“Σωτηρία με λένε”

Σπάνια έχω απολαύσει θεατρική παράσταση όσο αυτή. Σπάνια μια θεατρική παράσταση σου δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ένα φιλοσοφικό- ιστορικό αναστοχασμό.  Μιλάω για την θεατρική παράσταση «Σωτηρία με λένε» από το Κ.Θ.Β.Ε στο Καμπέρειο θέατρο, υπό την αιγίδα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Ι στα Γιάννενα.   Μιλάμε για μια καταπληκτική θεατρική παράσταση που με ένα μοναδικό τρόπο σε ταξιδεύει, με ταξίδευε, στην ζωή της Σωτηρίας Μπέλλου. Μας ταξιδεύει στην εποχή  του ρεμπέτικου, στην ζωή του περιθωρίου, της φυλακής και της ανέχειας, στην Ελλάδα της προσφυγιάς, της κατοχής και της αντίστασης.

Το σπαρακτικό παραλήρημα της Σωτηρίας Μπέλλου- πάνω θεατρική σκηνή του νοσοκομείου- που για ενάμισι χρόνο νοσηλεύονταν με καρκίνο στο φάρυγγα,  μας  οδηγεί στο παρελθόν της. Στην ρήξη με την  οικογενειακή «μορφή ζωής», μια «μορφή ζωής», με την οποία δεν ταυτίστηκε και δεν συμβιβάστηκε. Όπως δεν συμβιβάστηκε με την θέση μιας υπακοής γυναίκας ενός μέθυσου, του ρίχνει βιτριόλι, και καταδικάζεται για 3 χρόνια.

Γρήγορα βγαίνει από την φυλακή,  μόνο που η «μορφή ζωής» που υπερασπίζεται, το δικό της αξιακό σύστημα, η σύγκρουση με τον μέθυσο άντρα και η φυλάκιση της την οδηγούσαν, την οδήγησαν σε σύγκρουση με την οικογένεια της, που δεν μπόρεσε, δεν μπορούσε  να αντέξει την ελευθεριότητα και το χαρακτήρα της Σωτηρίας.

Η περιπλάνηση στην Αθήνα της ανέχειας,  του πολέμου και της κατοχής αρχίζει. Η μετάπτωση της  από μια κόρη μιας μικροαστικής οικογένειας, στα όρια του λούμπεν προλεταριάτου την περίοδο του πολέμου και της αντίστασης,  είτε θα την οδηγούσαν στην πορνεία και στην «πουτανιά», είτε  στην αντίσταση, στο ΕΑΜ και στην αριστερή, κομμουνιστική ιδεολογία, επέλεξε να στρατευτεί στην “μορφή ζωής” κομμουνιστής

Μέτα τον πόλεμο και τα «Δεκεμβριανά» στα οποία πήρε μέρος, την ανακαλύπτει ο Βασίλης Τσιτσάνης και την κάνει τραγουδίστρια του. Μόνο που ο ανυπότακτος – αλλά και αντιφατικός, γεμάτα πάθη- χαρακτήρας της δεν ανέχεται να κάνει ελιγμούς και συμβιβασμούς. Στα 1948 τραγουδάει μαζί με τον Βασίλη Τσιτσάνη και αρνείται να τραγουδήσει μια παραγγελία κάποιων χιτών, αρνείται να πει το «βασιλικό τραγούδι» «του αϊτού ο γιος», με αποτέλεσμα τον άγριο ξυλοδαρμό της από τους χίτες, με τους συναδέρφους της και τον Βασίλη Τσιτσάνη να μην την υπερασπίζονται.

Ο ανυπότακτος χαρακτήρας της την οδηγεί να υπερασπιστεί ανοικτά την λεσβιακή της ταυτότητα , σε μια εποχή που αυτό ήταν θανάσιμο αμάρτημα. Ήταν εκφραστής μιας «μορφή ζωής», δηλαδή ενός συστήματος σχέσεων, αντιλήψεων, «γλωσσικών παιγνίων», που έβαζε τα δικά της θέλω , επάνω σε όλα τα «πρέπει», τα κοινωνικά, ηθικά και πολιτικά «πρέπει», αλλά και τα «θέλω» των άλλων, τα «θέλω»  των αντρών, των γυναικών, των θηλυκών και αρσενικών ερωτικών της συντρόφων.

