«Καλημέρα τεμπελιά..»

Thursday, October 06 2005
«Η μισθωτή εργασία είναι η σύγχρονη μορφή της δουλείας…»
«Ο αλλότριος χαρακτήρας της εργασίας εμφανίζεται σαφώς στο γεγονός ότι όταν δεν υπάρχει κανένας φυσικός ή άλλος καταναγκασμός, η εργασία αποφεύγεται σαν την πανούκλα.» (Μαρξ – Χειρόγραφα του 1844 )
Κυρίως εν ώρα εργασίας, επαναοικιοποιώντας λίγο από τον χρόνο που συσσωρεύουν τα αφεντικά μου , κατάφερα να διαβάσω το βιβλίο της Κορίν Μαϊέρ «καλημέρα τεμπελιά-το εγχειρίδιο του λουφαδόρου». Ένα αντιεπιχειρηματικό μανιφέστο για ατομιστές που δεν θέλουν ή δεν μπορούν πλέον να γίνουν γιάπηδες για να τα κονομήσουν αλλα για μεσαία στελέχη (Δηλαδή επί της ουσίας για τους εργάτες της διανοητικής εργασίας)που θέλουν να κερδίσουν λίγο από χρόνο που τους κλέβει η επιχείρηση. Η υιοθέτηση ενός αναρχοατομικίστικου μανιφέστου με σύνθημα: «κλέψτε στην δουλειά γιατί η δουλειά σας κλέβει..»!!!!
Η Κορίν Μαϊέρ οικονομολόγος που εργάζεται με σύμβαση έργου στο ευρωπαϊκό ταμείο ανάπτυξης, συνεπής με την ταξική θέση της, απομυθοποιεί με ένα απίστευτα καταπληκτικό τρόπο το γιάπικο όνειρο των δεκαετιών 80,90, την «πέφτει» άγρια στην επιχειρηματική λογική και νοοτροπία, απορρίπτοντας την αριστερή αντίληψη των συλλογικών και συνολικών πολιτικών αλλαγών, προτείνοντας την έξυπνη λούφα για τους όμοιους της. Εξηγώντας γιατί είναι προς το συμφέρον τους να εργάζονται όσο το δυνατόν λιγότερο, υπονομεύοντας το σύστημα εκ των ένδον, περιμένοντας το τέλος του μήνα να πέσουν τα ευρω. Προτείνοντας έξυπνους τρόπους προσποίησης π.χ αλιεύει συμβουλές από το «νόμο του ντιλμπερτ» του Σκοτ Ανταμς«…μην βγαίνετε ποτέ στο διάδρομο χωρίς φακέλους υπό μάλης. Οι υπάλληλοι που τα χέρια τους είναι γεμάτα φακέλους δείχνουν να πηγαίνουν σε σημαντικές συναντήσεις. Όσοι δεν κρατάνε τίποτε στα χέρια δείχνουν σαν να πηγαίνουν στην καφετέρια…»Ή προτείνει να επιλέγουν(ουμε) «..στις πιο μεγάλες επιχειρήσεις, τα πιο άχρηστα πόστα: σύμβουλος , ειδικός, έρευνα, μελέτη…».
Η συγγραφέας προτείνει και επιλέγει μια στάση διακριτικής αποστασιοποίησης από το σύστημα, έτσι ώστε να υπάρχει ελεύθερος χρόνος όπου ο καθένας μας θα ασχολείται με πιο συναρπαστικές δραστηριότητες πέρα από το 8ωρο ή το 10ωρο της μισθωτής σκλαβιάς. Αυτό που στην Ελλάδα συνδέθηκε με το δημοσιοϋπαλληλικό όνειρο του νεοέλληνα { και ο μήνας εχει 9}, η Κορίν Μαϊέρ το τοποθετεί σαν το μετα-γιάπικο όνειρο των μεσαίων στελεχών στην φάση της παγκοσμιοποιημένης χρηματιστηριακής οικονομίας. Σαφέστατη απόρροια της βαθύτατης ανεπάρκειας του συστήματος σε αυτή την ύστερη φάση του καπιταλισμού, όπου το υπάρχον σύστημα αποτυγχάνει να στρατεύσει τους απλούς ανθρώπους στις επιλογές του. Όπου ο ατομικισμός που πλασάρει ευρέως το σύστημα του γυρνάει μπούμερανγκ. Για αυτό και η εργοδοτική καταστολή μαζί με την τρομοκρατία της ανεργίας, είναι η μόνη διέξοδος για το σύστημα της οικονομίας της αγοράς.
