Οι μορφές εμφάνισης της διαλεκτικής

Η διαλεκτική είναι ένας αναστοχαστικός τρόπος σκέψης με την οποία επιχειρούμε να αντιμετωπίσουμε τις αντιφάσεις που οδηγούν εν τέλει  στις αντιθέσεις(το άσπρο και το μη- άσπρο είναι αντίφαση, το άσπρο και το μαύρο είναι αντίθεση), την ενότητα την αντίθεση τους και σε τελευταία ανάλυση την σύνθεση τους ή την αδυναμία σύνθεσης τους.  Με την διαλεκτική η πορεία της ενότητας και αντίθεσης των αντιφάσεων μας οδηγεί σε νέες αντιφάσεις, οι οποίες όμως είναι ποιοτικά διαφορετικές από τις προηγούμενες. Οι παλαιές περικλείουν τις νέες σε μια ενότητα και αντίθεση. Η νέα  ενότητα κινείται σε ένα υψηλότερο επίπεδο και κάθε υψηλότερο επίπεδο, εμπεριέχει και τα χαμηλότερα επίπεδα.  Η διαλεκτική είναι ένα διαρκές παιχνίδι, ενότητας, αντίθεσης, αντίφασης, σύνθεσης. Είναι η ταυτότητα αλλά μια μη-ταυτότητα, είναι η άρνηση, η άρνηση της άρνησης που μας οδηγεί σε μια κατάφαση. Τίποτε, μα τίποτε δεν μένει ακίνητο, όλα κινούνται, συγκρούονται, ερωτεύονται με το αντίθετο τους, για να κάνουν πιο «πλούσιο» τον εαυτό τους. Η παρουσία και η ανάπτυξης της ζωής, της ανθρώπινης, ζωικής και φυτικής ζωής, η παρουσία και η κίνηση της ιστορίας καθορίζεται εν πολλοίς από την ενότητα και την σύγκρουση, από  την συνάντηση και τον έρωτα, από την κίνηση του ίδιου που συναντάει  το διαφορετικό, για να αλλάξουν και τα δυο.

Χέγκελ

Στον Χέγκελ αυτό παίρνει την μορφή τριαδικότητας, θέση- αντίθεση- σύνθεση, με την ποιοτικά ανώτερη  σύνθεση να εμπεριέχει και την θέση και την αντίθεση. Στο Χέγκελ η απόλυτη καταφατικότατα του Σπινόζα, μπαίνει στην ιστορία και αναγνωρίζει την άρνηση της, την άρνηση της άρνησης της και την σπειροειδή εξέλιξη της. Κατά την  είσοδο του στην ιστορία το χεγκελιανό «απόλυτο πνεύμα» παίρνει την πρώτη ολοκληρωμένη/ καθολική  μορφή του στην αρχαία δημοκρατία της Ελλάδας. Στην συνέχεια με την παρακμή της,  επιστρέφει στον εαυτό της για να συναντήσει στην συνέχεια την άρνηση της άρνησης της στο Ρωμαϊκό κόσμο.  Που μεταλλάσσεται σε σύνθεση με την συνάντηση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού με την Ιερουσαλήμ, γεννοβολώντας τον χριστιανισμό. Για πρώτη φορά ο άνθρωπος ως ατομικότητα είναι οντολογικά ελεύθερος, στην αρχαία Αθήνα υπήρχε μόνο η κοινότητα και η πολιτική ελευθερία. Ο μεσαίωνας είναι η καταβύθιση του χριστιανικού κόσμου, που διάμεσου των αιρετικών και ανατρεπτικών φωνών και διαδρομών, επιστρέφει τόσο στην Αθήνα, όσο και στην Ιερουσαλήμ.  Η Αναγέννηση είναι η άρνηση του μεσαιωνικού χριστιανικού κόσμου και  ο διαφωτισμός είναι η άρνηση της άρνησης του μεσαιωνικού κόσμου και της αναγέννησης. Πρόκειται για μια  νέα καθολική σύνθεση, η πιο υψηλή καθολική εμφάνιση του απόλυτου πνεύματος.

Είναι η ολοκλήρωση της εμφάνισης του. Από εκεί και ύστερα έχει ρόλο μόνο το αντικειμενικό πνεύμα, το πνεύμα της πολιτικής συγκρότησης, της πολιτικής ελευθερίας. Που κατά τον ύστερο Χέγκελ παίρνει την μορφή της φωτισμένης δεσποτείας του Μπίσμαρκ. Μέσα σε αυτή την σπειροειδή πορεία του απόλυτου πνεύματος στην ιστορία, το καλό και το κακό σχεδόν σχετικοποιούνται, μετατρεπόμενα σε «πονηριές της ιστορίας», υπηρετώντας μια τελεολογία ελευθερίας και αυτοσυνειδησίας.

