηρούς μου να  τραντάζονται στις πλάκες των αμμότοπων, το δόντια μου να                        γίνονται αιχμηρά, τα νύχια μου να καμπυλώνονται, το     στόμα μου να σπάζει στους γκρεμούς, τους βουβώνες μου να  πάλλονται από βιασύνη.

Διασχίζοντας ανάστροφα την σκάλα,  που πλέον περιστρέφεται όπως μια σβούρα από χαρτί,                       γίνομαι μια σχάση που ανοίγει, ένα παραπέτασμα που   σχίζεται, ένας γαλαξιακό στερέωμα που πλαταγίζει, ένας καταρράκτης που τινάζεται στ’ αρχέγονα νερά. Ανάμεσα στα   διπλωμένα από τις εκπυρσοκροτήσεις γόνατά μου ο   Αχέροντας και ο Αμούρ-Αμούρ στραγγίζουν την ανάσα τους,  ανέμελοι όπως μια σφαίρα περιστρόφου που διέρχεται  ανάμεσα στα χιονισμένα ημιτόνια που πάνω τους μια σμέρνα  ξεκουράζεται, διαβάζοντας την μοίρα της Απρόσμενης απ’ το φτερούγισμα των πεινασμένων λύκων, όταν η πανσέληνος                         τελειώνει. Ποιοι δείκτες θα μπορούσαν πια να με    καρατομήσουν; Ποια θάλασσα είναι αυτή που με ξεβράζει αν όχι η ανεξάντλητα δική μου; Πώς να χρονομετρηθεί αυτός ο       οργασμός;

Είμαι πάλι αυτό που ίσως ήμουν, είμαι για   πρώτη φορά αυτό που ίσως θα είμαι: νερό μες τα νερά,  καταρράκτης, περιστρεφόμενη σκάλα, έλικα, έλικα, ποτάμι,  η απερίσταλτη επιθυμία της επιθυμίας που ξορκίζει μια για πάντα τους θεούς, που ληστεύει τη φωτιά και    παζαρεύει την ψυχή της με τον διάβολο, σε μια παρτίδα   όπου η ήττα, μόνο η ήττα ανταμείβει. Σε αυτή την  απομάκρυνση από ό,τι πράγματι είμαι, χάνω την αθανασία  μα κερδίζω την αιωνιότητα. Αρκεί να σφίξω μια θηλιά, να  πατήσω μια σκανδάλη ή να εξανεμιστώ, όπως κι ο χρόνος   που ως τώρα με τεμάχιζε αργόσυρτα εκμαιεύοντας μονάχα  την αναμονή μου, να εξανεμιστώ λοιπόν αφήνοντας το σώμα   μου να πέσει από τον γάντζο ενός καθηλωμένου σε     πολύβουες προκυμαίες γερανού.

5.

Στη δεύτερη συμφωνία του Mahler, στο τελευταίο μέρος της τέταρτης κίνησης, ο Χορός επαναλαμβάνει τη φράση:  «Sterben werd’ ich, um zu leben!». Πρέπει να πεθάνω για    να ζήσω, για να ζωντανέψει η καρδιά μου διαμιάς  («Aufersteh’ ja aufersteh’ n wirst du, mein Herz, in   einem Nu!»). Ο Mahler βέβαια προσθέτει ότι αυτή η καρδιά    που παραδίδεται εν ζωή και πάλι, δεν θα αργήσει να  μεταφερθεί με μια μονάχα δόνηση στον επουράνιο θεό της. Εμείς ωστόσο γνωρίζουμε ότι έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που αυτός ο γενειοφόρος καλοκάγαθος ωρολογοποιός ή βυρσοδέψης έχει γκρεμιστεί από τον θώκο  του: δεν μας βλέπει, δεν μας ακούει, δεν μας εγκαλεί, δεν μας προτρέπει, τίποτα επίσης δεν θα μεταφέρει τις    καρδιές μας μπρος στα πόδια του. Δεν λυπόμαστε γι’ αυτό. Αντίθετα καμιά αναστολή δεν θα εμπόδιζε τα χέρια μας, σε   περίπτωση που κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό, να εξασκήσουν  πάνω σε αυτό το ακόμα άταφο κουφάρι τις τεχνικές του   σαδισμού που αυτός ο πολυέλεος πολυέλαιος και οι πιστοί   του ενεργοποίησαν για μας, εδώ και κάμποσους αιώνες.

Αν ο θεός παρολαυτά είναι νεκρός, η ασάλευτη σκιά του δεν έχει πάψει να μας κατατρύχει, δεν έχει κουραστεί να παρεισδύει μέσα στα απρόσβλητα δωμάτια του νου μας   δένοντας τριγύρω απ’ τον λαιμό μας μια θηλιά από   υδρογόνο, μετατρέποντας αυτά τα δωμάτια σε σπηλιές-ιερά για να επιδεικνύεται υποβάλλοντάς μας δέος – μια «φοβερή, τρομακτική σκιά» ενός νεκρού θεού που ακόμα  συγκρατεί την αγριότητα απ’ το βλέμμα μας. Αυτή η   ασάλευτη σκιά δεν είναι παρά ο φετιχισμός του εμπορεύματος που μεταμφιέζει τον κατατμημένο χρόνο της    εμπορευματικής κυκλοφορίας σε ένα βιωμένο πεπρωμένο. Ακόμα οι ζωές μας διαμορφώνονται ανάμεσα σε βρόγχους.    Ακόμα οι ζωές μας πιάνονται στα πλέγματα των γυάλινων ή   τρίχινων νημάτων, σε δίκτυα από σύρμα αδιαπέραστο.

