το ξόρκι του Baba

Σηκώνει το χέρι το πάει στο κρόταφο , εσωτερικά ψέλλισε το ξόρκι, και το χέρι μεταμορφώθηκε σε λούγκερ.

Ετοιμάστηκε ήρθε η ώρα σκέφτηκε, το παιχνίδι τελειώνει όπου να ναι , κ αν δεν τελείωσε , ας το τελειώσω με το δικό μου τρόπο …

Σηκώνει το κόκορα και πυροβολεί – ως δια μαγείας – που “δείχνεται” -αλλά δεν λέγεται , όπως θα έλεγε κ ο Βιτγκενστάιν , το λούγκερ στοχεύει λίγο παραπάνω από το κρόταφο.

Η σφαίρα ξυρίζει το μαλλί και κτυπάει στο δόξα πάρτι την Τζοκόντα, την μεταξοτυπία της οποίας είχε αγοράσει λίγες μέρες πριν.

Το αγόρασε , τρόπος του λέγειν , αφού με το ξόρκι είχε σπάσει ένα κωδικό και την είχε κατεβάσει από ένα κόμβο .

Η Τζοκόντα μάτωσε και έγειρε το πρόσωπο της , βγάζοντας μια άναρθρη κραυγή απελπισίας,

Γαμώ το ξόρκι μου , Γαμώ , ούτε να την κανείς δεν μπορείς , τι αδικία είναι αυτή …

Αδειάζει τον υποθάλαμο και το λούγκερ ξαναγίνεται χέρι με δάκτυλά και οστά. Ζητάει συγνώμη από την Τζοκόντα , ντύνεται και βγαίνει στην βροχή κατηφορίζοντας προς την λίμνη , στην συνέχεια σκέφτεται να περάσει από το baba να του δώσει ένα πιο αποτελεσματικό ξόρκι , στο χέρι κρατάει ένα βιβλίο του Νίτσε : ανθρώπινο πιο ανθρώπινο , σε κάποια στιγμή κάτω απο το πλάτανο δίπλα στο τζαμί κάθισε να ξαποστάσει .

Ένας περαστικός δερβίσης του άνοιξε συζήτηση και του θύμισε τους στίχους του Καβάφη:

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.

Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.

Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·

κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.

Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.

Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω

ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,

που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.

Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς

τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·

και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.

Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—

δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.

Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ

στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

Τον ευχαρίστησε και με μια αγαλλίαση έγειρε και αυτός τον πρόσωπο του στην καρέκλα και δεν ξαναξύπνησε

Λίγες ώρες αργότερα μια θολή φωτογραφία τον δείχνει άχνα να περπατάει μέσα στην λίμνη σαν φάντασμα η φαντασία μαζί με την Τζοκόντα του αγκαλιά , όσα δεν λέγονται “δείχνονται”

Αφήστε μια απάντηση