Ο μαρξισμός θεωρεί πως αντιστρέφει  υλιστικά αυτήν την  ιδεαλιστική διαλεκτική κίνηση του απόλυτου πνεύματος. Θεωρώντας πως η ιστορική τελεολογία οδηγεί στην αταξική κοινωνία. Με την ποιο υψηλή συσχέτιση χεγκελιανού απολύτου  πνεύματος  και μαρξιστικού καθολικού πνεύματος τον Λούκατς στην ενότητα υποκειμένου- αντικειμένου στο προλεταριάτο. Που κατά τον Λούκατς μπορεί να γίνει ο καλύτερος κληρονόμος του διαφωτισμού. Πρόκειται για μια οντολογική- μεταφυσική επί της ουσίας- ακολουθία, όπως θα επισημάνουν πολλοί, αποδεχόμενοι όμως με την  σειρά τους τα όρια του υπάρχοντος συστήματος. θα σημειώσω το Κ. Πρέβε που κατά την δική μου γνώμη επιχείρησε να αντιμετωπίσει την μαρξιστική μεταφυσική, εμμένοντας στο χειραφετικό ερώτημα. Φυσικά υπάρχει και η αντίπαλη άποψη που θεωρεί πως η υλιστική αντιστροφή του Μαρξ κάνει νομοτελή και όχι νομοτελειακή την πορεία προς την αταξική κοινωνία. Ποια είναι η διάφορα; Στο επίπεδο του ιστορικού γίγνεσθαι αναγνωρίζονται οι νόμοι που μπορεί να οδηγήσουν στην αταξική κοινωνία, δεν οδηγούν ντετερμινιστικά σε αυτήν.  Υπάρχουν οι τάσεις δεν υφίσταται η βεβαιότητα, δίχως όμως να οδηγούμαστε στην απροσδιοριστία.

 Διαλεκτικά δίπολα

Αλλά για τον μαρξισμό θα μιλήσουμε και πιο κάτω, ας πάμε λίγο τώρα  στο παρελθόν: Η πρώτη μορφή διαλεκτικής την συναντάμε στο Ζωροαστρισμό[1], με την διαρκή ενότητα και την σύγκρουση του καλού Αχούρα Μάζντα και του κακού Αριμάν.  Μια ενότητα και αντίθεση(τα διαλεκτικά δίπολα) που δεν οδηγεί σε σύνθεση, παρά μόνο στην συνύπαρξη και τον πόλεμο των αντιθέτων. Εδώ δεν μπορούμε παρά να συναντήσουμε την Ηρακλείτεια διαλεκτική, μια διαλεκτική που οι καταβολές της βρίσκονται στην ανατολή. Θεωρώντας ο Ηράκλειτος ως κούφια ιδέα την παρμενίδεια ενότητα του «είναι» με τον κόσμο του. Το πιο ενδιαφέρον σε αυτού του τύπου την  ηρακλείτεια διαλεκτική δεν είναι ότι απορρίπτει τον ντετερμινισμό, δεν απορρίπτει γενικά και αόριστα τον ντετερμινισμό, απορρίπτει την τελεολογία, την βεβαιότητα πως παρά τις «πονηριές της ιστορίας» η εξέλιξη εν τέλει θα είναι από το καλό στο καλύτερο. Για αυτό και ο Ηράκλειτος αδιαφορεί για την ιστορία, κινούμενος σε ένα ιστορικό παρόν, το γίγνεσθαι στο Ηράκλειτο είναι ταυτόχρονα «κάθε αυτό και δια εαυτό», είναι υπαρξιακό.  Και σε τελευταία ανάλυση είναι κυκλικό, με την δημιουργία να οδηγεί στην καταστροφή και την καταστροφή να δημιουργεί. Όπως θα το έλεγε ο διαλεκτικός της αρνητικότητας ο αναρχικός Μπακούνιν: η χαρά της καταστροφής δεν μπορεί παρά να είναι χαρά δημιουργική. Αντίστοιχη εικόνα διαλεκτικής ενότητας/ δίπολου  μπορούμε να δούμε στο ταοικό Γιν- γιανγκ. Με το καλό να βρίσκεται μες στο κακό, και το κακό να βρίσκεται μες στο κάλο, παράγωντας την βουδιστική αταραξία μπροστά στα βάρη της ζωής, μπροστά στην εξουσία, μπροστά στην ιστορία. Το βαθύτερο νόημα αυτού του διαλεκτικού δίπολου είναι: υπομονή και νιρβάνα, μπορούμε να περιμένουμε να ολοκληρωθεί η κίνηση και να ρθει η ηρεμία.

