ΙΩΑΝΝΙΝΑ- Η «ΜΑΥΡΗ ΤΡΥΠΑ» ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ


Στην πόλη των Ιωαννίνων, η κατάσταση στις εργασιακές
σχέσεις, κύρια στο χώρο του εμπορίου είναι απλά άθλια :
Εργαζόμενοι με μειωμένα δικαιώματα, το 8ωρο
καταστρατηγείται προς τα πάνω και οι μισθοί προς τα κάτω

Εργαζόμενοι που τυπικά υποαπασχολούνται, αλλά ουσιαστικά
υπεραπασχολουνται, δουλεύοντας 6 έως 8ωρες και
πληρώνονται για 4 ώρες, δίχως σταθερό ωράριο, άδειες ή
ρεπό.
Ακόμη και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα που οι συνθήκες
ήταν ως ένα βαθμό καλές η ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών
χειροτερεύει μέρα με την μέρα τις συνθήκες, ιδιαίτερα
για τους εποχιακούς και έκτακτους, ιδιωτικά συνεργεία.
Π,χ οι άθλιες συνθήκες εργασίας των συνεργείων
καθαρισμού των νοσοκομείων που οι εργοδότες έφτασαν στο
σημείο να μην πάρουν για δουλεία όσες εργαζόμενες είχαν
φτιάξει σωματείο.
Το πρόγραμμα κατά της ανεργίας που εφαρμόστηκαν τα
τελευταία χρόνια αντι να καλυτερέψουν τα πράγματα, τα
χειροτέρεψαν. Το γεγονός ότι είχαμε να κάνουμε με
εργαζόμενους που παραμείναν άνεργοι για μακρό διάστημα,
τους καθιστούσε αδύναμους στο να αντισταθούμε στις
εργοδοτικές πιέσεις(βοά η πόλη για τις περιπτώσεις
εργαζόμενων των προγραμμάτων που αλλά υπογράφουν ότι
πληρώνονται και αλλά παίρνουν),οδηγώντας όμως σε
περαιτέρω υποχωρήσεις το σύνολο των εργαζόμενων. Τώρα
που τελειώνουν τα προγράμματα ετοιμάζονται μαζικές
απολύσεις, αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι συγκεκριμένοι
εργαζόμενοι στην πλειονότητα τους θα πάψουν να
εργάζονται, απλά και ιδιαίτερα στο χώρο του εμπορίου θα
εργάζονται σε καθεστώς «μαύρης εργασίας» περιμένοντας το
επόμενο πρόγραμμα. Όπως π.χ τα προγράμματα stage που από
τις αρχές του χρόνου μπαίνουν σε εφαρμογή.
Τα προγράμματα επιδοτούμενης εργασίας από την λογική
τους έχουν σκοπό να προσφέρουν ζεστό χρήμα στις
επιχειρήσεις , ενισχύοντας την κερδοφορία τους , αντι να
γίνονται γενναίες επιδοτήσεις των άνεργων, κάτι που αν
συνέβαινε θα μεγάλωνε τις πιέσεις πάνω στο κεφαλαίο να
αυξήσουν τους μισθούς .
Την ίδια στιγμή οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του κράτους στο
θέμα των εργασιακών σχέσεων είναι ουσιαστικά ανύπαρκτοι.
Φυσικά εάν γίνει επώνυμη καταγγελία η επιθεώρηση