Πρόκειται για ένα πανέξυπνο αιρετικό βιβλίο, για μια ενδιαφέρουσα κραυγή αγωνιάς μιας γενιάς, της δικής μου γενιάς, που βιώνει τις επιπτώσεις της κυριαρχίας των νόμων της αγοράς, τις επιπτώσεις της νεοφιλελεύθερης απορύθμισης και του τέλος του κοινωνικού κράτους, τα αποτελέσματα της ενσωμάτωσης και της ήττας του υπάρχοντος εργατικού και αριστερού κινήματος. Μιας γενιάς που έζησε το άδοξο τέλος της ουτοπίας με την γρήγορη και προσοδοφόρα ενσωμάτωση της γενιάς του Μάη του 68 (της γενιά του πολυτεχνείου εν Ελλάδι). Γράφει χατακτηριστικά η Κορίν Μαϊέρ«..δεν ωφελεί να αλλάξετε το σύστημα, αν του αντιταχθείτε, το ενισχύεται αν το αμφισβητείτε, σημαίνει ότι του επιτρέπεται να υπάρχει με μεγαλύτερη ένταση..»και παρακάτω «..η επανάσταση ήταν καλή για τους αμφισβητίες της δεκαετίας του 1970, και βλέπουμε τι απέγιναν αυτοί (αφεντικά)»!!!!! Μιας γενιάς που προσπαθεί να τα βολέψει όπως βρει και συχνά όπου βρει. Ζώντας με όλο της το «είναι»το καταναλωτικό όνειρο, συχνά βέβαια με δανεικά, αλλα όχι αγύριστα. Απαιτώντας να εχει καθολική πρόσβαση στα μικρά, στα καθημερινά, καθώς τα μεγάλα και τα σπουδαία μας τελείωσαν. Ενώ (μας) είναι αδιάφορο που αυτά τα μικρά και τα καθημερινά διαμεσολαβούνται από εμπορεύματα και όχι από σχέσεις. Αρκεί να καλύπτουν τις υπαρκτές και μη ανάγκες μας.
Ο κυνισμός της Κορίν Μαϊέρ«..για να υπάρχουν κοπανατζήδες πρέπει να υπάρχουν κάποιοι που δουλεύουν [εποχιακό, συμβασιούχοι]..», δεν είναι ο κυνισμός αυτού του ανθρώπου που, θέλει να εκμεταλλευτεί τους όμοιους της, πατώντας επί πτωμάτων. Αλλα ένας, όπως λέει και η ίδια, θεραπευτικός κυνισμός για να αντιμετωπίσει, για να αντιμετωπίσουμε, το βάρος των στιγμών, για να ξεπεράσουμε τις επιπτώσεις που προκαλεί η άκρως ανταγωνιστική κοινωνία της αγοράς. Ο κυνισμός της επιθυμίας να λουφάρω, να περνάω καλά με πράγματα που αγαπάω, ενάντια στο κυνισμό του όλα πουλιούνται και όλα αγοράζονται σε τιμές ευκαιρίας στην ελεύθερη αγορά. Η πολιτική οικονομία της απόλαυσης και του επιθυνειν ενάντια στο νόμο της άξιας. Ένας νόμος που δεν πηγαίνει καθόλου καλά τελευταία(τα χρηματιστήρια παιχνίδια βγάζουν πιο πολλα κέρδη από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης). Μέσω του εκλεπτυσμένου κυνισμού της η συγγραφέας φέρνει στην επικαιρότητα με τον μοναδικά ιδιαίτερο τρόπο της, αυτό που έγραψε στο καιρό του ο Κ. ΜΑΡΞ «”Η εργασία είναι η πράξη της αλλοτρίωσης της ανθρώπινης δραστηριότητας”»άρα το«ζήτημα δεν είναι να απελευθερώσουμε την εργασία αλλά να την καταργήσουμε.”. Ανεξάρτητα που η ίδια αρνείται να χαρακτηριστεί μαρξίστρια. Και δεν είναι , στο βαθμό που μαρξισμός ήταν η κυρίαρχη ιδεολογία του σταλινισμού- σταχανοφισμού, στις χώρες του υπαρκτου σοσιαλισμού.
Αξιοσημείωτο για το βιβλίο και για την συγγραφέα είναι ότι ενώ απορρίπτει την πολιτική δράση(βρίσκεται πολύ μακριά από το «μην δουλεύετε ποτέ» των καταστασιακών), επιλέγει μια συλλογική στάση αλληλεγγύης των μεσαίων στελεχών που(ή επιθυμούν)να λουφάρουν και των «κάτω», που το σύστημα τους εκμεταλλεύεται για να βγάλει τα σπασμένα από τους «πάνω». Λέει προς το τέλος του βιβλίου :«.. όποτε δουλέψτε όσο λιγότερα γίνεται και αφιερώστε λίγο χρόνο στην «δημιουργία ενός προσωπικού δικτύου», έτσι ώστε να έχετε στηρίγματα και θα είστε απρόσβλητος ..σε περίπτωση αναδιοργάνωσης. -.Μάθετε να αναγνωρίζετε από διακριτικά σημάδια …αυτούς που όπως και εσείς , αμφισβητούν το σύστημα. Όταν «στελεχώνεστε» από ανθρώπους με προσωρινή θέση στην επιχείρηση(συμβασιούχους, εξωτερικούς συνεργάτες..),να τους συμπεριφέρεστε με εγκαρδιότητα και να μην λησμονείτε ποτέ πως είναι οι μόνοι που δουλεύουν πραγματικά..». Ενώ σε ένα άλλο σημείο νοσταλγεί τις «..αλησμόνητες απεργίες του 1995..» και τις απεργίες του Μάιου- Ιουνίου του 2003. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως για να «..ξαναρχίσουμε να μιλάμε μεταξύ μας», πρέπει την Γαλλία να την «..ταρακουνούν συναρπαστικές διαμάχες..». Κάτι που κατά την προσωπική μου άποψη δεν ισχύει μόνο για την Γαλλία. Η Γαλλία φυσικά εχει δείξει ένα αναμφισβήτητο ιστορικό βάρος(κομμούνα, Μάης, απεργίες του 95, ευρωσυνταγμα).