Στο επίπεδο του χριστιανισμού «διαλεκτικό δίπολο» μπορούμε να αναγνώσουμε μόνο στην υπαρξιακή διαλεκτική της ορθοδοξίας. Σε αυτού του τύπου την διαλεκτική συναντάμε την πάλη, την συμφιλίωση και στο τέλος τη συγχώρηση. Την συμφιλίωση,  συγχώρηση και την  ανθρώπου και θεού. Με την αμαρτία και το διάβολο να είναι η άρνηση αυτού του θείου ερωτα που οδηγεί στην συμφιλίωση και την συγχώρηση. Στο άνθρωπο αναγνωρίζεται και συγχωρείτε διαρκώς η πτωτική αμαρτωλή του φύση[2]. Αντίθετα τόσο στον καθολικισμό, αλλά κυριότερα στο προτεσταντισμό η σύγκρουση θεού- διαβόλου ποινικοποιεί την αμαρτία και τον άνθρωπο. Και όμως αυτή η διαπάλη καλού- κακού που δεν οδηγεί στην συγχώρεση, αλλά στην αμαρτία και στην εργασία που επιδιώξει να απαλύνει τα βάρη της αμαρτίας  βοήθησαν τα μέγιστα στην παραγωγή του καπιταλισμού, σε αντίθεση με την ορθόδοξη αναγνώριση και  συγχώρεση που δεν χρειάζεται την εργασία για να τιμωρήσει το σώμα, και να αναγνωρίσει ως σκοπό για να συγχωρηθεί.

Μάο- Αλτουσέρ[3]

Αυτού του ανατολίτικου τύπου διαλεκτική ενότητα στην οποία δεν χωράει τελεολογία- σε μια πιο υλιστική μορφή την συναντάμε-  στην διαλεκτική του Μάο, με τα αντίθετα δίπολα να αλληλεπιδρούν, όποτε έχουμε αντεπαναστατικά γεγονότα ή διαχωρίζονται, οπότε κυριαρχεί η επαναστατική τάση. Με κυρίαρχες αντιθέσεις που γίνονται κυρίαρχες και ανταγωνιστικές και τις μη- ανταγωνιστικές να επιλύονται. Δίνοντας μεγάλη σημασία στην ανθρώπινη βούληση που μπορεί να κινήσει και βουνά, πόσο μάλλον να αντιμετωπίσει τις κυρίαρχες αντιθέσεις και την αντεπανάσταση. Αντιμετωπίζοντας την τελεολογία της χεγκελιανής ενότητας υποκειμένου-αντικειμένου δια της βούλησης, ο Μάο οδηγείτε σε μια καντιανού- τελικά-  βουλησιαρχία του υποκειμένου. Είναι βέβαιο πως  επανάσταση δίχως βουλησιαρχία δεν υπάρχει, αλλά στο βαθμό που υπάρχει βουλησιαρχία δεν αναγνωρίζονται με ξεκάθαρο τρόπο οι αντικειμενικοί όροι. Δεν πραγματώνεται εν τέλει η ενότητα υποκειμένου και αντικειμένου και ο άνθρωπος παραμένει διαχωρισμένος από τα  πράγματα, ριγμένος μέσα στην αγωνία της κυριαρχίας Η Μαοϊκή διαλεκτική, παρόλο που διαφοροποιείται από την σταλινική “diamat”παραμένει στο πνεύμα της κομμουνιστικής ορθοδοξίας, με αποτέλεσμα να μην οδηγείται στην έννοια της ιστορικής απροσδιοριστίας, της ενδεχομενικότητας, παραμένοντας τελικά βουλησιαρχικά τελεολογική.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως ο αντιδιαλεκτικός στρουκτουραλιστής μαρξιστής Αλτουσέρ γοητεύτηκε από την μαοϊκή αντιτελεολογική διαλεκτική. Προσπαθώντας να την εφαρμόσει σε μια διάκριση, διαχωρισμό μεταξύ νεαρού χεγκελιανού Μαρξ και ενός επιστήμονα Μαρξ. Θεωρώντας πως υπάρχει επιστημονική τομή μεταξύ των δυο Μαρξ. Και όμως αν μελετήσουμε την έννοια του φετιχισμού του εμπορεύματος δεν μπορούμε παρά να διακρίνουμε, σε μια πιο καθολική μορφή την έννοια της αποξένωσης του παράγωγου από τα προϊόντα του που υπάρχει στο νεαρό Μαρξ των οικονομικών και πολιτικών χειρογράφων.

Προσωπικά θεωρώ πως δεν υφίσταται επιστημονική τομή στο Μαρξ αλλά μια  διαλεκτικού τύπου καθολικοποίηση. Στην πραγματικότητα για να πολεμήσει τον αστικό αντιανθρωπισμό ο Αλτουσέρ υποτάσσει τα πάντα στην στρουκτούρα ταξική πάλη. Που την πραγματοποιεί όχι μια προλεταριακή ενότητα υποκειμένου- αντικειμένου όπως θα έλεγε ο Λούκατς της ιστορίας και ταξικής συνείδησης, αλλά το αντικείμενο ταξική πάλη, που σε τελευταία ανάλυση καθορίζεται από την οικονομία ως δομή. Η στρουκτούρα  του Αλτουσέρ βγάζει την γραμμική τελεολογία από την πόρτα, για να την βάλει ως κυκλική τελεολογία από το παράθυρο. Ο Μπουρντιέ  από την πλευρά προσπάθησε να επιλύσει το ζήτημα, ιστορικοποιώντας την στρουκτούρα, μια ιστορικοποιήση δίχως διαλεκτική.  Στα ύστερα του ο Αλτουσέρ οδηγήθηκε σε ένα εξαιρετικά γοητευτικό  εμπειρισμό του υλισμού της συνάντησης, οδηγήθηκε σε ένα  επικούρειο καντιανισμό, απολυτοποιώντας την τομή, αλλά όχι το άλμα.

