οι αγωνιζόμενοι τυφλοί του 70: “ψωμί, παιδεία και όχι επαιτεία”

Μεταπολίτευση:  κύριες και οι δευτερεύουσες αντιθέσεις εκρήγνυνται και ένα πνεύμα ελευθερίας και αμφισβήτησης κατακλύζει τα πάντα, ανατρέποντας καθιερωμένες «φόρμες» και λογικές. Ένα καθυστερημένος  Μάης του 68 ή καλύτερα η ολοκλήρωση της Ελληνικής «χαμένης άνοιξης» της δεκαετίας του 1960. Η προτροπή να αλλάξουν όλα και γρήγορα, δεν μπορούσε πάρα να συνεπάρει και τμήματα του πληθυσμού, «μορφές ζωής» που κινούνταν  στο περιθώριο του βίου- ζώντας από την παρα-κρατική, αστική και θρησκευτική φιλανθρωπία, όπως τα άτομα με αναπηρίες, και στην περίπτωση μας οι τυφλοί. Στα 1976 οι τυφλοί μαθητές και οικότροφοι του ιδιωτικού συλλόγου «οίκος τυφλών» καταλαμβάνουν το ίδρυμα απαιτώντας κοινωνικά , κρατική μέριμνα και όχι φιλανθρωπία, που τους έθετε στο περιθώριο. Αμφισβητώντας την «μορφή ζωής» της επαιτείας και της φιλανθρωπίας,  που το πολιτικό, το αστικό  και θρησκευτικό κατεστημένο είχε κατασκευάσει για να τους κατατάξει.

Αρνούμενοι την ιατρική- ιδεολογική- κατασκευή της αναπηρίας. Αυτή την κατασκευή που έβλεπε- και σε μεγάλο βαθμό συνεχίζει να βλέπει – την αναπηρία ως βλάβη, μειονέκτημα, κοινωνικό περιορισμό. Μια κατάσταση πραγμάτων που οι συγγενείς, η  πολιτεία, η εκκλησία και οι φιλάνθρωποι,  έχουν τη φιλάνθρωπη  υποχρέωση να συνδράμουν. Μόνο που αυτή η συνδρομή κατασκεύαζε μια συγκεκριμένη «μορφή ζωής» που κινούνταν στο περιθώριο του κοινωνικού βίου. Με τα περιθώρια για μια ανεξάρτητη διαβίωση, για εκπαίδευση και για εργασία να είναι εξαιρετικά μειωμένες έως και αδύνατες.

Οι αγωνιζόμενοι τυφλοί με την 5μηνη κατάληψη του ιδρύματος και το 2ετή συνεχιζόμενο αγώνας τους,  απαίτησαν μια κρατική μέριμνα και παρέμβαση που θα εξασφάλιζε προϋποθέσεις και δυνατότητες για την ενσωμάτωση των ανάπηρων στην κοινωνία. Και αυτό απαιτούσε όχι μόνο ίσα δικαιώματα αλλά και θετικές διακρίσεις για να μπορούν άτομα με αναπηρίες και μη ανάπηροι να έχουν πραγματικά ίσα δικαιώματα.

Στην σημερινή ιδεολογική διαπάλη θα μιλάγαμε για την κοινωνική θεωρία της αναπηρίας. Σε αυτά τα πλαίσια η αναπηρία μπορεί να κατανοηθεί ως μια κατηγορία που παράγεται πολιτιστικά και δομείται κοινωνικά. Μια πολιτιστική παραγωγή μιας «μορφή ζωής» που παράγεται πολιτιστικά σε άμεση συνάφεια με τον τρόπο παραγωγής.

Και αυτό είναι λογικό γιατί κάθε κοινωνία ορίζει και παράγει την αναπηρία διαφορετικά. Κάποιος/α  πχ με επιληψία σε πιο παραδοσιακές κοινωνίες μπορεί να θεωρείται φορέας μαγικών ιδιοτήτων ή να φορέας θεϊκών ή διαβολικών ιδιοτήτων. Σε αντίθεση με τον καπιταλισμό που η απομάγευση μπορεί και να τον οδηγεί στο περιθώριο. Ένας κινητικά ανάπηρος ή ένας τυφλός μπορεί να νιώθει και να είναι- εν αχρηστία – στο βιομηχανικό καπιταλισμό. Αντίθετα σε ένα ηλεκτρονικό κοινωνικό εργοστάσιο μπορεί να είναι χρήσιμος ή να νιώθει χρήσιμος στην παραγωγή της υπεραξίας. Το ξαναλέμε κάθε κοινωνία κατασκευάζει τις διαφορές και την αναπηρία που της είναι χρήσιμη, όπως το “είναι κατασκευάζει την συνείδηση” και όχι το αντίθετο. Από αυτή την οπτική μιλάμε για μια πολιτική κατασκευή της αναπηρίας, για μια κατασκευή που μεταφέρει το βάρος από τον ανάπηρο και την οικογένεια στην πολιτεία και το κράτος.