Το βιβλίο δεν συνιστάτε σε δυο κατηγόριες ανθρώπων: α) στους οπαδούς της καλβινιστικης λογικής της σκληρής εργασίας. Το βιβλίο κινείτε στην αντίθετη ακριβώς λογική από την πρωτοκαπιταλιστική καλβινιστική λογική. Μια λογική φυσικά που εχει εγκαταλειφτεί εδώ και πολύ καιρό από τις κυρίαρχες καπιταλιστικές κάστες. Οι καπιταλίστες έχουν αντικαταστήσει τον οικονομικό πουριτανισμό με τον καταναλωτικό φετιχισμό. Διαφορετικά τα εμπορεύματα θα μείνουν απούλητα και οι εταιρίες θα φαλιρίσουν. Όποτε από το αποταμιεύστε- αποταμιεύστε , περάσαμε, στο καταναλώστε-καταναλώστε και μην ανησυχείτε, οι πιστωτικές και τα καταναλωτικά δάνεια να είναι καλά. Β) στους “κομμουνισταράδες”- εργατίστικες, οπαδούς του στοχανοβισμού. Που θα οργιστούνε με την απόλυτη άρνηση της πολιτικής αλλαγής, με την άρνηση του ιστορικού ρόλου της εργατικής τάξης, με την απόρριψη της στοχανοβιστικης νοοτροπίας που έπρεπε υποτίθεται να αποπνέει το προλεταριάτο.
Και όμως η εργατική τάξη, ουδέποτε ήταν όπως νομίζανε οι “κομμουνισταράδες”- εργατιστες με την μεταφυσική του ιστορικού σκοπού της εργατικής τάξης. Πόσο μάλλον σήμερα που από το φορντικο- τεηλορικό παραγωγικό μοντέλο, περάσαμε στο παγκόσμιο μητροπολιτικό εργοστάσιο όπου εξελιγμένες μορφές παραγωγικής μεταφορντικης εργασίας συνδυάζονται, όχι χωρίς αντιφάσεις, με τις πιο πρωτόγονες μορφές εκμετάλλευσης(δουλεία, παιδική εργασία).
Παράγοντας μια νέα εργατική τάξη, μια νέα προλεταριακή πληθυντικότητα. Μια προλεταριακή σωματικότητα που πονά, διψά, ερωτεύεται, αντιστέκεται και επαναστατεί. Mια έκφραση της δύναμης που συγκροτείται σε σάρκα, ικανής να μετασχηματίσει την υλική δύναμη της σε πολιτικό σώμα. Ένα πολιτικό σώμα που είναι στις μέρες μας έντονα κατακερματισμό και εξατομικευμένο.-(Υπερβαίνοντας τον βιομηχανικό εργατικό πολιτισμό που όταν και όπου υπήρχε ήταν περισσότερο μια ενότητα αντίθετων με πλούσιες και ενδιαφέρουσες ιστορικές και πολιτιστικές αμφισημίες παρά ένα πλαίσιο που έδωνε ώθηση στην εργατική αυτοδιαχείριση και χειραφέτηση)- αλλα αδυνατεί να συγκρουστεί με το κεφάλαιο. Ένα μοντέρνο προλεταριακό σώμα με πολλαπλές εργασιακές συμπεριφορές, με «πολλαπλές- πολυσύνθετες εργατικές τάξεις» εσωτερικές του σώματος της προλεταριακής πληθυντικότητας που διαπερνουνται και καθορίζονται από την σύγκρουση της τάσης χειραφέτησης και της τάσης υποταγής. Αποκτώντας χαρακτήρα δαιδαλώδη- «αντάρτικο» και υπόγειο. Ένα τέτοιο κλίμα και χαρακτήρα εκφράζει και σε μια τέτοια κατεύθυνση κινείτε το βιβλίο της Κορίν Μαϊέρ.
Φυσικά η «λούφα» των γαλλικών μεσαίων τάξεων, όπως και η «λούφα» των δημοσίων υπάλληλων εν Ελλάδι στο βαθμο που υπάρχει, ελάχιστα έχουν να κάνουν με την ελευθεριακή λιποταξία που προτείνει σε ατομικό επίπεδο η συγγραφέας. Περισσότερο έχουν να κάνουν με την αλλοτριωμένη ωχαδερφοσύνη και την κακομούτσουνη και μίζερη «περαβρεχίλα» που βάζει στο σκόπευτρο τον αδύναμο και όχι το ισχυρό και τον ανωτερο ιεραρχικά και οικονομικά. Μια αλλοτριωμένη συνείδηση που χαροποιεί τις κυρίαρχες τάξεις βοηθώντας στην αναπαραγωγή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Πιστεύω με αλλα λόγια πως η συγγραφέας παίρνει σαν παράδειγμα την δική της περίπτωση και την συνολικοποιεί. Το γράφει άλλωστε «.. Αυτό κάνω και εγώ: εργάζομαι εκεί με μερική απασχόληση και αφιερώνω τον περισσότερο χρόνο μου σε πολύ πιο συναρπαστικές δραστηριότητες( ψυχανάλυση και γράψιμο),,» Δίχως φυσικά να εκφράζει και καμία σπουδαία αυταπάτη για τους ομοίους της. Π.χ ένας από τους τίτλους των κεφαλαίων του βιβλίου της είναι χαρακτηριστικός: «το βασικό στέλεχος: συντηρητικός μικροαστός, κατά προτίμηση αρσενικός».