Μια «μορφή ζωής» που έβαζε πάνω από όλα τα πάθη της και όχι την λογική.  Ήθελε να μετανιώσει για τα δικά της λάθη, για τις δικές της ανεπάρκειες και όχι για τις ξένες, για τα λάθη και τις ανεπάρκειες των άλλων.  Ο δικός – προσωπικός της – αξιακός κώδικας- που τον υπεράσπιζε με μια εντελώς δική της υπερβατική μεταφυσική, δεν μπορούσε εύκολα να χωρέσει ή να ελιχθεί στις αλλαγές των καιρών, όπως είναι η παρακμή του λαϊκού τραγουδιού και η μετατροπή του σε φτηνό και χαμηλού επιπέδου «λαϊκό» ινδικών και αιγυπτιακών ασμάτων και πετάγεται έξω από κύκλωμα, με αποτέλεσμα το περιθώριο και τον  αλκοολισμό της.

Θα ξαναπάρει τα πάνω, όταν η φωνή της  συνδεθεί με την πολιτιστική άνοιξη της δεκαετίας 1960, με το έντεχνο τραγούδι, με τους καταπληκτικούς συνθέτες, ποιητές και ερμηνευτές αυτής της υπέροχης πολιτιστικής άνοιξης. Μιλάμε για την  πολιτιστική άνοιξη, μια πολιτιστική επανάσταση, που συνδυάστηκε με μια πολιτική άνοιξη των λαϊκών και κοινωνικών  αγώνων, με κορύφωση τα Ιουλιανά, μια πολιτική άνοιξη των λαϊκών και κοινωνικών  αγώνων που καταστέλλεται  από την δικτατορία, καταστέλλεται  πολιτικά,  θα επιχειρηθεί να κατασταλεί και πολιτιστικά.

Μια πολιτιστική και πολιτική άνοιξη που με νέες μορφές και εκφράσεις, θα ξαναεπιστρέφει με το πολυτεχνείο και με την μεταπολίτευση, με αυτό το ποικιλόμορφο λαϊκό, εργατικό, ρομαντικό  αντικαπιταλιστικό ριζοσπαστισμό του.  Ο αντικαπιταλιστικός  ριζοσπαστισμός της μεταπολίτευσης, οι πολυεπίπεδες – και αντιφατικές- ριζοσπαστικές «μορφές ζωής» που έχασαν την μάχη με το “πασοκισμό, για να εκφυλιστούν με τον μεταμοντερνισμό του 1990,  είχαν την εμβληματική φωνή της Σωτηρίας  Μπέλλου, ως την φωνή που τους συνέπαιρνε και τους συγκλόνιζε. Είχαν αυτή την αντιφατική και γεμάτα πάθη, τραγουδίστρια, αυτή που έπαιζε κάθε στιγμή την ζωή της στα ζάρια, αυτή την τραγουδίστρια ,που με τα τραγούδια της  συνδύαζε το χθες, το ηρωικό αλλά ηττημένο χθες, του ΕΑΜ, με την ελπίδα που γεννούσαν οι πολιτικές, κοινωνικές, φιλοσοφικές και πολιτιστικές αναζητήσεις της μεταπολίτευσης. Το «κάνε λιγάκι υπομονή» με το «αεροπλάνα και βαπόρια» ή με το «Ξέρω τ’ όνομά σου την εικόνα σου και πάλι από την αρχή ψάχνω για μια διέξοδο γυρεύοντας μια αλλιώτικη ζωή».

Στο τέλος της παράστασης, ο και η,  θεατής είναι βέβαιο πως νιώθει μια  απίστευτη απόλαυση, μια μέθεξη, μια λύτρωση, μια σωτηρία, γιατί όπως λέει και το τραγούδι, η σωτηρία της ψυχής είναι μεγάλο πράγμα, και το  «Σωτηρία με λένε» μας το προσφέρει απλόχερα.

Δημήτρης Αργυρός

Αφήστε μια απάντηση