Η αναπηρία από ατομική διαφορά ή μειονέκτημα μετατρέπεται σε ζήτημα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της πολιτείας. Και αυτή η εξέλιξη συσχετίζεται όχι μόνο με τους κοινωνικούς αγώνες- συχνότατα και των ίδιων των ατόμων με αναπηρία- αλλά και την εξέλιξη του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος.

Γενικότερα θα μπορούσαμε να πούμε πως: οι ανάπηροι ή καλύτερα τα άτομα με  αναπηρία σε μεγάλο βαθμό ο αποκλεισμός και η περιθωριοποίηση των ατόμων με αναπηρία πήρε πιο καθολικό χαρακτήρα με την βιομηχανική επανάσταση, τον καπιταλισμό και την ηγεμονία της προτεσταντικής αντίληψης για την εργασία, με την φιλανθρωπία να παίζουν καθοριστικό ρόλο. Με το στιγματισμό, την  ιδρυματοποίηση  και τις  ρατσιστικές εκδηλώσεις να ήταν η κύρια ιδεολογική κατασκευή. Ενώ συμπληρωματικό ρόλο έπαιζε και η κατασκευή της αναπηρίας ως ένα γραφειοκρατικό γεγονός, στα πλαίσια του κοινωνικού ελέγχου, που ταξινομούσαν την αναπηρία μαζί με την τοξικομανία, την επαιτεία και την εγκληματικότητα.

Με την καθολικοποίηση του καπιταλισμού  και την μετατροπή όλων των «μορφών ζωής» και της φύσης  σε ένα δυναμικό εκμεταλλευτικό πεδίο, οι ανάπηροι ή τα άτομα με αναπηρίες, οι οικογένειες τους, η εκπαίδευση τους,  φάνηκαν και είναι χρήσιμα στην καπιταλιστική αξιοποίηση. Η φιλανθρωπία μεταμορφώθηκε σε κοινωνική  πρόνοια κρατικού ή στις μέρες παρα/κρατικού Μ.Κ.Ο. χαρακτήρα, αλλά για σήμερα θα επιστρέψουμε παρακάτω, ας επιστρέψουμε στους τυφλούς

Η εξέγερση των τυφλών του 1976 όπως ξαναείπαμε έγινε σε μια περίοδο που τόσο οι «κάτω», όσο και οι «πάνω» απαιτούσαν νέα μέτρα και νέα σταθμά σε κάθε πεδίο της ζωής. Η εξέγερση τους – πάρα τις αντιδράσεις, την καταστολή, αλλά και την διεθνή αλληλεγγύη που απόχτησε, ήταν ώριμο τέκνο μιας εποχής που ζητούσε, απαιτούσε και κατέκτησε μια άλλη ρύθμιση. Και σίγουρα το σημαντικότερο στην υπόθεση τους ήταν μια διεκδίκηση που βγήκε μέσα από την χειραφετική πράξη των ίδιων των υποκειμένων. Τα ίδια τα υποκείμενα που ήταν παθητικοί δέκτες της φιλανθρωπίας στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης «μορφής ζωής», με την εξέγερση τους  έσπασαν αυτή την παθητική στάση ωφελημάτων και μεταμορφώθηκαν σε ενεργητικά υποκείμενα, οικοδομώντας μια νέα «μορφή ζωής», μάχιμη και διεκδικητική.   Οι δυο «μορφές ζωής» βρίσκονται η μία απέναντι στην άλλη,  με διαφορετικά «γλωσοπαίγνια», αξίες και κανόνες. Στην πρώτη  υποταγή, δουλικότητα, πατερναλισμός και ηθικισμός, και στην δεύτερη  αναίδεια, σήκωμα του κεφαλιού, αυτοσυνειδησία και αυτογνωσία, συγκρουσιακή αντίληψη και αντιεξουσιαστική στάση, όλα αυτά που εκφράζουν και αντανακλούν ένα εξεγερμένο.  Από αυτή την οπτική η εξέγερση των τυφλών 1976 δεν μπορούμε πάρα να την αντιμετωπίσουμε ως τμήμα ενός συνολικού σύμπαντος- εξεγερσιακού σύμπαντος- χειραφετημένων και απελευθερωτικών «μορφών ζωής» και διαδικασιών.  Την εξέγερση των τυφλών δεν μπορούμε  παρά να την αντιμετωπίσουμε στο ίδιο επίπεδο και στα ίδια ταξικά και υλικά πλαίσια με τον εργοστασιακό αυτόνομο συνδικαλισμό και τις άγριες απεργίες της διετίας 1975-1977.

