Το ερώτημα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821

Με αφορμή τα 200 χρόνια από την επανάσταση, και την απελευθέρωση, και το «αφήγημα» που προωθεί η επιτροπή «Ελλάδα 2021» και κατά συνέπεια η άρχουσα τάξη, είναι μια ευκαιρία να ανοίξει  μια αντιηγεμονική συζήτηση.

Αντιηγεμονική συζήτηση που δύναται να συσχετιστεί με το χαρακτήρα της Ελληνικής Επανάστασης σε σχέση με την εποχή των αστικών επαναστάσεων, τις σημερινές προσλαμβάνουσες, και το διακύβευμα της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Ευτυχώς και σε ένα βαθμό έχει ανοίξει η συζήτηση και έχουν αρχίσει  οι εκδόσεις ενός αντιηγεμονικού λόγου όπως πχ το βιβλίο του Γ. Μηλιού : «Ιχνηλατώντας το Έθνος , το κράτος και την μεγάλη ιδέα»(https://syneditions.wixsite.com/e-shop/product-page/1821-ιχνηλατώντας-το-έθνος-το-κράτος-και-τη-μεγάλη-ιδέα?fbclid=IwAR0uU2Jt11Mhl2OPhlH3PJvfUlbzk4LlFd3rpvCdaDBR7tgE4W2xPP5Ncvw).

Ενώ, στην βάση της κριτικής στο λόγο της επιτροπής «Ελλάδα 2021» σε ένα κείμενο του στην «εφημερίδα των συνταχτών»( https://www.efsyn.gr/themata/fantasma-tis-istorias/275324_eikosiena-me-ta-matia-toy-2021) ο Τ. Κωστόπουλος αναδεικνύει το «κιτσάτο υβρίδιο» του εθνικού αφηγήματος της επιτροπής «Ελλάδα 2021» και κατά συνέπεια της άρχουσας τάξης.

Μιλάμε για ένα μεταμοντέρνο αφήγημα, με ολίγο από εθνικο/’ πατριδο/λαγνείας, ελληνοορθοδοξία, εκσυγχρονιστική «καψούρα» με νότες από 4η βιομηχανική Επανάσταση σε σχέση με το ρόλο της σύγχρονης Ελλάδας στην εποχή των ανοικτών οριζόντων της παγκοσμιοποίησης.

Η εν λόγω «μπασταρδεμένη» μεταμοντέρνα αφήγηση, δείχνει την βαθιά κρίση προσανατολισμού της άρχουσας τάξης, που Α) Θέλει να «σβήσει» κάθε επαναστατική- ταξική-  παράδοση που θα δίχαζαν το εθνικό λόγο. Β) Να ομογενοποιήσει το εθνικό λόγο  του στυλ:  «όλοι οι Έλληνες μαζί τότε απελευθερώθηκαν, τώρα παλεύουν την πανδημία ,  αντιστέκονται στην τουρκική επιθετικότητα, παίζουν ρόλο στην νέα οικονομική – παραγωγική – πραγματικότητα».

Πρόκειται για ένα ισχνό και αδύνατο «εθνικό αφήγημα» που δεν δίνει κανενός είδους θετική προοπτική, όπως πχ ήταν η «μεγάλη ιδέα» και στηρίζεται σε ρηχές κοινοτοπίες είτε του  ελληνορθόδοξου στυλ , είτε του τεχνοκρατικού στυλ.

Τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση και την απελευθέρωση  βρίσκουν τον Ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό σε φάση  υποχώρησης  στο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, τον βρίσκουν να έχει μετασχηματιστεί σε μια μνημονιακή  αποικία χρέους της ΕΕ.

Αυτό το γεγονός όχι μόνο δεν ακυρώνει, αλλά απεναντίας επιβεβαιώνει την επιθετικότητα, την επεκτατικότητα και τον τυχοδιωκτισμό της Ελληνική αστικής τάξης στα πλαίσια μιας ΕΕυρωκρατικής κρίσης και βαθιάς παγκόσμιας παρακμής, ιδιαίτερα του δυτικού καπιταλιστικού παραδείγματος.

Όπως  δε έχω σημειώσει σε ένα παλαιότερό κείμενο μου (https://argiros.net/?p=367) ο Ελληνικός αστισμός είχε εξαρχής ένα εξωτερικό επεκτατικό χαρακτήρα, και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που στο εσωτερικό δεν ολοκλήρωσε «την βιομηχανική συγκρότηση της Ελλάδας στα πρότυπα της δυτικής Ευρώπης».