Η έννοια της ιστορικής απροσδιοριστίας, της ενδεχομενικότητας, της νεότητας και της διαπάλης τάσεων υπάρχει στην διαλεκτική της ιστορίας  του Έλληνα μαρξιστή ιστορικού Νίκου Ψυρούκη, με την σύγκρουση στο πεδίο της ιστορίας, μεταξύ της επαναστατικής τάσης και της αντεπαναστατικής τάσης. Μια σύγκρουση που δυνητικά μόνο οδηγείτε σε ένα αίσιο αποτέλεσμα.

«Διαλεκτική της φύσης»

Επηρεασμένοι από τις μεγάλες τεχνολογικές και επιστημονικές ανακαλύψεις της εποχής,  ο Κ. Μαρξ, ο Φ. Ένγκελς   και ολόκληρο το ορθόδοξο δευτεροδιεθνιστικό και τριτοδιεθνιστικό ρεύμα, αντιμετώπισε την κοσμοαντιληψη τους ως  επιστήμη, ονομάζοντας τον σοσιαλισμό που πρέσβευαν ως επιστημονικό σοσιαλισμό, σε αντίθεση με τον ουτοπικό σοσιαλισμό και  τον αναρχισμό.   Φανατικά και δογματικά υλιστές- κύρια ο Ένγκελς- υπόταξαν το πνεύμα, καλύτερα την συνείδηση, στον αντικειμενικό κόσμο ως αντανάκλαση του. Επιχειρώντας να αναλύσουν τους διαλεκτικούς νόμους που υπάρχουν στην φύση και κατά αντιστοιχία στην κοινωνία. Ας δούμε πως μιλάει ο Ένγκελς για τις βασικές κατηγορίες της διαλεκτικής της φύσης. Α) η υλικότητα του κόσμου: Πρόκειται για μια φιλοσοφικού τύπου αφαίρεση  και στην συνέχεια καθολικοποίηση, του υλικού σύμπαντος  Β) κίνηση: Ο υλικός κόσμος είναι μια πολυμορφία σε κίνηση που παίρνει διάφορες μορφές και εκφράσεις. Παρουσιάζοντας ανοδικές μορφές, καθώς η μία προϋποθέτει την άλλη. Μια από τις μορφές που παίρνει η κίνηση της ύλης είναι η κοινωνική.  Μόνο που για να υπάρξει σε συνείδηση, πρέπει να υπάρξει η αντανάκλαση. Γ) αντανάκλαση:  μέσα στην κίνηση της οι μορφές της ύλης αλληλεπιδρούν με άλλα συστήματα, αντανακλώντας το ένα τις ιδιότητες του άλλου. Έτσι κάθε σύστημα είναι αντανακλών και αντανακλώμενος. Η συνείδηση είναι μια μορφή αντανάκλασης της ανώτερης οργανωμένης ύλης. Δ) όλα αποκτούν μια αντικειμενική ύπαρξη χρόνος και χώρος, περνώντας από το ενικό στο γενικό, με μια σιδερένια αιτιότητα, με ένα σιδερένιο ντετερμινισμό, στην οποία η τυχαιότητα υποτάσσεται στην αναγκαιότητα και με σαφή διάκριση μορφής- περιεχομένου, ουσίας- φαινομένου.

Ας δούμε τώρα ποιοι είναι οι νόμοι που διέπουν την περίφημη  «διαλεκτική της φύσης».  1) ο νόμος της διαλεκτικής ποιοτικών και ποσοτικών μεταβολών.  Η ποσότητα και η ποιότητα βρισκόμενες σε μια ενότητα αλληλεπιδρούν η μια στην άλλη. Όταν υφίσταται ποσοτικές ή ποιοτικές μεταλλάξεις είναι βέβαιο πως ο ένας πόλος θα επιδράσει στο άλλον. Και σε κάποιο σημείο αυτή η αλληλεπίδραση θα αποκτήσει το χαρακτήρα ασυνέχειας/ άλματος/ επανάστασης. 2) ο νόμος της ενότητας και της πάλης των αντιθέτων και η έννοια της αντίφασης.  Συχνά έχουμε την ενότητα και την πάλη δυο αντίθετων στο ίδιο επίπεδο, δίχως αυτό να δημιουργεί κανενός είδους αντίφαση, τουλάχιστον εμφανή. Στο βαθμό που οξύνεται η πάλη των αντιθέτων η αντίφαση γίνεται όλο και πιο οριακή και επέρχεται το ποιοτικό άλμα.  3) ο νόμος της άρνησης της άρνησης.  Η νέα ποιότητα είναι άρνηση της παλαιάς ποιότητας που με την σειρά της δημιουργεί την νέα άρνηση. Αν αποκτήσει διαλεκτικό περιεχόμενο τότε από το κατώτερο ποιοτικά περνάμε στο ανώτερο ποιότητα, που εμπεριέχει όπως ξαναείπαμε τα προηγούμενα στάδια του. Ενώ περνάμε από το πιο αφηρημένο στο διαλεκτικά συγκεκριμένο. Επειδή όμως υπάρχει η δυνατότητα να συμβεί και το αντίθετο τότε αυτή η πορεία δεν είναι γραμμική αλλά σπειροειδής, μια σπείρα με ανοδική πορεία.