Αλλά για να πάψουμε να νιώθουμε περιττοί μέσα σε ένα σύστημα που γεννάει το περιττό(Χάνα Aρεντ), για να πάψουμε να γινόμαστε έμποροι του ίδιου του εαυτού μας, χρειάζονται αλλα εργαλεία. Η ελευθεριακή λιποταξία από την μισθωτή σκλαβιά μπορεί να πραγματωθεί, μόνο μέσα από συλλογικές κινηματικές διαδικασίες. Από ένα κίνημα στην βάση των αναγκών και δικαιωμάτων της εργασιακής πολλαπλότητας που απαιτεί και διεκδικεί την ελεύθερη πρόσβαση στο κοινωνικό πλούτο. Μόνο σε μια τέτοια κατεύθυνση μπορεί να ενοποιηθούν οι«πολλαπλές- πολυσύνθετες εργατικές τάξεις». Διεκδικώντας άμεσα και μαχητικά ένα διευρυμένο κοινωνικό μισθό (δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες [υγειά, παιδεία, κατοικία, νερό, ηλεκτρικό] και στην νέα τεχνολογία [ιντερνετ] αλλα και σε χρήμα).
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην σημερινή συγκυρία που χιλιάδες θέσεις εργασίας χάνονται και το 21% του ελληνικού πληθυσμού είναι κάτω από το όριο της φτώχειας (σαν όριο της φτώχειας καθορίζονται τα 5000 ευρώ το χρόνο, την στιγμή που ο γενικός διευθυντής στην εταιρεία μου παίρνει το 9000 ευρω)!!!! Με την σειρά της η αριστερά σαν μια δύναμη ρήξης και ανατροπής δεν πρέπει να κλαίει για αυτές τις θέσεις εργασίας, όπως κάνουν και με το δίκιο τους οι απολυμένοι, ανήμποροι μπροστά στις εξελίξεις. Η αριστερά δεν πρέπει να αγωνίζεται για να αυξηθούν οι επενδύσεις, γιατί αυτές συνήθως καταργούν θέσεις εργασίας παρά δημιουργούν, αλλά για να γίνει άμεσα μια ριζική ανακατανομή του πλούτου. Για να μπορούν να δουλεύουν όλοι και από λίγο, ζώντας από μια δουλειά, σε μια κοινωνία που ο λόγος των πολλών θα διαφεντεύει τις υποθέσεις της πολιτείας.
Ουτοπία θα έλεγε η Κορίν Μαϊέρ και μπορεί και να εχει και δίκαιο, μόνο που η ουτοπία είναι η δική μου θεραπευτική μέθοδος. Και χωρίς ουτοπία ο κόσμος δεν πάει μπροστά.
Φυσικά μέχρι να επιτευχθεί έστω και στο ελάχιστο αυτή η ουτοπία δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω απόλυτα με την συγγραφέα που γράφει πως: «..στο μεταξύ πρέπει να βρούμε το κουράγιο να σηκωνόμαστε το πρωί για κάτι που δε μοιάζει πραγματικά με τίποτα- και αυτό είναι οδυνηρό.» Ένα οδυνηρό συναίσθημα που ανταλλάσσεται με 880 περίπου ευρώ το μήνα. Περαστικά μου !!!!
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΣ

….ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΜΑΣ ΤΗΝ ΧΩΡΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ.

Wednesday, September 28 2005

Στόχος τα δικαιώματα των εργαζόμενων Θα ξεκινήσω με κάτι που έγινε ήδη πολύ λόγος, αλλα που νομίζω ότι πρέπει σαν αριστερά και εργατικό κίνημα να επιμείνουμε, να αναλύσουμε για να το αντιμετωπίσουμε, καθώς πρόκειται για ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο φαινόμενο: Αναφέρομαι στην πρόταση του συνδέσμου βιομηχάνων βορείου Ελλάδας για την εισαγωγή μεταναστών από Βαλκάνια που θα μπαίνουν το πρωί στην χώρα μας, θα εργάζονται με συλλογικές συμβάσεις των κρατών καταγωγής τους και θα επιστρέφουν στην χώρα τους μόλις τελειώνει η εργασία. Το κεφαλαίο θα τους εκμεταλλεύεται ελληνικά και θα τους πληρώνει βαλκανικά, για να μην πω τριτοκοσμικά.

