τα χρόνια ανάμεσα

Η τοποθέτηση μου στην παρουσίαση του βιβλίου του Βασίλη Τσιράκη “Τα χρόνια ανάμεσα” στο θυμωμένο πορτραίτο στα Γιάννενα   :

Καταρχήν ευχαριστώ για την πρόσκληση να συμπαρουσιάσω το βιβλίο του συντρόφου Βασίλη Τσιράκη. Αποτελεί μεγάλη τιμή για μένα να παρουσιάζω συγγραφικές απόπειρες συντρόφων και φίλων.  Το βιβλίο τα «χρόνια ανάμεσα» το είχα δει από την ημέρα σχεδόν που κυκλοφόρησε και ήταν από τα βιβλία που είχα στο πρόγραμμα να διαβάσω, ένα πρόγραμμα που ανατράπηκε με την πρόσκληση, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να έχω την χαρά να το απολαύσω μια ώρα γρηγορότερα.
Να το απολαύσω όπως είχα απολαύσει στο παρελθόν τους «ποδηλάτες του χρόνου», το «Ακορντεόν, βιολί και φυσαρμόνικα», ή το «Σελανίκ». Αυτό το μυθιστόρημα που εξελίσσεται στην κοσμοπολίτικη και πολυεθνική Θεσσαλονίκη.
Σε αυτή την ιστορική πόλη που στα σπλάχνα της συγκρούστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα ο αστικός εθνικισμός, ο ιμπεριαλιστικός κοσμοπολιτισμός και ο εργατικός διεθνισμός.  Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο δοκιμάστηκαν και συντρίφτηκαν από τις μυλόπετρες της ιστορίας, οι ατομικές διαδρομές και οι επιθυμίες των ηρώων του «Σελανίκ». Με την σκρόφα την Ιστορία, την ιστορία με το «Ι» κεφαλαίο, κάποτε να προχωρά με τα κέφια της και άλλοτε να τρέχει πίσω από το χρόνο.
Ή άλλοτε -ταυτόχρονα και διαλεκτικά- να κάνει και τα δυο – όπως στην περίπτωση του ιστορικού πλαισίου του βιβλίου «Τα χρόνια ανάμεσα», που από είναι η συνέχεια- η ιστορική συνέχεια- του «Σελανίκ». Το βιβλίο «Τα χρόνια ανάμεσα» ξεκινά από την ελληνική κατάρρευση στην Μικρά Ασία που σήμανε και το οριστικό θάψιμο της μεγάλης ιδέας και τελειώνει στην Θεσσαλονίκη των Εβραϊκών διωγμών από τους Νάζι που σήμανε και το τέλος της πολυεθνικής Θεσσαλονίκης.
Εξελίσσεται ανάμεσα σε δυο διωγμούς και σε δυο προσφυγές. Ανάμεσα στην προσφυγιά των Ελλήνων της Ιωνίας και της ανταλλαγής των πληθυσμών και στο διωγμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Σε αυτό το βιβλίο- παρά τις πολύ όμορφές περιγραφές της παλαιάς Θεσσαλονίκης- τόσο πολύ ωραίες που θα ξαναεπιστρέψω στο βιβλίο, για να χαθώ ανάμεσα τους, κινηματογραφικές εικόνες που ίσως να τις ζήλευε ο κινηματογραφικός ποιητής Θεόδωρος Αγγελόπουλος,
παρά λοιπόν τις όμορφες κινηματογραφικές περιγραφές της παλαιάς Θεσσαλονίκης που θα ήθελα να της δω στην κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου …, ο ίδιος ο Βασίλης έχει σκηνοθετήσει 4 μικρού μήκους ταινίες και ντοκιμαντέρ, στο συγκεκριμένο βιβλίο από τον τόπο περνάμε στο χρόνο, και πιο συγκεκριμένα στον ιστορικό χρόνο, στην ιστορία με «Ι» κεφαλαίο.
Ο μεσοπόλεμος ήταν η ιστορική περίοδος που οι αντιτιθέμενες και αντιθετικές δυναμικές της Ιστορικής κίνησης, συγκρούστηκαν με όλους τους τρόπους και όλα τα μέσα.