Προσωπικά θα συμφωνήσω με απόψεις που επισημαίνουν   πως παρά την διαλεκτική φορεσιά αυτή η αντιστοιχία υλικού κόσμου, επιστημονικών ανακαλύψεων και της αντίστοιχης αντανάκλασης της, με ευκολία ρέπει σε έναν επιστημονικό/ οικονομικό/ παραγωγικό  θετικισμό.

Διαφωνούντες με την  «διαλεκτική της φύσης».

Θα αναφερθούμε σε δυο περιπτώσεις: Στο νεαρό Λούκατς και στο Κ. Πρέβε. Ο πρώτος κριτικάρει την «διαλεκτική της φύσης» από μια χεγκελιομαρξιστική οπτική και ο δεύτερος κριτικάρει τόσο την «διαλεκτική της φύσης», όσο και  την μαρξιστική μεταφυσική, άρα την μαρξιστική οντολογία, από μια σχεδόν παρμενίδεια προσωκρατική μεταμαρξιστική οπτική.

Ο χεγκελιανός νεαρός Λούκατς του περίφημου βιβλίου «ιστορία και ταξικής συνείδησης»[4], ο Λούκατς της επαναστατικής προλεταριακής ολότητας πιστεύει πως η «διαλεκτική της φύσης» του Ένγκελς, διαχωρίζει την επαναστατική διαλεκτική ενότητα υποκειμένου- αντικειμένου. Υποτάσσει το υποκείμενο στον αντικειμενικοποιημένο κόσμο. Πιστεύοντας πως η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό είναι μια διαδικασία φυσικής ιστορίας με την αντίθεση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων να έχουν τα ακλόνητα πρωτεία, ενώ η βούληση, η ταξική πάλη και η αυτοσυνειδησία του προλεταριάτου  παίζουν ένα δευτερεύοντα λόγο. Ο νεαρός Λούκατς από την πλευρά του δίνει τα πρωτεία στην επαναστατική  συνείδηση του προλεταριάτου που ενοποιείται και αλλάζει το αντικειμενικό κοινωνικό του περίγυρο. Ο Λούκατς θεωρεί πως μια διαλεκτική δίχως την ενότητα υποκειμένου- αντικειμένου καταλήγει σε θετικισμό και σε ένα φαταλισμό. Απέναντι στην καπιταλιστικά αντεστραμμένη πραγμοποιημένη ψευδοενότητα υποκειμένου-αντικειμένου, μόνο η επαναστατική προλεταριακή ενότητα δύναται να αναγνωρίσει τον κόσμο- «το πράγμα κάθε αυτό»- αλλά και να ενωθεί μαζί του. Ο νεαρός Λούκατς εμπιστεύεται περισσότερο τα εργαλεία του ιστορικοί υλισμού που για το προλεταριάτο το θεωρεί ανώτερο εργαλείο από την επιστημονική έρευνα,  παρά την «διαλεκτικής της φύσης».

Εκείνη την περίοδο κάθε κριτική στα ιερά και τα όσια της μαρξιστικής ορθοδοξίας ήταν μέγα λάθος αν ήθελες να παραμείνεις στα πλαίσια αυτής  της ορθοδοξίας. Ο  νεαρός Λούκατς επιθυμώντας να παραμείνει οργανικός διανοούμενος του κομμουνιστικού κινήματος, αποκήρυξε αυτό το υπέροχο βιβλίο που μετατράπηκε σε βίβλο της υπεραριστεράς του 20ου αιώνα. Στην συνέχεια μετατράπηκε σε ένα κάπως δύστροπο υπερασπιστή της σταλινικής ορθοδοξίας, κρατώντας σε μεγάλο βαθμό τις χεγκελιανές του ρίζες. Συμμετέχοντας στην  αντισταλινική  επανάσταση  της Ουγγαρίας του 56, μιλώντας για μια καντιανού τύπου δημοκρατική σοσιαλιστική ρύθμιση. Ο ύστερος καντιανός πλέον Λούκατς της «οντολογίας του κοινωνικού είναι» αποδέχεται μια μορφή «διαλεκτικής της φύσης».