εργασίας θα επέμβει, αλλά ας μην γελιόμαστε, ποιος
εργαζόμενος θα καταγγείλει το αφεντικό του, όταν
κινδυνεύει να χάσει την εργασία του, μπαίνοντας σε μια
άτυπη «μαύρη λίστα» των αφεντικών, τα Ιωάννινα
ανεξάρτητα από την ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων
παραμένουν ένα «μεγάλο χωριό» που μια τέτοια καταγγελία
γλήγορα γίνεται γνωστή.
Όταν η επιθεώρηση εργασίας γράφει παραβιάσεις, συνήθως
οι επιπτώσεις είναι ανύπαρκτες έως αστείες για τους
εργοδότες. Συχνά φτάνουν στα αφτιά των συνδικαλιστών
καταγγελίες ότι παραβιάσεις σβήνονται με άνωθεν εντολές,
ή και με «συνεννοήσεις» μεταξύ υπάλληλων και εμπόρων.
«προϊστάμενε έλα από το μαγαζί να πάρεις το δώρο σου,
Χριστούγεννα έρχονται..».
Αυτό με την σειρά του δεν είναι καθόλου τυχαίο: Το
κράτος σαν εκφραστής των ανώτερων οικονομικών στρωμάτων
επιβάλει ένα πρωτοφανή οικονομικό και πολιτικο
καταναγκασμό στην μισθωτή εργασία , κάτω και από την
αδυναμία των υποτελών τάξεων να ορθώσουν το ανάστημα
τους. Στόχος η παραγωγή και η αναπαραγωγή του συστήματος
και της κερδοφορίας των αφεντικών.
Στην πόλη των Ιωαννίνων μια συστηματική εφαρμογή της
εργατικής νομοθεσίας θα προκαλούσε την συρρίκνωση των
μικρομεσαίων στρωμάτων, ραχοκοκαλιάς του οικονομικού
ιστού της πόλης. Είναι κοινό μυστικό ότι στην «μαύρη
εργασία » και οι άθλιες συνθήκες εργασίας βασίστηκε το
οικονομικό ελληνικό θαύμα της δεκαετίας του 1990(στα
Ιωάννινα αυτό έγινε ιδιαίτερα αισθητό),δίνοντας παράταση
ζωής στα μικροαστικά στρώματα.
Μια παράταση που φαίνεται να παίρνει τέλος, τουλάχιστον
για ένα σημαντικό κομμάτι αυτών των στρωμάτων. Στα
Ιωάννινα το τελευταίο διάστημα το σωματείο
εμποροϋπάλληλων και λοιπών ιδιωτικών υπάλληλων έχει
γίνει δέκτης παράπονων και διαμαρτυριών εργαζόμενων που
έχουν να πληρωθούν μήνες , που ακόμη και τώρα, δεν έχουν
πάρει την πενιχρή αύξηση της κλαδικής σύμβασης εργασίας
για το 2004 ή τα καθυστερούμενα της χρονιάς . Γεγονός
που αποδεικνύει ότι μια σειρά μικρομεσαία κεφάλαια έχουν
φτάσει στα όρια τους. Αυτή η κατάσταση είναι απόλυτα
λογική, όσο διεθνοποιείτε η καπιταλιστική παραγωγή τόσο
τα μεσοστρώματα θα μειώνονται, και οι αυτοαπασχολούμενοι
θα προλεταριοποιούνται, έστω και αν συνεχίζουνε να
κρατάνε τα μικρομάγαζα τους.
Αυτό που απουσιάζει επιτακτικά είναι η εργατική
παρέμβαση. Τα συνδικάτα ενώ έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο
όταν «παζάρευαν» την τιμή της εργατικής δύναμης, μέσα σε
ένα περιβάλλον συναίνεσης μιας προηγουμένης περιόδου,
στην σημερινή πραγματικότητα του νεοφιλελεύθερου
-αντεργατικού ολοκληρωτισμού έχουν χάσει τον
προσανατολισμό τους.
Θα ήταν εύκολο να διατυπώσω την άποψη ότι τα αιτία αυτής
της αδυναμίας του συνδικάτων βρίσκονται στις
ξεπουλημένες ηγεσίες τους, όχι γιατί αυτό δεν συμβαίνει
αλλά γιατί αυτό πατάει σε συγκεκριμένη υλική βάση. Το
ζήτημα είναι πολύπλοκο και χρειάζεται χρόνος και χώρος
να το αναπτύξουμε.
Για να εκφράσω την πολυπλοκότητα της κατάστασης θα πάρω
σαν παράδειγμα το σωματείο εμποροϋπάλληλων και λοιπών
ιδιωτικών υπάλληλων που η ηγεσία του ανήκει στο «ταξικό»
ΠΑΜΕ και δεν έχει καταφέρει έως τα τώρα να προβάλει μια
σοβαρή γραμμή άμυνας. Όχι μόνο εξαιτίας της μικροαστικής
ηγεμονίας σε αυτό το χώρο. Μια ηγεμονία που χαρίζει τα
εργατικά δικαιώματα στην «ουτοπική» σωτηρία των
μικρομεσαίων, στα πλαίσια του μετώπου που ονειρεύεται
ότι οικοδομεί. Αλλά και γιατί στο εργασιακό χώρο της
αγοράς των Ιωαννίνων κυριαρχούν οι νέοι εργαζόμενοι.
Νέοι-ες εργαζόμενοι-ες που δέχονται να δουλέψουν με
τέτοιες άθλιες συνθήκες, έχοντας την βοήθεια του
«οικογενειακού κράτους πρόνοιας» που από την μια τους
ενισχύει οικονομικά και από την άλλη ο συντηρητισμός του
«οικογενειακού θερμοκηπίου», τους εξωθεί να δέχονται τα
πράγματα ως είναι. Επίσης οι νεαροί-ες προλετάριοι-ες
συχνά βλέπουν την εργασία τους στα σούπερ μαρκετ και στα
καταστήματα σαν μια εργασία περιστασιακή που θα έχει
ημερομηνία λήξης, άλλο που μπορεί να κρατάει τελικά
αρκετά χρόνια. Όποτε θεωρούν ανούσια της εμπλοκή τους
στο σωματείο. Αυτή την κατάσταση την ενισχύει η εργασία
των φοιτητών-ιων. Ένα γεγονός βέβαια που κάτω από άλλες
περιστάσεις ίσως και να λειτουργούνε θετικά.
Την παρέμβαση των εργατικών σωματείων δυσκολεύει το
γεγονός ότι αυτή η συγκεκριμένη γενιά νέων εργαζόμενων
έχει αποκοπεί από κάθε συνδικαλιστή και εργατική
παράδοση,(με ακέραια την ευθύνη των παλαιών ηγεσιών του
εργατικού κινήματος), έτσι κάθε σωματείο που θα πρέπει
να κάνει μια δουλεία σε αυτό το παρθένο συνδικαλιστικά
έδαφος θα πρέπει να αρχίσει με την αλφαβήτα του
εργατικού κινήματος. Μέσα όμως σε ένα κλίμα όμως μια
συνολικής επίθεσης του κεφαλαίου που τα σωματεία ακόμη