Πρόκειται για ένα ξεκάθαρο, απροκάλυπτο και κυνικό εκβιασμό του ελληνικού κεφαλαίου. Για την πρόταση θεσμοθέτησης ενός κρατικού ρατσισμού, παρόμοιου με αυτού της νότιου Αφρικής των απαρτχάιντ. Φυσικά η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση του Καραμανλή σε πρώτη φάση το αρνήθηκε, για να μπορεί να το παζαρέψει αύριο και ταυτόχρονα να εκβιάζει με την σειρά της τις υποτελείς τάξεις. Παρόμοια πρόταση έκανε το εμποροβιοτεχνικο επιμελητήριο των Ιωαννίνων ήδη από το 1995 σε σχέση με την Αλβανία. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του προβλήματος που μπορεί να δημιουργηθεί πρέπει να πούμε πως στην «δημοκρατία της Μακεδονίας» ο βασικός μισθός κινείται γύρω στα 100 ευρώ και στην Βουλγαρία 77 ευρώ, ενώ στην ελληνική επικράτεια φτάνει στο «τρομερό», για τα βαλκανικά πλαίσια, ποσό των 500 ευρώ. Όποτε εάν αυτό το μέτρο περάσει θα οδηγήσει στην εκτίναξη της φτώχειας στην ελλαδική επικράτεια(θα οδηγήσει στην βαλκανοποιηση των μισθών). Στην βίαιη και ανορθόλογη έκρηξη των κοινωνικών αντιφάσεων. Ένα γεγονός που φοβίζει τα φωτισμένα αστικά πνεύματα που βλέπουν σε αυτή την εξέλιξη την υπονόμευση των συνολικών κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων. Την ίδια στιγμή το κεφαλαίο απαιτεί κατάργηση του κατώτερου μισθού και την συνολική κατάργηση των εργατικών δικαιωμάτων στις ΔΕΚΟ στο όνομα της ισότητας εργαζόμενων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Έχοντας κερδίσει το δικαίωμα να ελέγχει τρομοκρατικά το χρόνο εργασίας(εργοδοτικό δικαίωμα, μείωση υπερωριών)αποπειράται να μειώσει δραστικά την τιμή της εργατικής δύναμης, εκβιάζοντας με κλείσιμο εργοστάσιων για να εξασφαλίσει το δικαίωμα να κάνει μαζικές απολύσεις. Ο ιδιοκτήτης των κλωστηρίων Πρέβεζας, Σ. Αργυρός, πρώην ευρωβουλευτής της ΝΔ αφού εξασφάλισε και πήρε επιδοτήσεις, έκλεισε το εργοστάσιο απαιτώντας μαζικές απολύσεις,(ο ίδιος έκλεισε με πανομοιότυπο τρόπο τα κλωστήρια Φιλιατών στην Θεσπρωτία το 1993). Το ίδιο συμβαίνει και με τα εργοστάσια του Λαναρά στην Νάουσα. Ενώ δεκάδες επιχειρήσεις, εντάσεως εργασίας μετανάστευσαν ήδη στην βαλκανική επικράτεια, αυξάνοντας τον συνολικό αριθμό του εφεδρικού στρατού εργασίας(80.000 νέοι άνεργοι τον τελευταίο καιρό, σύμφωνα με τις επίσημες πηγές ). Μιας απούλητης εργατικής δύναμης που χάνει όλο και πιο πολύ την αξία της και τις ελπίδες της να πουληθεί(ιδιαίτερα στις ηλικίες πάνω των 50). Για αυτό και η πολιτική της πρόωρης συνταξιοδότησης στο χώρο των ΔΕΚΟ όπου 45 και 50 χρόνων έμπειροι εργαζόμενοι, με πλούσια όμως συνδικαλιστική παράδοση απολύονται και αντικαθίστανται με νέους εργαζόμενους και χαμηλή συνδικαλιστική συνείδηση που εργάζονται σε εργολάβους με τα μισά χρήματα που έπαιρναν οι αντίστοιχοι εργαζόμενοι των ΔΕΚΟ. Πρέπει να κατανοήσουμε πως δεν πρόκειται για πρωτόγνωρα πράγματα Σε αυτή την φάση της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, όπου μια «τράμπα»στα χρηματιστήρια εξασφαλίζει στα καπιταλιστικά παράσιτα πολύ περισσότερο κέρδος από ότι θα τους εξασφάλιζε η δημιουργία ενός εργοστάσιου, είναι νόμος τα πολυεθνικά μονοπώλια να μεταφέρουν τις εργατοβόρες επιχειρήσεις στις περιοχές με χαμηλό εργατικό κόστος και μειωμένα ή ανύπαρκτα τα εργατικά δικαιώματα(ιδιαίτερα στην Ασία). Ενώ την ίδια στιγμή η διοίκηση, το μάνατζερ, το μάρκετινγκ και ο σχεδιασμός των προϊόντων παραμένουν στις μητροπόλεις του καπιταλισμού. Η εξαγωγή κεφαλαίου τα τελευταία χρόνια δεν αφορά μόνο την κλωστοϋφαντουργία ή την παραδοσιακή βιομηχανία αλλά και τις εταιρίες της λεγόμενης νέας τεχνολογίας. Η Ινδία π.