Κ. Πρέβε

Ο Κ. Πρέβε  ήταν ένας αξιόλογος ιταλός μαρξιστής και στα τελευταία του μεταμαρξιστής φιλόσοφος,  που κριτικάροντας την μεταφυσική του μαρξιστικού- λενινιστικού εγχειρήματος, επιχείρησε  να περισώσει το «ασίγαστο πάθος» για την κοινωνική κομμουνιστική απελευθέρωση της ατομικότητας. Καταρχήν ο Πρέβε αποδέχεται σε μεγάλο βαθμό την άποψη του Χάιντεγκερ πως η ουσία του υλισμού του Μαρξ [απορρέει] από την μεταφυσική θέση, σύμφωνα με την οποία όλα  όσα υπάρχουν εμφανίζονται ως απλό μέρος της εργασίας του. Καθώς σε μεγάλο βαθμό ισχύει αυτό στο Μαρξ,  αλλά από την άλλη είναι ο ίδιος ο Μαρξ ο οποίος θεωρεί την φύση και όχι την εργασία πεδίο παραγωγής αξίων χρήσης. Κατά αυτόν τον τρόπο οδηγούμαστε όμως έτσι- είτε σε μεταφυσική/ οντολογία της εργασίας- καλύτερα της εργασιακής θεωρίας της αξίας- που υποτάσσει το συνολικό «κοινωνικό είναι». Είτε στην μεταφυσική της φύσης, με την ανθρωποκεντρική οπτική όμως. Και οι δυο μεταφυσικές θεωρήσεις οδηγούν στην μεταφυσική ανύψωση των ανθρώπων σε σχέση με τα άλλα πλάσματα, είτε ως καταστροφείς, είτε ως προστάτες.

Ο Πρέβε Αριστοτελικά θεωρεί ιδεαλιστές,  τόσο τους επονομαζόμενους «υλιστές», όσο και τους «ιδεαλιστές», καθώς και στις δυο περιπτώσεις  ενυπάρχει ένας αριστοτελικά «ποιητικός νους», που είναι ο κινητήριος παραγωγικός νους, έτσι ώστε το «δυνάμει» να γίνει «ενεργώς». Αυτός ο «ενεργητικός νους» αν δεν είναι ένα «ενεργό ον», δλδ ο θεός, τότε είναι μια σκεπτόμενη ενεργητική ατομικότητα/ συλλογικότητα. Πόσο μάλλον που  η «διαλεκτική της φύσης» από μια στρατευμένη θέση πέρασε στον σταλινικό «διαλεκτικό υλισμό», δηλαδή σε μια κρατική κομματική σύνθεση, υπερασπίζοντας τον «ποιητικό νου» που ονομάζεται μπολσεβίκικο κόμμα. Ειδικά όταν ο Στάλιν με ένα  πλατωνικού τύπου ανθρωπολογικό πείραμα επιχείρησε να δημιουργήσει τον νέο σοβιετικό άνθρωπο.

Πολύ σωστά ο Πρέβε δεν ταυτίζει  την «διαλεκτική της φύσης» με την σταλινική diamat, θεωρώντας την πρώτη μια κριτική προσπάθεια απολογισμού της θετικιστικής αντίληψης των θετικών  επιστημών. Σε αντίθεση με την δεύτερη που λίγο, πολύ την θεωρεί μια αναγκαία «ψεύδη συνείδηση» του σταλινικού πειράματος.  Κατά συνέπεια θεωρούσε ο Πρέβε πως ήρθε η στιγμή  να εγκαταλειφθεί τόσο η ενότητα με την παυλίτσα μαρξισμού- λενινισμού, όσο και οι σιδερένιοι νόμοι του διαλεκτικού υλισμού diamaτ  ως επινοήσεις/ ψεύδη συνείδηση που έπαιξαν το ρόλο τους κατά την διάρκεια του υπαρκτού σοσιαλισμού. Δίχως βέβαια να οδηγούμαστε σε ένα καπιταλιστικό μηδενισμό των αγορών.

Ο Πρέβε θεωρεί το σταλινικό μοντέλο μια μαρξιστική υιοθέτηση της πλατωνικής πολιτείας. Στην θέση των βασιλιάδων η κεντρική επιτροπή του κόμματος και ο γραμματέας. Στην θέση της θεωρίας των ιδεών ο  μαρξισμός- λενινισμός. Στην θέση της επιστήμης του αγαθού η μετεξέλιξη του της «διαλεκτικής της φύσης», ο σταλινικός «διαλεκτικός υλισμός ή «diamat».

Προχωρώντας σε μια ακόμη ριζοσπαστικότερη κριτική του μαρξιστικού- λενινιστικού παραδείγματος θεωρεί πως  Ο μαρξισμός είναι μια επιστήμη με την έννοια που δίνει ο Πλάτων και οι πυθαγόρειοι. Πιο συγκεκριμένα με την πλατωνική διαλεκτική έννοια. Δηλαδή κινείται σε ένα οντολογικό- κοινωνικό επίπεδο.  Ο μαρξισμός  μια φιλοσοφική επιστήμη και όχι μια θετική επιστήμη, μια φιλοσοφική επιστήμη της ολότητας με γερμανικούς ιδεαλιστικούς όρους, όπως  αυτός συγκροτήθηκε από τον Φίχτε και τον Χέγκελ.