και τα πλέον «ταξικά» αδυνατούν ή δεν επιθυμούν όπως
είπαμε να παρέμβουν ουσιαστικά προς όφελος των μελών
τους. Και αυτή η υποχώρηση της «τοξικότητας» δυστυχώς
δεν αφορά μόνο το τομέα των υπηρεσιών αλλά και τους
εργαζόμενους στον χώρο της μεταποίησης.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων υπάρχουν κάποια
πρωτοβάθμια συνδικάτα (σωματείο μέταλλου -Ιωαννίνων) και
εργατικές συσπειρώσεις που χάρη στην πολιτική δράση
συγκεκριμένων αγωνιστών, μαχητικά, παλεύουν για να
κρατήσουν κάποια δικαιώματα, κατάσταση που αντικειμενικά
έχει ημερομηνία λήξης. Ένας πόλεμος δεν κερδίσετε μόνο
από τους αξιωματικούς αλλά από τους στρατιώτες και τις
εφεδρείες. Εκεί βρίσκονται και το αίτια της πρόσφατης
απώλειας της έδρας της ταξικής ενότητας(παράταξη της
ριζοσπαστικής αριστεράς), στο Δ.Σ του Εργατικού κέντρου
Ιωαννίνων.
Η διέξοδος από το τέλμα βρίσκεται στο να στοχαστούμε την
ρίζα των προβλημάτων, την συνολική απάντηση που θα μας
πάει πέρα από το σύστημα του κεφαλαίου. Έτσι π.χ στο
επίπεδο των εργασιακών σχέσεων, μια ριζοσπαστική σκέψη
που μπορεί να αναζωογονήσει τον ανταγωνισμό της εργασίας
με το κεφαλαίο είναι να δούμε την εργασία σαν κάτι που
εκτείνεται σε όλο το επίπεδο του βίου, εξάλλου
προλετάριος σήμερα είναι αυτός που χάνει κάθε δυνατότητα
έλεγχου της ζωής του.
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να διεκδικήσουμε την αυτονόμηση
του μισθού από την εργασία. Πρακτικά αυτό σημαίνει την
διεκδίκηση ενός «κοινωνικού μισθού» σε τέτοιο βαθμό που
να εξασφαλίζει στο κάθε πολίτη ένα αξιοσέβαστο επίπεδο
ζωής και όχι ένα χαρτζιλίκι πείνας όπως το φαντάζονται
και το προωθούνε οι καθεστωτικές δυνάμεις στην δυτική
Ευρώπη. Από κει και ύστερα η διεκδίκηση μας πρέπει να
συμπεριλάβει την γενναία αύξηση των μισθών σε συνάρτηση
με την γενναία μείωση του χρόνου εργασίας. Αλλά αυτό θα
μείνει γράμμα σε ένα χαρτί στα επαναστατικά μας κείμενα
ή θα καταντήσει προεκλογική εξαγγελία της ρεφορμιστικής
αριστεράς εάν δεν οικοδομηθεί ένα νέο εργατικό κίνημα
μάχιμο, ανατρεπτικό, αμεσοδημοκρατικό που θα γειώνει,
από τα σήμερα, την προοπτική να γίνει η εργατική τάξη ,
«τάξη για τον εαυτό της». Αυτό με την σειρά του στην
παρούσα στιγμή χρειάζεται μια γραμμή ενότητας των
κοινωνικών και πολιτικών αντικαπιταλιστικών δυνάμεων .
Είμαστε άραγε έτοιμοι για αυτό το άλμα ;