χ εχει γεμίσει με εταιρίες σοφτγουερ και παροχής υπηρεσιών στις νέες τεχνολογίες(τελευταία διάβασα πως το τηλεφωνικό κέντρο μιας αγγλικής ιδιωτικής εταιρίας τηλεφωνίας και επικοινωνίας βρίσκεται στην Ινδία). Πρόκειται για την ανάδυση ενός οριζόντιου και ευέλικτου παγκοσμιοποιημένου νεο-τεϊλορισμού (η ευέλικτη δικτυακή επιχείρηση και όχι απλώς μια dot.com δεν καταργεί την αλυσίδα παραγωγής, αλλά την προσαρμόζει σε μια παγκόσμια κλίμακα μέσω κόμβων, ομάδων εργασίας…..κτλ). Στοχεύοντας στην αποειδικοποίηση της ζωντανής εργασίας .( μέσω και της παροχής ειδικοτήτων με ημερομηνία λήξης), υπερβαίνοντας την πτώση του ποσοστού κέρδους. Φυσικά στο επίπεδο του συλλογικού εργαζόμενου η εργατική πείρα και δεξιότητα αυξάνεται, κάνοντας ακόμη πιο ρεαλιστικό τον εργατικό έλεγχο και την αυτοδιαχείριση. Αν και ο έλεγχος της παραγωγικής διαδικασίας από τον συλλογικό εργαζόμενο προϋποθέτει την ανάπτυξη της προλεταριακής ανταγωνιστικής συλλογικότητας. Όπως και να’χει όμως, η κεφαλαιοκρατική αναδιάρθρωση αποτελεί απάντηση του κεφαλαίου στο ταξικό ανταγωνισμό. Μια πολιτική που ακολουθεί με συνέπεια και αποφασιστικότητα και το ελληνικό κεφάλαιο στη βαλκανική επικράτεια. Έχοντας τις πλάτες του ελληνικού κράτους που παίζει ένα ιδιαίτερο γεωπολιτικό ρόλο στην περιοχή, ένα ρόλο αυτόνομου μεσάζοντα μεταξύ των κυρίαρχων μητροπολιτικών καπιταλιστικών δυνάμεων. Όπως ο αμερικανικός στρατός είναι ο ένοπλος βραχίονας των αμερικάνικων πολυεθνικών, στις περιοχές που δεν έχει εξασφαλιστεί η κυριαρχία τους, το ίδιο συμβαίνει και με τον ελληνικό επαγγελματικό στρατό, μέσω του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια και αλλού. Ας δούμε π.χ τι σημαίνει για το ελληνικό κεφαλαίο να είναι η Ελλάδα σε αυτή την συγκυρία η πλέον αμερικανόφιλη δύναμη στην περιοχή και πως αυτό συνδυάζεται, αν συνδυάζεται με την μετανάστευση των επιχειρήσεων και με την πίεση για την «δημιουργία ζωνών ελεύθερων συναλλαγών». Έτσι εκτός των κρατικοδίαιτων ελλήνων καπιταλισμών στην κλωστοϋφαντουργία που μεταναστεύουν στα Βαλκάνια -συνεργαζόμενοι συχνά με σχέση φασόν με τις πολυεθνικές, οι εταιρίες επικοινωνίας και ενέργειας (π.χ ΟΤΕ , ΔΕΗ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ)αγοράζουν ή συνεργάζονται με αντίστοιχες επιχειρήσεις στο χώρο των βαλκανίων . Κάνοντας την βαλκανική εργατική ενότητα μια αναγκαιότητα της εποχής.
Η εργατική τάξη μπορεί και πρέπει να δώσει την απάντηση της
Το 20% του ελληνικού λαού σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία βρίσκεται κάτω από όριο φτώχειας, ενώ αναμένεται η μεγάλη πλειοψηφία του εργαζόμενου λαού να περάσει πολύ δύσκολο χειμώνα λόγω της κούρσας των πετρελαίων και της κερδοσκοπίας των μεσαζόντων στα είδη πρώτης ανάγκης. Παρόλα αυτά η αντίδραση των εργαζόμενων δεν είναι αυτή που έπρεπε. Αντίθετα θα λέγαμε πως οι «πάνω» έχουν εξασφαλίσει ως αυτή την στιγμή, σε ένα μεγάλο βαθμό την κοινωνική ειρήνη και την συναίνεση των «κάτω» στα προγράμματα λιτότητας, της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και της κατάργησης όσων με αίμα και αγώνες είχαν κατακτήσει οι προηγούμενες γενιές των εργαζόμενων. Την ίδια στιγμή η ελληνική αριστερά πολλαπλά διασπασμένη και ιδεολογικά ηττημένη δεν συγκινεί. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι δεν έχει νόημα σαν αριστερά να γράφουμε και να λέμε πόσο άσχημα τα περνάει η εργατική τάξη, ούτε πόσο κακός είναι καπιταλισμός. Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι εργαζόμενοι, άσε που από πολλές πλευρές αυτό δεν στέκει. Η αγορά ακόμη μπορεί να δημιουργεί μηχανισμούς όπου οι ανάγκες που υπάρχουν ή δημιουργούνται από την διαφήμιση, να ικανοποιούνται σε ένα μεγάλο βαθμό . Ούτε από την άλλη σαν αριστερά μπορούμε να περιμένουμε να πεινάσει ο κόσμος για να δικαιωθούμε, διότι τότε πιο εύκολα θα δικαιωθεί στα μάτια του λαού και της εργατιάς κανένας σωτήρας (συνήθως εκ των δεξιών του πολιτικού φάσματος). Ούτε πάλι μπορούμε να δράμε σαν σωτήρες. Π.