Με τους ηγέτες της εξέγερσης όχι μόνο να παίζουν πρωτοπόρο ρόλο αλλά και να αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο μέχρι και τα σήμερα στο κίνημα των ατόμων με αναπηρία,   και στο αναπηρικό κίνημα των τυφλών, που χάρη σε αυτό την εξέγερση, έχουν κατακτήσει πολλά δικαιώματα, ασυγκρίτως μεγαλύτερα σε σχέση με τους άλλους ανάπηρους ή τα είδη αναπηρίας. Αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά πως με άγριους αγώνες μπορείς και κατακτάς δικαιώματα, σε μεγαλύτερο βαθμό από τι κατακτάς παρακαλώντας. Φυσικά κάποιοι να κτίζουν πολιτική καριέρα και να μετατρέπονται σε διαχειριστές της εν λόγω θλιβερής κατάστασης.

Από εκείνη την εποχή τα πράγματα έχουν αλλάξει άρδην.  Και σε θετικό βαθμό κυρίως στο πως οι ανάπηροι ή άτομα με αναπηρία και η κοινωνία βλέπει τα ΑμεΑ και αυτά τους εαυτούς τους.  Σε μεγάλο βαθμό επίσης η αναπηρία ως κοινωνική και πολιτική κατασκευή έχει γίνει συνείδηση σε μεγάλο βαθμό,μια συνείδηση διαφοράς και ετερομορφίας, μια συνείδηση ενός  πλούτου διαφορετικών “μορφών ζωής”, μιας πολύμορφης κανονικότητας.  Με το αναπηρικό κίνημα ως ένα νέο αναπηρικό κίνημα, δίπλα και μαζί με  τα άλλα αναπηρικά κινήματα, και σε συνεργασία με το εργατικό κίνημα να παρεμβαίνει παραγωγικά και δημιουργικά τόσο  στους υλικούς όρους ζωής των ανάπηρων αλλά και στο πεδίο του ιδεολογικού εποικοδομήματος.

Με πρωτοπόρο ρόλο το κίνημα της αυτόνομης και ανεξάρτητης διαβίωσης, δηλαδή της οικοδόμησης των συνθηκών έτσι ώστε οι ΑμεΑ να αυτοεξυπηρετούνται σε μεγάλο βαθμό. Το κίνημα της αυτόνομης και ανεξάρτητης διαβίωσης μπορεί στο πλούσιο βορρά να έχει ξεκάθαρο χαρακτήρα ενός μετα-υλικού κοινωνικού παραδείγματος που διαπλέκεται με ζητήματα της πρόσβασης στην πόλη ή στις δομές, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό χώρο, όπως και με ζητήματα κοινωνικού ρατσισμού, σεξισμού, θεσμοποιημένου ρατσισμού και αποκλεισμού από επιθυμίες, όπως το σεξ, η διασκέδαση, οι εκδρομές και ο πολιτισμός. Στο φτωχό νότο από την άλλη και ειδικότερα σε αυτή την φάση της οικονομικής παρακμής το κίνημα της αυτόνομης και ανεξάρτητης διαβίωσης διαπλέκεται  με την κυρίαρχη αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, με το κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή δεν είναι ζήτημα του αγώνα για την ηγεμονία, αλλά του αγώνα για την συνολική χειραφέτηση των καταπιεσμένων.

Παρόλο αυτά  η  ιατροκεντρική λογική αντέχει  συνεπικουρούμενη και από το συντηρητικό κλίμα και λόγω κρίσης που ηγεμονεύει αυτή την στιγμή στην ελληνική κοινωνία. Χαρακτηριστικό γεγονός είναι η κόντρα που διεξαχθεί σε μια ημερίδα  που έγινε στο νηπιαγωγών μαζί με το πανεπιστήμιο Κύπρου. Κόντρα που αφορούσε το χαρακτηρισμό της αναπηρίας και την αξιακή  αξιολόγηση της ως αρνητικό ή θετικό γεγονός. μια αντίληψη που έκφραζε τόσο την  ιατροκεντρική αντίληψη, αλλά την χειραγωγική εικόνα των ατόμων με αναπηρία από τους ειδήμονες, τους γραφειοκράτες του χώρου, τους επιστήμονες και τους τεχνοκράτες. Η αντίληψη συγκεκριμένη: οι ανάπηροι,  τα άτομα με αναπηρίες, οι οικογένειες τους δεν μπορούν να κάνουν δίχως τους επαγγελματίες του χώρου. Με τους επαγγελματίες να μην εξυπηρετούν τις ανάγκες και τις επιθυμίες των ανάπηρων, αλλά οι τελευταίοι να δικαιολογούν την χρησιμότητα των πρώτων.