28/12/2004

Δημήτριος Αργυρός
– Μέλος του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου
εμποροϋπαλλήλων και λοιπών ιδιωτικών υπαλλήλων ν.
Ιωαννίνων.

Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΡΕΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ


ΤΟ ΜΕΡΙΚΟ ΚΑΙΓΕΤΑΙ ΜΑΧΟΜΕΝΟ
Μέσα σε ένα διάχυτο κλίμα τρομολαγνείας και
τρομοθεάματος, όπου κάθε αντισυστημική κριτική
δαιμονοποίειτε ασύστολα και η ριζοσπαστική αριστερά
καλείτε να κάνει δήλωση μετανοίας, σε μια περίοδο άγριας
ευρώ ακρίβειας ,όπου το σύνολο των εργαζόμενων εργάζεται
όλο και ποιο πολύ, ενώ πληρώνεται όλο και ποιο λίγο,
καλούμαστε να εκλέξουμε τους δημοτικούς και νομαρχιακούς
άρχοντες.

Καλούμαστε να επιλέξουμε τους αναβαθμισμένους τοπάρχες
της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής αυτοκρατορίας, που
θα διαχειρισθούν τα «τοπικά» ζητήματα και τον ευρωπαϊκό
πακτωλό για τα επόμενα 4 χρόνια στο όνομα της τοπικής
αυτοδιοίκησης, στην πραγματικότητα μόνο αυτοδιοίκηση δεν
είναι .
Στην όχι και τόσο μικρή και φτωχή μας περιοχή, η
πλειοψηφία των υποψήφιων δημάρχων και νομαρχών, είναι
αντικειμενικά υπεύθυνοι για την σημερινή κατάσταση της
,μια πραγματικότητα που κάθε άλλο μας χαροποιεί και
τούτο όχι γιατί έχουν καλές ή κακές προθέσεις, αλλά
διότι μέσα στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς ,οι
ίδιοι σαν τοπικοί κυβερνήτες μικρών κρατιδίων δεν
μπορούν να είναι τίποτα άλλο από εκπρόσωποι οικονομικών
και κοινωνικών συμφερόντων, αντιπρόσωποι μιας
αρχιτεκτονικής του κέρδους και του διαχωρισμού ,απέναντι
στην καθολικότητα των αναγκών της ΠΟΛΙΣ!
Ταυτόχρονα τα τοπικά εμπορικά εργολαβικά συμφέροντα που
επιθυμούν την άναρχη επέκταση της πόλης με σκοπό την
δημιουργία νέων εμπορικών-οικοδομικών- ψυχαγωγικών
κερδοσκοπικών κέντρων, συνδιαλέγονται αλλά και
συγκρούονται όχι μόνο με τα λαϊκά συμφέροντα που
επιθυμούν μια ανθρώπινη πόλη, αλλά με τις συνολικότερες
ανάγκες αναπαραγωγής του κεφαλαίου, οξύνοντας στο έπακρο
τον κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό ανταγωνισμό.
Την ίδια στιγμή η πλειοψηφία των δυνάμεων της αριστεράς,
στο όνομα της τοπικής ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού,
εγκλωβίζουν αριστερούς ψηφοφόρους σε διαχειριστικά
πολιτικά σχήματα, ακυρώνοντας εν τη πράξη, κάθε
ανατρεπτικό αριστερό λόγο.

ΤΟ ΝΕΟ ΑΔΥΝΑΤΕΙ ΝΑ ΕΜΦΑΝΙΣΘΕΙ ,ΤΗ ΙΔΙΑ ΣΤΙΓΜΗ
ΠΟΥ ΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΝΑ
ΑΠΟΧΩΡΗΣΕΙ

Βρισκόμαστε στο κυκεώνα μιας παγκόσμιας κρίσης, κρίση
που απορρέει από την αντίθεση της διεθνοποίησης των
παραγωγικών δυνάμεων και της καθολικοποίησης των αναγκών
και επιθυμιών της ζωντανής εργασίας, με τις
καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και τον εθνικό τους
χαρακτήρα.
Την ίδια στιγμή που η ζωντανή εργασία εξορίζεται στο
περιθώριο της παραγωγικής διαδικασία, η δουλειά αλλά και
η δουλεία αποκτούν όλο και ποίο συνολικά χαρακτηριστικά
αποικίζοντας όλο το κοινωνικό και φυσικό είναι!!
Έτσι διπλά στις σύγχρονες προωθημένες τεχνολογικά
παραγωγικές μονάδες, υπάρχει ένα δίκτυο εξαρτημένων
μονάδων με τις πλέον άθλιες εργασιακές σχέσεις που
προσιδιάζουν σε εργασιακή σκλαβιά ιδιαίτερα στην
περιφέρεια του κόσμου στα οικονομικά «θαύματα» της
δεκαετίας του 1990, παιδική εργασιακή δουλεία, απλήρωτη
εργασία των φυλακισμένων στο κέντρο της καπιταλιστικής
μητρόπολης, απουσία κάθε εργατικού και κοινωνικού
δικαιώματος. Απόρροια όλων των παραπάνω είναι να
βαθαίνει αυτών που κατέχουν «πλούτο» και εξουσία και
αυτών που όντως δε έχουν να χάσουν τίποτα
Παγκόσμιες αντιθέσεις που αλλάζουν άρδην το χαρακτήρα
του έθνους – κράτους ,των τοπικών δήμων- κρατιδίων ,τον
χαρακτήρα και την έννοια της δημοκρατίας, δημιουργώντας
ένα αποπνικτικό κλίμα ελέγχου πιέσεων έως και εκφοβισμού
των εργαζόμενων, της νεολαίας, των γυναικών και των
μεταναστών με σκοπό την υποταγή τους.