χ δεν γνωρίζω πόσο νόημα έχει να πάνε τα κομματικά επιτελεία έξω από σούπερ μάρκετ για να μην εφαρμοστεί το απελευθερωμένο ωράριο, την στιγμή που οι εμποροϋπάλληλοι αδυνατούν να αντιδράσουν ή δεν κατανοούν την σημασία αυτής της διαμαρτυρίας. Αλήθεια τι μήνυμα στέλνουμε σε αυτούς τους φοβισμένους και απογοητευμένους εργαζόμενους. Στην χειρότερη των περιπτώσεων σπέρνουμε την απογοήτευση, γιατί αδυνατούμε να λύσουμε τα προβλήματα τους , ενώ στην καλύτερη των περιπτώσεων σπέρνουμε την αυταπάτη ο,τι εμείς οι μεγάλοι σωτήρες της εργατικής τάξης τους λύσαμε τα προβλήματα. Ενώ η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας της τάξης. Παράλληλα όμως έρευνες έχουν αποδείξει πως υπάρχει μια βαθιά κρίση αντιπροσώπευσης των λαϊκών τάξεων. Η υποταγή και η ενσωμάτωση των λαϊκών τάξεων μέσα στο κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας δεν στηρίζεται σε μια αντιπροσώπευση των συμφερόντων τους, αλλά στην αδυναμία αυτών των λαϊκών τάξεων να εκφράζουν με τρόπο αυτόνομο αυτά τα συμφέροντα. Κάτι που δεν συνέβαινε με την μεταπολεμική σοσιαλδημοκρατία. Η ενσωμάτωση των υποτελών τάξεων κινείται πολλές φορές σε ένα τεντωμένο σχοινί, όπως δείχνει πιο ολοκληρωμένα οι εκλογές στην Γερμανία και το συντριπτικό όχι στην Γαλλία. Στην χώρα μας παρόλη την υποχώρηση του αγωνιστικού πνεύματος των καταπιεσμένων, η κρίση αντιπροσώπευσης μπορεί να αποκτήσει ακραία συγκρουσιακά χαρακτηριστικά, όμοια με αυτά που συναντάμε στην νότιο Αμερική(ιδιαίτερα εάν ο φετινός χειμώνας πάει τόσο άσχημα όσο λένε). Αρκεί βέβαια η αριστερά να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Μπορεί η αριστερά να μην είναι και να μην πρέπει να γίνει ο σωτήρας του λαού των καταπιεσμένων, αλλά σίγουρα πρέπει να είναι αυτή η πολιτική δύναμη που ενισχύει τις υπαρκτές και αντιφατικές αντιδράσεις των λαϊκών μαζών. Το μέτωπο των κοινωνικών δυνάμεων που ηγείται -υπακούοντας τις προλεταριακές μάζες στη βάση των καθολικών συμφερόντων τους. Δυναμώνοντας και ενισχύοντας την τάση χειραφέτησης της εργατικής τάξης. Η πολιτική οντότητα που μιλάει σε μια συνολική οραματική κατεύθυνση. Όχι απλώς μια δύναμη αντίστασης αλλά ρήξης- ανατροπής-κοινωνικής χειραφέτησης.
Μια αριστερά διεθνιστική, αντικαπιταλιστική, δημοκρατική και ελευθεριακή , που δεν φοβάται να αναμετρηθεί με το παρελθόν, ούτε να σχεδιάζει μαζί με τον εξεγερμένο σώμα της ζωντανής εργασίας, το μέλλον. Που δεν τρομάζει από την μοναξιά της πρωτοπόρας αντίληψης, ούτε από την επιθετικότητα των κυρίαρχων τάξεων και των ελίτ. Αλλά από την άλλη, ούτε φοβάται «να πέσει μέσα στις λάσπες» βαδίζοντας μαζί, όπου και όταν χρειάζεται, μαζί με τους ρεφορμιστές. Εξάλλου κριτής μας είναι η ανάδειξη και η ικανοποίηση των στρατηγικών συμφερόντων των λαϊκών- εργατικών τάξεων και όχι η ύπαρξη των πολιτικών «μαγαζιών» μας. Τώρα εάν με ρωτήσετε εάν υπάρχει και που αυτή η αριστερά , θα σας πω όχι!!!! Υπάρχουν πλευρές αυτής της αριστεράς σε κάθε υπαρκτή αριστερή δύναμη. Υπάρχει σαν μια αναγκαιότητα που όσο γληγορότερα εκφραστεί , τόσο καλύτερα για όλους μας .
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΣ

ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟ

Saturday, April 23 2005

Η αντίφαση λίγο πολύ γνωστή και καθορίζει τα δεδομένα: ενώ βρισκόμαστε εν μέσω μιας απερίγραπτης σε ένταση και εύρος επίθεσης στα εργασιακά-κοινωνικά-δημοκρατικά δικαιώματα, κάθε είδους αποτελεσματική αντίσταση φαντάζει ουτοπία.