Ενώ το γεγονός της συγκρότησης του Ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού μέσα από επαναστατικές διαδικασίες, δηλαδή με άλλα λόγια  οι συνθήκες της ταξικής πάλης, ήταν η αιτία που ο  Ελληνικός αστισμός δεν ήρθε σε συνολική ρήξη με τα φτωχά λαϊκά στρώματα, με τον ένοπλο  λαό , με αποτέλεσμα να μην ολοκληρωθεί η μετατροπή της φτωχολογίας σε προλεταριάτο.

Ένα γεγονός που οδήγησε στην διευρυμένη «μικροεμπορευματική παραγωγή και ιδιοκτησία της πόλης και του χωριού.» και ταυτόχρονα  οδήγησε σε μια «βιομηχανική παραγωγή που έκανε
συνεχώς κύκλους ανάπτυξης και παρακμής κάτω από την
επιρροή του εξαγωγικού της κατά βάση προσανατολισμού
. Όποτε επηρεαζόταν έντονα από τους διεθνείς παράγοντες
της παγκόσμιας συσσώρευσης κεφαλαίου
.». Γεγονότα που αποδεικνύουν «τον αναπτυγμένο τυχοδιωκτισμό του ελληνικού κεφαλαίου».

Σε ένα συνολικότερο επίπεδο και μέχρι το τέλος του εμφυλίου πολέμου- με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- υπήρξε ένας συμβιβασμός του ένοπλου λαού, ενός λαού που είχε μάθει να ζει και να καθαρίζει με τα όπλα, και της Ελληνικής αστικής τάξης των εφοπλιστών, των εμπόρων, των πραματευτάδων, των πειρατών,  κρατικοί υπόλοιποι των αυτοκρατοριών, άνθρωποι άκρως επικίνδυνοι ριψοκίνδυνοι και  .

Μιλάμε για μια εκρηκτική  ενότητα ραγιαδισμού και εξέγερσης, συχνά ένοπλης εξέγερσης, συμβιβασμός  αλλά και σύγκρουση, που στο ένα η τον άλλο βαθμό συνεχίστηκε έως και την μεγάλη εποποιία της εθνικής αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού 1940-49. Και από αυτή την οπτική η  ένοπλη ήττα της κομμουνιστικής αριστεράς το 1949  είχε στρατηγικά χαρακτηριστικά, καθώς σε ένα μεγάλο βαθμό έκλεινε μια αντίφαση που είχε ανοίξει την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης.  Έκλεινε μια βαθιά αντίφαση που εμπόδιζε την απρόσκοπτη κεφαλαιοκρατική συσσώρευση, αυτό δεν συνεπάγεται πως ύστερα από την ήττα της κομμουνιστικής αριστερά αυτό επιλύθηκε, επιλύθηκε σε ένα βαθμό και άλλαξε χαρακτήρα σε ένα άλλο. Ο χώρος της μικρής εμπορευματικής παραγωγής μετατράπηκε σε ένα μεγάλο βαθμό το «στασίδι» των Ελλήνων που για πολιτικούς και ιδεολογικούς λόγους είχαν αποκλειστεί από το κρατικό τομέα.

Ας επιστρέψουμε λίγο στην εποχή της Ελληνικής επανάστασης. Σε μια εποχή που οι αυτοκρατορίες μπαίνουν σε κρίση, οι αστικές τάξεις δεν διεκδικούν μόνο πολιτικό ρόλο, αλλά διεκδικούν την ηγεμονία/ κυριαρχία τους Σε μια εποχή που οι λαϊκές τάξεις αρνούνται να ζήσουν όπως πριν και διεκδικούν με το όπλο στο χέρι ένα καινούργιο ρόλο. Σε μια εποχή που η Γαλλική Επανάσταση και ο διαφωτισμός μετατρέπονται σε μια ανταγωνιστική ιδεολογία απέναντι στην παλαιά αυτοκρατορική τάξη πραγμάτων.

Δίχως το διαφωτισμό, το Ρήγα, την επαναστατική πρωτοπορία της «Φιλικής Εταιρίας», τους αστούς που σήκωσαν κεφάλι, οι ένοπλοι  χριστιανικοί πληθυσμοί ( Ρωμιοί, Βλάχοι, αρβανίτες) δεν  θα είχαν καμιά τύχη. Όπως δεν θα είχε καμιά τύχη η Επανάσταση, αν οι μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις της εποχής,(Αγγλία, Γαλλία) δεν είχαν βάλει σκοπό να τελειώνουν με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η συνθήκη του Λονδίνου και η ναυμαχία του Ναυαρίνου ήρθε στο παρά ένα προτού ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ ξεκληρίσει την Πελοπόννησο, αποτέλεσμα και των εμφυλίων πολέμων του Ελληνικού στρατοπέδου.  Και από αυτή την οπτική η Ελληνική Επανάσταση νίκησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία   αλλά πολιτικά και οικονομικά  υποτάχτηκε στις μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις της εποχής.