Με αποτέλεσμα από την εγελιανή ενότητα των αντιθέτων που ανασυνθέτονται σε ένα ανώτερο επίπεδο, περάσαμε στο απόλυτο διαχωρισμό και την καθολική σύγκρουση των αντιθέτων, όπως θα έγραφε ο Έλληνας ιστορικός Νίκος Ψυρούκης.
Το αστικό διαχωρίζεται από το προλεταριακό και το μικροαστικό συνθλίβεται. Οι ανοδικές δυναμικές, οι δυναμικές της ιστορικής προόδου, οι επαναστατικές δυναμικές, διαχωρίζονται από τις καθοδικές δυναμικές, τις δυναμικές της συντήρησης και της οπισθοδρόμησης, τις αντεπαναστατικές δυναμικές.
Σε αυτή την συγκρουσιακή δίνη κανείς δεν μπορεί να μείνει ουδέτερος όσο και αν το επιθυμεί, όποιος μένει ουδέτερος είναι ο πρώτος που την πατάει. Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο – όπως είναι και το φυσικό- οι ήρωες του βιβλίου επιλεγούν στρατόπεδα, επιλεγούν οπτικές.
Τις επιλέγουν είτε κατά συνείδηση, είτε από αδράνεια, είτε από φόβο και ανασφάλεια, είτε από τύχη, είτε από την ταξική συνθήκη ή καλύτερα την «μορφή ζωής» στην οποία μετέχουν.
Ενώ όσοι δεν επιλέγουν- προσπαθώντας να κρυφτούν- σύρονται στο Άουσβιτς, δίχως να βρουν το κουράγιο ή την ευκαιρία να αντιδράσουν, ούτε καν την τελευταία στιγμή.
Επιλέγουν στρατόπεδο όχι πετώντας τα παλαιά τους ρούχα, αλλά κουβαλώντας πάνω τους όλα τα «κουσούρια», τα «βίτσια» και τα «τραύματα» τους, τις μύχιες επιθυμίες τους, τα «στραβά» και τα «ανάποδα» τους, τα υλικά συμφέροντα τους, τα ταξικά habitus, τις έξις τους, το «συμβολικό κεφαλαίο» που κουβαλούσαν, αλλά και τις ελπίδες τους.

Η επιλογή του ενός ή του αλλού στρατοπέδου των ηρώων του βιβλίου και όχι μόνο αυτών, είναι απόρροια μιας εξίσωσης που έχει ως μεταβλητές από την μια πλευρά την «μορφής ζωής» στην οποία μεγάλωσαν ή που εργάζονται συν το συνολικότερο ιστορικό και πολιτικό περιβάλλον και από την άλλη πλευρά την «μορφής ζωής» που επέλεξαν- εντός ή εκτός εισαγωγικών στην λέξη επέλεξαν- να ζήσουν καθώς και την τύχη και την αναγκαιότητα.
Αυτή η συσχέτιση, η εξίσωση – η διαλεκτική ενότητα και διαπάλη του αντικειμενικού με το υποκειμενικό- στο βιβλίο του Βασίλη μεταμορφώνει ένα άβουλο φοβισμένο νέο, σε συνειδητό ναζιστή, αξιωματικό του Γερμανικού κατοχικού στρατού.
Μεταμορφώνει από την άλλη πλευρά ένα συντηρητικό άνθρωπο, πιόνι των Βανιζελικών, σε ένα άνθρωπο που έζησε στις φύλακες και τις εξορίες την χαρά, την σαγήνη της κοινοκτημοσύνης και του κομμουνισμού.
Αυτή η συσχέτιση δίνει το καλύτερο χαρμάνι στο κομμουνιστή Εβραίο Ελιάν και στην ευαίσθητη Σμαρώ. Οδηγεί ένα μη- πολιτικοποιημένο στην Ισπανία του εμφυλίου πολέμου, να πολεμήσει με τους δημοκρατικούς.
Αυτή η συσχέτιση μεταμορφώνει το αστό πρόσφυγα, σε κυνικό κεφαλαιοκράτη και συνεργάτη των Ναζί, αυτή η συσχέτιση επιτρέπει να εκφραστεί ο διεστραμμένος χαρακτήρας του επιχειρηματία σαπωνοποιίας.
Αυτή η συσχέτιση οδηγεί ένα ζευγάρι ηρώων στο τέλος του βιβλίου να δηλώσουν πως η ιστορία κρύβεται ανάμεσα στο μικρό και στο μεγάλο και πως είναι άσχημο πράγμα η ιστορία πέφτει επάνω στις ζωή μας και μας πλακώνει.
Οι ήρωες του βιβλίου μέσα στην ιστορική τους παρουσία είτε αποκτούν την αίσθηση του ιστορικού τους χρέους , είτε τους καταπίνει η άβυσσος, η μοναξιά της εξουσίας και ταυτόχρονα του φόβου, είτε σκοτώνονται από το τιμωρό χέρι του λαού, είτε πνίγονται στο θρακικό πέλαγος