Και σε αρνητικό βαθμό γιατί η λογική του οίκτου και της φιλανθρωπίας όχι μόνο συνεχίζει να υφίσταται αλλά και  σε περιόδους κρίσης παίρνει κεφάλι.  Καθώς δικαιώματα και παροχές  που είχαν κατακτήσει οι ανάπηροι απαλλοτριώνονται από το οδοστρωτήρα του μνημονίου. Με τα άτομα με αναπηρίες χρόνια μεταμορφωμένοι σε παθητικούς δέκτες της κρατικής πρόνοιας και μέριμνας, και με τα σωματεία ή τις ομοσπονδίες τους σε ρόλο συμβούλου της πολιτείας, να έχουν ξεχάσει τα «γλωσοπαίγνια» της χειραφέτησης, της αντίστασης και ειδικότερα της εξέγερσης. Μιας εξέγερσης όσο ποτέ αναγκαίας και σε μεγάλο βαθμό δυνατής. Έχουν, έχουμε, ξεχάσει τα γλωσοπαίγνια», τους κανόνες και τις αξίες μιας χειραφετικά δρώντες «μορφής ζωής», σε αυτά τα δεδομένα και τις συνθήκες θα πρέπει να πειραματιστούμε και να αναστοχαστούμε.

Αν συγκρίνουμε την εποχή πριν την νικηφόρα εξέγερση των τυφλών και την σημερινή συγκυρία θα δούμε ένα κοινό στοιχείο. Στην εποχή  πριν την εξέγερση όπως είδαμε σημαίνοντα ρόλο έπαιζε η ιδιωτική  και η θρησκευτική φιλανθρωπία.  Σήμερα με την απόσυρση του κράτους το κενό καλύπτεται από την παρα/κρατική και παρα/ΕΕ μ.κ.ο. παρέμβαση, αλληλεγγύη και φιλανθρωπία και ως ένα σημείο εάν δεν υπήρχε και αυτό θα ζούσαμε δραματικά γεγονότα. Επίσης σε μεγάλο βαθμό αυτή η δράση και παρέμβαση των μ.κ.ο.  παίρνει αυτοδιαχειριστικό χαρακτήρα καθώς σύλλογοι ΑμεΑ ή γονέων και φίλων ΑμεΑ παίρνουν μέρος.  Και σε μεγάλο βαθμό σωστά πράττουν- παρόλο που σε μεγάλο βαθμό- λειτουργεί ως θεραπαινίδα-  της αδυναμίας και της απόσυρσης του κράτους. Σωστά πράττουν, καθώς η αυτοδιαχειριστική συμμετοχή και παρέμβαση, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια εξατομίκευση των αναγκών και των επιθυμιών των ίδιων των ανάπηρων. Απεναντίας αν αυτό δεν συμβαίνει η γραφειοκρατικοποίηση είναι μια ασθένεια που δεν έχει γιατρειά, μια κατάσταση πραγμάτων που εγκλωβίζει καταστάσεις και δυναμικές.

Φυσικά σε αυτό το σημείο χρειάζεται προσοχή: Άλλο η αυτοδιαχειριστική λογική και προοπτική και άλλο η συνδιαχειριστική, που συνήθως υπάρχει. Η πρώτη εξατομικεύοντας τις ανάγκες και τις επιθυμίες συγκρούεται με τον σύστημα που τις περιορίζει στα οικονομικώς δυνατά, κάτι που πράττει η συνδιαχειριστική λογική, μετατρέποντας του ανάπηρους και τις συλλογικότητες τους σε συνεταίρους ενός εγκλήματος. Η δικαιωματική αντίληψη και προοπτική έχει μόνο ένα καθήκον. Να σπάσει το περίβλημα που περιορίζει τις επιθυμίες και τις ανάγκες μας στα οικονομικώς απαραίτητα και αναγκαία. Και από αυτή την οπτική η εξέγερση των τυφλών αποτελεί οδηγό αγώνα και δράσης.

https://www.alfavita.gr/arthron/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%89%CF%82-%CE%BF-%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%84%CF%85%CF%86%CE%BB%CF%8E%CE%BD-%CF%84%CE%B7-%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%B5%CF%84%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-70

Oliver M., Αναπηρία και πολιτική, εκδ: Επίκεντρο , μετ: Θ. Μπεκερίδου ,

Αφήστε μια απάντηση