Δεν είναι όμως μια αγγλική science(σαιανς), ούτε μια γαλλική σιανς. Με την διάφορα ανάμεσα στην γαλλική και στην Αγγλική έννοια η γαλλική να δίνει έμφαση στο ορθολογισμό, ενώ η αγγλική στο εμπειρισμό. ο Αλτουσέρ προσπάθησε να αποβάλει από τον μαρξισμό αυτά που δεν ήταν  επιστημολογία. Η προσπάθεια του μαρξισμού να μετατραπεί σε μια science την οδηγεί να γίνει μια ψευδοεπιστήμη. Αντίστοιχα η «επιστημονική» απόπειρα να αποδείξουμε την ικανότητα της εργατικής τάξης να οικοδομήσει τον κομμουνισμό από μια ψευδοεπιστήμη οδηγείτε σε μια οιονεί- θρησκεία. Ο Πρέβε  σε μεγάλο βαθμό θεωρεί  τον ιστορικό μαρξισμό του 20ου αιώνα ψευδοεπιστήμη και οιονεί-θρησκεία.

Τέτοιες ψευδοεπιστημονικές/ οιωνεί-θρησκεία έννοιες θεωρεί την διαλεκτική παραγωγικών δυνάμεων- παραγωγικών σχέσεων, την επαναστατικότητα του υποκειμένου εργατική τάξη,  καθώς  και το αντικειμενικά επαναστατικό ρόλο του κόμματος.   Στο μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο με τίτλο: «Καιροί αναζήτησης» γράφει για την μαρξιστική μεταφυσική και για τις περιπλανητικές αντινομίες της. Στην σχέση προλεταριάτου- μπουρζουαζίας, εργατικής τάξης-γραφειοκρατίας, προόδου-συντήρησης, επιστήμης- ιδεολογίας, αθεϊσμού- θρησκείας, υλισμού-ιδεαλισμού, διαλεκτικής- διαφοράς, ελευθερίας- ισότητας.

Πχ απαρνιέται την μεταφυσική της προόδου και της  συντήρησης, θεωρώντας τον κομμουνισμό ως η ικανότητα της θεμελίωσης μιας πραγματικά ανθρώπινης κοινότητας στην βάση ελεύθερων και ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων. Ή την διάκριση επιστήμης- ιδεολογίας  θεωρώντας πως  μια επιστημονική αλήθεια μπορεί να είναι και αντικειμενική και ιδεολογικά φορτισμένη. Ειδικά όταν μιλάμε για την επιστήμη με την μορφή της  science.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει αυτά που γράφει για την σχέση υλισμού-ιδεαλισμού.  Ξεκινά με το αναλύει το οντολογικό ζήτημα του «είναι». Χρησιμοποιώντας  την παρμενίδεια αντίληψη για το «είναι» που ο Πρέβε την θεωρεί κορυφαία,  καθώς πιστεύει πως το παρμενίδειο «είναι» είναι η αφηρημένη ενότητα της συνολικής κοινωνικής εργασίας, το ενιαίο «είναι» της πόλης Ελέα,  που ο Παρμενίδης αγωνίζονταν να μην διασπαστεί. Στην προοπτική του Πρέβε πρόκειται για ένα «εμμενές» είναι και καθόλου υπερβατικό. Είτε με την φυσική υπερβατικότητα(νόμοι της φύσης), είτε με την θεϊκή υπερβατικότητα. Σε αντίθεση με αυτή την παρμενίδεια  νοηματοδότηση του «είναι» στο μαρξισμό επιβλήθηκε μια άλλη έννοια του «είναι». Έτσι υλιστές είναι όσοι δίνουν τα πρωτεία στην υλη και ιδεαλιστές στην συνείδηση.

Κατά συνέπεια δεν υπάρχουν κάποιοι φυσικοί νόμοι που η κοινωνία ως αντανάκλαση τους ακολουθεί, ούτε κάποιοι σιδερένιοι ιστορικοί / οικονομικοί νόμοι. Ούτε από την άλλη υπάρχει κάποια ενότητα υποκειμένου- αντικειμένου, μια επαναστατική βούληση που μπορεί να άλλαξε τα πάντα.

Όταν ο Πρέβε αναφέρεται σε μια ενότητα της κοινωνικής εργασίας, αναφέρεται σε μια εξίσου οντολογική, άρα μεταφυσική, ενότητα, που περικλείει τόσο τον όμηρο και τα μεγάλα έργα της ανθρωπότητας, όσο και την  πιο τιποτένια χρήσιμη εργασία. Πρόκειται για μια ολότητα, για μια διαλεκτική ολότητα που έχει μοναδικό θεμέλιο την αντίθεση και την ενότητα τους. Δυο πόλοι που ο ένας δεν μπορεί να κάνει δίχως τον άλλον. Το «είναι» ως γίγνεσθαι, ως γέννηση, σύνθεση, φθορά, αποσύνθεση. Και σε αυτό το σημείο ήταν η μεγάλη διαφορά Ηρακλείτου- Παρμενίδη. Ο πρώτος δεχόταν την ροή που οδηγούσε στην αποσύνθεση της πόλης, ο δεύτερος πίστευε πως θα μπορούσε να την αποτρέψει.  Ο Πρέβε  θεωρεί πως η μέθοδος του Μαρξ είναι η μέθοδος του Χέγκελ και δεν  υπάρχει  υλιστική  αντιστροφή, καθώς υλικότητα υπάρχει και στους δυο στοχαστές. Παρόλο που δεν υπάρχει στο Μαρξ τριαδικότητα αλλά μια επιστρέφει στον Ηράκλειτο και στην διαλεκτική ροή του.