Οι ήρωες του Βασίλη είναι οι καθημερινοί άνθρωποι που μέσα από τις ατομικές τους βολές αναγκάστηκαν ή και επέλεξαν να μπλεχτούν και να στρατευτούν στις «μεγάλες αφηγήσεις» που επηρέασαν τον 20ο αιώνα.
Νικητές ή ηττημένοι οι επιθυμίες τους χρησιμοποιήθηκαν από την ίδια την ιστορία για να μπλοκάρει τις δυναμικές της οπισθοδρόμησης και να δώσει μια ακόμη ελπίδα πως τα πράγματα μπορούν να πάνε καλυτέρα.

Γιατί την ιστορία την γράφουν και οι πολεμιστές, και οι γεωργοί, και οι ναυτικοί, αλλά κυρίως την γράφουν οι φιλόσοφοι, οι ποιητές και οι μύστες, την γράφουν όλοι αυτοί, είτε στέκονται από την μια μεριά του οδοφράγματος , είτε από την άλλη.
Κατά συνέπεια δεν χρειάζεται- δεν μας χρειάζεται- ούτε λαχάνιασμα, ούτε μελαγχολία, ούτε ετσιθελισμός, όπως είχαν τα οκτωβριανά παιδιά, στην επαναστατημένη Μόσχα του βιβλίου, περιμένοντας να ζήσουν τον κομμουνισμό, την αρχή του χρόνου.
Δεν ξέρω αν ο θεός ή οι θεοί παίζουν ζάρια ή παίζουν σκάκι, και εμείς είμαστε τα πιόνια του κοσμικού παιχνιδιού τους, όπως στο ποίημα του Ομάρ Καγιάμ.

Γνωρίζω όμως πως η ιστορία δεν τελειώνει με μια ζαριά, δεν είναι ένα μονόπρακτο, αλλά είναι ένα έπος, ένα έπος μέσα στο χρόνο και στο τόπο, στην ταξική πάλη, στις σχέσεις και στην διαπάλη φύσης και ανθρώπου, στις σχέσεις και στην διαπάλη ανθρώπου με τον άνθρωπο, ή στην σχέση και την διαπάλη του ανθρώπου με τον ίδιο του τον εαυτό.
Σε αυτό έπος όσο και να επιθυμούμε να μείνουμε θεατές, όπως στην δική μας εποχή- δυστυχώς ή ευτυχώς- υπάρχουν ρόλοι για όλους μας. Δυστυχώς ή ευτυχώς είμαστε ή θα γίνουμε- θέλουμε δεν θέλουμε- οι τραγικοί ήρωες αυτού του έπους.
Η ιστορία αν δεν θέλουμε να μας πλακώσει, μάλλον θα πρέπει να γίνουμε οι συνειδητοί και υπομονετικοί καθοδηγητές της, όπως οι ήρωες του βιβλίου ο Ελιάν και η Σμαρώ

Ευχαριστώ και πάλι και σας εύχομαι καλή απόλαυση του βιβλίου του Βασίλη, σίγουρα θα την έχετε.

Δημήτρης Αργυρός

avatar

Δημήτρης Αργυρός

ΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ. ΑΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΘΟΥΜΕ ΣΤΙΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ . ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ . ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΤΟΠΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ. ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΟΠΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ.

Αφήστε μια απάντηση