Πιστεύουμε πως θα ξεφύγουμε, γιατί μόνο πασχίζοντας γι αυτήν την διαφυγή τα μέλη μας θα μπερδευτούν ακόμα πιο αξεδιάλυτα με τα νήματα ή το σύρμα των δικτύων. Η    διαφυγή είναι ακριβώς η διαρπαγή μας. Η αναμονή της  διαφυγής, η εγκαρτέρηση της λύτρωσης, το βλέμμα μας  καθώς εξουθενώνεται ζητώντας το προείκασμα του θαύματος,  το ίχνος του θεού της μηχανής που θα μας σώσει την  κατάλληλη στιγμή, με μια κουβέντα οι εναγώνιοι στεναγμοί μας μπροστά στο επικείμενο που είναι ήδη εδώ, δεν μπορούν να εγγυηθούν τίποτα περισσότερο από την ανακούφιση της λείας τη στιγμή που αναλώνεται στο πιάτο.

Κάθε λεία τέτοιου είδους είναι ένα νεκρό που μετατίθεται  στον χρόνο επινοώντας τον ως μια καταστροφή επενδυμένη με το χνώτο ενός παντοτινού προορισμού. Το έγχρονο εγώ     είναι μια αυτοκτονία της οποίας η απόφαση δεν έχει   αναληφθεί από κανέναν, μια αυτοκτονία που εξαλείφει τον αυτόχειρα, όπως ακριβώς η επιταχυνόμενη κυκλοφορία του εμπορεύματος εξαλείφει το ίχνος της παραγωγής από την  αντικειμενοποιημένη κοινωνική εργασία.

Καθετί αναλώσιμο, αντίστροφα, είναι μια αλυσοδεμένη Ανδρομέδα που ο χρόνος της την καταπίνει, φτιάχνοντας αδιόρατα ξανά τις  αλυσίδες, φτιάχνοντας αδιόρατα ξανά από αυτές τις  αλυσίδες τους στεγνούς ιστούς του δέρματός της, όπως  ακριβώς ο καταμερισμός της εργασίας στην γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή μετατρέπει τον κοινωνικά  εργαζόμενο άνθρωπο σε εγκαταλειμμένο σκελετό μιας τυφλής  κανονικότητας.

Μπορούμε ωστόσο να σκεφτούμε για την αλχημεία του προγενέστερου; Την απονενοημένη αλχημεία της ελπίδας; Αυτό το αναλογικό της ελιξήριο που πράγματι μπορεί να    υποσχεθεί ότι το μέταλλο θα αλλάξει σε χρυσάφι; Αν  τραβάμε το πιστόλι είναι γιατί είμαστε νεκροί από καιρό.  Αν πατάμε τη σκανδάλη, σημαδεύοντας τον ίδιο μας τον    κρόταφο, είναι γιατί ο ίλιγγος μπορεί να τεχνουργήσει τα     κλειδιά για τα πεδία. Σε εκείνη την ασάλευτη σκιά που   δίπλα μας σταυρώνεται, μετρώντας τα ψηφία της οθόνης, δεν έχουμε παρά να στήσουμε απέναντι, μέσα σε ένα δάσος  από σύμβολα, τον θρόνο του Ηλιογάβαλου που τρώει την  καρδιά του.

Για να ζήσουμε πρέπει πρώτα να πεθάνουμε, για να τρέξει πάλι μες τις φλέβες μας το αίμα της      καρδιάς πρέπει να την βγάλουμε με μιας από τα σπλάχνα. Τότε που ο ήλιος συναντά την θάλασσα και η Ανδρομέδα  έχει μεταμορφωθεί σε Μελουζίνα, στον δαίμονα που πάνω    του ο χρόνος δεν διαθέτει εξουσία. Μετά την κραυγή, «απ’  την μέση και κάτω, βλέπω τα λέπια της να γυαλίζουν στον ουρανό του φθινοπώρου». Μετά την κραυγή, που είναι η   κραυγή του περιστρόφου, βλέπω τον Αχέροντα και τον  Αμούρ-Αμούρ να συναντιούνται και να σμίγουν πάνω στις  γερμένες βλεφαρίδες της Απρόσμενης. Η αιωνιότητα δεν   είναι τίποτα άλλο από αυτόν τον κρότο που ξεσπά ανάμεσα  στα μάτια.

 

βλ. λ.χ. «Φόβος και Τρόμος», (1843), Νεφέλη 1980 (μετ.  Αννα Σολωμού)

βλ. λ.χ. «Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού», (1949), Εξάντας 1988 (μετ. Κωστής Παπαγιώργης)

βλ. «Biathanatos», (μάλλον 1608), Βάνιας 1994 (μετ. Μαρία Γιούνη)

«Είμαι της καρδιάς μου ο βρικόλακας, / – Ένας απ’ αυτούς τους μεγάλους εγκαταλειμμένους, / Στο αιώνι  γέλιο καταδικασμένους, / Που δεν μπορούν πια να χαμογελάσουν». Ch.Baudelaire                         Héautontimorouménos», μετ. Δέσπω Καρούζου.

Απάντηση στην έρευνα για την αυτοκτονία της La Reacutevolution Surreacutealiste, τεύχος 2 (1925).

Περιλαμβάνεται στον τόμο «Η Μεγάλη Ημέρα και η Νύχτα», Αιγόκερως χ.χ. (μετ. Στέφανος Ευθυμιάδης).

Fr. Nietzsche «Χαρούμενη Γνώση» (1882), σ.155, Εξάντας 1996 (μετ. Λ.Τρουλίνου).

Breton «Αρκάνα 17», (1944), σ.49, Ύψιλον 1984 (μετ. Στ. Ν.Κουμανούδης)

Βαγγέλης Κούταλης

 

Αφήστε μια απάντηση