Ενώ ο μετασχηματισμός αυτών των πληθυσμών( Ρωμιοί, Βλάχοι, αρβανίτες) σε Έλληνες , με Ελληνική εθνική συνείδηση στα πλαίσια του Ελληνικού εθνικού κράτους είναι μια μακρά και σε μεγάλο βαθμό  αντιφατική / αντιθετική διαδικασία, όπως έδειξε τόσο η περίπτωση των Βλάχων, των Τσάμηδων  όσο και των Σλαβομακεδόνων.

Και η Ελληνική Επανάσταση δίνει την αφορμή για ξανανοίξει η συζήτηση για την σχέση  εθνικού- ταξικού , μια σχέση που πάντα προκαλούσε ερωτήματα και που όταν επιλύθηκε άνοιξε δρόμους.  Αυτό συνέβη πχ σε όλες τις επιτυχημένες αντικαπιταλιστικές, αντιιμπεριαλιστικές σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα, ενώ η μη επίλυση τους οδήγησε σε αρρυθμίες , ήττες και στο τέλος καταρρεύσεις.

Όποιος και όποια με γνωρίζει θα έχει διαπιστώσει πως δεν τα πάω καλά με τις «εθνικές αφηγήσεις», Το αντίθετο ισχύει για ταξικές αφηγήσεις, για αυτό το λόγο περισσότερο νιώθω ένας βαλκάνιος προλετάριος, παρά κάποιος που ανήκει στο Ελληνικό αφήγημα.

Βέβαια δεν μπορώ παρά να δεχτώ πως το Ελληνικό- εθνικό-  αφήγημα παραμένει κραταιό , κυρίαρχο και ηγεμονικό,  σε σχέση με το ταξικό αφήγημα που σε ένα βαθμό έχει δεχτεί στρατηγικά πλήγματα και δεν είναι λάθος να το αποδεχτούμε.

Το σύνθημα «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα» παραμένει σε ένα μεγάλο βαθμό μια φιλοσοφική αφαίρεση και δεν επιβεβαιώθηκε πουθενά. Οι προλετάριοι , τα συγκεκριμένα ιστορικά υποκείμενα, τόσο ως ταξική θέση ή στάση όσο και ως ταξική δράση έχουν πατρίδα , και πολλές φορές δεν  μόνο πατρίδα,  αλλά έχουν και έθνος.

Ναι είμαι από αυτούς που πλέον κάνουν ένα διαχωρισμό ανάμεσα στην πατρίδα και το έθνος και όσο και να θέλω να είμαι άπατρις  ανήκω σε ένα ιστορικό γεωγραφικό χώρο με χαρακτηριστικά που διαμορφώθηκαν μέσα στο ιστορικό διάβα, με την εθνική η και την ταξική πάλη, να έχει καθοριστική επίδραση στην διαμόρφωση αυτών των χαρακτηριστικών του χώρου που λέγεται πατρίδα.

Τι κρατάμε λοιπόν από την Επανάσταση του 1821; Καταρχάς 1) Πάντα είναι δίκαιο να εξεγειρόμαστε και να επαναστατούμε. 2) Πάντα θα υπάρχουν στιγμές  που οι επαναστάσεις όχι μόνο γίνονται αλλά και νικάνε.  3) Για να γίνει, αλλά και για νικήσει μια επανάσταση απαιτούνται : αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις. Μια πλειοψηφία που αρνείται να ζήσει όπως τα πριν, μια βαθιά κρίση παραγωγής και αναπαραγωγής του συστήματος, παραγωγή δυναμικών που συγκρούονται με τις κατεστημένες δομές. Μια ιδεολογική και πολιτική αντιπρόταση που να απαντάει στα πραγματικά υλικά ζητήματα/ προβλήματα.. Μια πραγματική υλική πολιτική / οργανωτική δύναμη  που παίξει το ρόλο πολιτικής πρωτοπορίας.  4) Η σχέση εθνικού/ ταξικού – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- παραμένει ζωντανή,  ακόμη και στην δική μας εποχή και όχι μόνο στο λεγόμενο τρίτο κόσμο.

Αφήστε μια απάντηση