Κλείνοντας ο Πρέβε ξεκινώντας από μια παρμενίδεια εικόνα του «είναι» ως η  ολότητα της συνολικής κοινωνικής εργασίας, θεωρεί πως αυτή η ολότητα εμπεριέχει  τόσο την ενότητα των αντίθετων αλλά και την διαφορά των αντίθετων, μια ροή ως γέννηση, σύνθεση, φθορά, αποσύνθεση, όποτε εμφανίζεται ο  Ηράκλειτος, για να οδηγηθούμε στο Μαρξ και την διαλεκτική του. Μια διαλεκτική που ούτε συνεχώς συμφιλιώνει τα αντίθετα, ούτε τα αρνείται. Μια διαλεκτική που κτίζει μια σχέση μεταξύ ισότητας και ελευθερίας, με τον κομμουνισμό να είναι μια ισοελευθερία μέσα στην κοινότητα.

Επίλογος

Νομίζω πως δεν μπορούμε να σκεφτούμε τον κόσμο δίχως την διαλεκτική ενότητα και σύγκρουση των αντιθέτων. Σίγουρα μπορούμε να τον σκεφτούμε δίχως μια διαλεκτική τελεολογία όπου τα αντίθετα οδηγούν σε μια  αυτονόητη σύνθεση και σε μια  ντετερμινιστική ποιοτική μεταβολή, από το κατώτερο στο ανώτερο. Ή σε μια τελεολογία που οδηγεί σε ένα τέλος, σε ένα τέλος της ιστορίας η σε μια θέωση.

Από την πλευρά μου είναι δύσκολο να φανταστώ τον κόσμο  ως μια αέναη φυσική ενότητα και αντίθεση  που οδηγεί στο ίδιο. Γέννηση, άνθηση,  ωριμότητα, γύρας, φθορά, θάνατος. Νομίζω πως  η ενότητα και η σύγκρουση των αντιθέτων στην ολότητα του κοινωνικού/ φυσικού  «είναι»/ γίγνεσθαι  παράγει, δημιουργεί, κατασκευάζει, ανοίγει μια ανοικτότατα τάσεων, κινήσεων και προοπτικών.

Μια τασιακή ενδεχομενικότητα, με το υποκείμενο ή τα υποκείμενα να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, να δημιουργούν τον κόσμο, να αλλάζουν τις συνθήκες, ενοποιούμενα- προσωρινά πάντα- με τον κόσμο. Ή από την άλλη η αναγνώριση να τα οδηγεί στην προσαρμογή τους στο κόσμο και στο διχασμό τους με αυτόν. Μια ανοικτή μη-γραμμικότητα που είτε υποτάσσεται σε μια τάξη, είτε την διαταράσσει με ένα χαοτικό τρόπο, καταστρέφοντας την, δημιουργώντας, παράγωντας, κατασκευάζοντας μια νέα. Από αυτή την οπτική ο διαλεκτικός μη-τελεολογικός αναστοχασμός των μη-γραμμικών συστημάτων της «θεωρίας του χάους»  έχει να μας διδάξει πολλά και κυρίως  να μας ταξιδέψει μακριά[5].

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΣ

[1]http://epic-atheist.blogspot.gr/2009/07/blog-post_16.html, http://www.philosophicalbibliography.com/attachments/article/1/261_%CE%A3%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%82_%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1%CF%82_2013.pdf

[2] http://www.tastv.gr/article/i-hristomimiti-kai-anthropokentriki-diakonia-tis-orthodoxoy-ekklisias, http://constantinoskyriakis.blogspot.gr/2012/12/blog-post_8.html https://greekdownloads.wordpress.com/2013/06/23/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B9%CE%B5%CF%81%CF%8E%CE%BD-%CE%BD%CE%B7%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD-%CF%84%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%80%CF%81/

[3]https://pernoampariza.files.wordpress.com/2013/12/cebbcebfcf85ceaf-ceb1cebbcf84cebfcf85cf83ceadcf81-cf80cebfcebbceb9cf84ceb9cebaceac-cebaceb1ceb9-cf86ceb9cebbcebfcf83cebfcf86ceb9ceba.pdf

[4]https://pernoampariza.files.wordpress.com/2013/12/cebbcebfcf8dcebaceb1cf84cf82-ceb3cebaceb5cf8ccf81ceb3cebaceb7-ceb9cf83cf84cebfcf81ceafceb1-cebaceb1ceb9-cf84ceb1cebeceb9cebaceae-cf83.pdf

[5] http://www.theseis.com/index2.php?option=com_content&do_pdf=1&id=571, http://socialist-ecology.blogspot.gr/2009/03/epia-toy-xaoy-k.html

 

 

Αφήστε μια απάντηση