Τη στιγμή που το Ευρωσύνταγμα καταργεί κοινωνικές και δημοκρατικές κατακτήσεις αιώνων και η αντιτρομοκρατική εκστρατεία καταφέρνει να πατήσει πόδι στις περιοχές των πετρελαίων, ενσωματώνοντας το κίνημα κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, η αριστερά αδυνατεί να συγκινήσει τον κόσμο της ζωντανής εργασίας και των καταπιεσμένων.
Όλα τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα οι ιδιωτικοί δρόμοι και ο ωχαδερφισμός να έχουν κυριαρχήσει και η υποταγή στην αγορά και στις πελατειακές σχέσεις να εμφανίζεται σαν η μόνη «ρεαλιστική» διέξοδος. Ενώ όποιος αντιστέκεται χαρακτηρίζεται γραφικός, παράκαιρος και σε κάποιες περιπτώσεις τρομοκράτης.
Πώς αλήθεια μπορεί μια σύγχρονη αντικαπιταλιστική αριστερά να απαντήσει σε αυτή την αντίφαση; Πώς μπορεί να συνδυάσει το εθνικό και διεθνικό δίχως να γίνεται ουρά του εθνικισμού ή του αστικού κοσμοπολίτικου; Πώς μπορεί να υπερβεί τους μοναχικούς δρόμους δίχως να γίνεται δορυφόρος της υποταγμένης αριστεράς; Πώς μπορεί να απαντήσει αποτελεσματικά στο μερικό από την πλευρά του καθολικού;
Πιστεύω ότι το σημαντικότερο στη σημερινή συγκυρία για τη ριζοσπαστική αριστερά είναι να συζητήσει μεγαλόψυχα, δίχως αποκλεισμούς και ανόητους μικροηγεμονισμους για το πώς θα «πάμε αλλιώς». Για το πώς θα ξαναγίνουμε επικίνδυνοι για το σύστημα, για το πώς θα οικοδομηθεί ένα μέτωπο-πόλος αντίστασης-ρήξης-ανατροπής. Ένας ουσιαστικός και εκ βαθέων διάλογος δίχως ταμπού και στεγανά για όλα τα ζητήματα.
Σε αυτή την κατεύθυνση το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει είναι η δημιουργία ενός ευέλικτου πολιτικού και κοινωνικού δίκτυο οργανώσεων, ομάδων , κινήσεων πόλης , εργατικών συσπειρώσεων. Ενός οριζόντιου δικτύου που η άμεση δημοκρατία και η συντροφικότητα πρέπει να οικοδομηθούν πολύμορφα. Αυτό το δίκτυο θα έχει ως άμεση προτεραιότητα να οργανώσει τους άξονες του ανοικτού δημοκρατικού διάλογου, ενώ ταυτόχρονα θα έχει σαν στόχο να συντονίζει την κοινή δράση, όπου αυτή μπορεί να υπάρξει (από τους κοινωνικούς αγώνες έως τις εκλογικές μάχες).
Η κοινή δράση θα πρέπει να βασιστεί σε ένα κοινό αναγκαίο πρόγραμμα με άξονες: 1) Την αμφισβήτηση των κριτηρίων και των επιλογών του κεφαλαίου, των κυβερνήσεων και των διεθνών ολοκληρώσεων.
2) Την αντιπολεμική και αντιιμπεριαλιστική δράση.
3) Μια σύγχρονη «χάρτα» των κοινωνικών δικαιωμάτων με βάση τις δυνατότητες της εποχής με στόχο την ενοποίηση της κατακερματισμένης προλεταριακής πληθυντικότητας.
4) Τη διεκδίκηση αναγκών που υπερβαίνουν το φετιχισμό του χρήματος και εμπορεύματος.
5) Τη δημιουργία ενός μαζικού ενωτικού κινήματος υπεράσπισης και διεύρυνσης των δημοκρατικών δικαιωμάτων – ενός κινήματος ενάντια στην κρατική καταστολή (τρομονόμοι-ευρωτρομονόμοι-ειδικές συνθήκες κράτησης στους πολιτικούς κρατούμενους κτλ)
6) Να πειραματιστεί τρόπους με τους οποίους οι επαναστατικές – ανατρεπτικές ιδέες να βρούνε μαζικά ακροατήρια
7) Τη διεκδίκηση χώρων δημόσιας δράσης και αυτοέκφρασης και πόλεων που η ζωή των πολιτών θα είναι βιώσιμη.
Η κοινή δράση των αντικαπιταλιστικών-αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων με βάση αυτό το κοινωνικά αναγκαίο πρόγραμμα θα πρέπει να έχει στόχο οι πολλοί να μάθουν να διεκδικούν και να παλεύουν για τα συλλογικά δικαιώματα που απορρέουν από την πραγματικότητα, δίχως να μεταβιβάζουν αυτή τη δυνατότητα σε σωτήρες και ηγέτες.
Οι κοινωνικοί αγώνες αργά ή γρήγορα θα επιστρέψουν, το ζήτημα σε κάθε περίπτωση δεν είναι μόνο να αναδειχτεί το νέο αντίπαλο δέος στο σύστημα του θανάτου, αλλά αυτό να γίνει έγκαιρα και με το λιγότερο ανθρώπινο και φυσικό κόστος.

Δημήτρης Αργυρός

ερευνώντας τις δυνατότητες και τις ενέργειες που γεννάει η εποχή μας