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ Η ΕΞΟΔΟΣ

Εν τελεί όμως, όπως και σε κάθε ολοκληρωτισμό, έτσι και
σε αυτόν της καθολικής υπαγωγής της ζωντανής εργασίας
στο κεφαλαίο, του συνολικού αποικισμού πάνω στο σώμα του
κόσμου ,ο έλεγχος και η πειθάρχηση εν τελεί αδυνατίζουν
το σύστημα , διότι στηρίζονται μόνο στη κυριαρχία της
εξουσίας ,με αποτέλεσμα τα διάκενα, να είναι συνεχή.
Έτσι ενώ το σύστημα δείχνει άτρωτο σε μια σειρά χώρες
και περιοχές στην ύπαιθρο και στις μητροπόλεις του
κόσμου, οι αλυσίδες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης
παρουσιάζουν πρωτόγνωρες επικίνδυνες ρωγμές.
Στην Αργεντινή συναντάμε μια ιδιάζουσα μορφή οικονομικής
παραγωγικής πολιτικής διπλής εξουσίας με καταλήψεις
εργοστάσιων και συνοικιακές επιτροπές που διαχειρίζονται
την ζωή στις γείτονες των φτωχών και άνεργων λύνοντας ως
ένα βαθμό τα βιοποριστικά προβλήματα των μαζών .
Στις πρόσφατες εκλογές στην Γαλλία οι δυνάμεις τις
επαναστατικής αριστεράς στον πρώτο γύρο ξεπέρασαν το 10%
,αναδεικνύοντας μια τεραστία κρίση πολιτικής
αντιπροσώπευσης και νομιμοποίησης στο κέντρο των
μητροπόλεων.
Οι κολασμένοι της Παλαιστίνης συνεχίζουν την
αιματοβαμμένη έξοδο, μέσα στην παγκόσμια έρημο, για την
εθνική και κοινωνική τους απελευθέρωση, μια έξοδος δίχως
επιστροφή ,διότι τα στρατεύματα του νέου Φαραώ θέλουν να
τους εξοντώσουν οριστικά σαν πολιτικές και εθνικές
οντότητες.
Σε κάθε σύνοδο των κυρίαρχων καπιταλιστικών
αυτοκρατορικών μηχανισμών αναπτύσσεται έντονη αντίδραση
από τις συλογικότητες του κινήματος της
αντιπαγκοσμιοποίησης – αυτού που ονομάσθηκε λαός του
Σιάτλ, όπως έγινε στο Γκέντεμπορκ ,στην Γένοβα στην
Βαρκελώνη και αύριο θα γίνει στην Θεσσαλονίκη.
Στην σημερινή Ελλάδα που η κυρίαρχη πολιτικά ελίτ
μετουσιώνει τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας με στόχο
την περιθωριοποίηση κάθε ανατρεπτικού ουτοπικού
πλεονάσματος , η μάχη των δημοτικών και νομαρχιακών
εκλογών για τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που
αντιστέκονται στην νέα τάξη πραγμάτων αναζητώντας, μια
έξοδο από την βαρβαρότητα του κεφαλαίου, είναι επίσης
ένας δρόμος δίχως επιστροφή.
Για τα πλήθος της ζωντανής εργασίας ,για τους
ανυπότακτους πολίτες ,που θέλουν να αντισταθούν και να
κτίσουν ένα άλλο κόσμο δίχως φτώχεια και εκμετάλλευση ,η
μάχη των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών είναι μια
στιγμή μιας μακράς και δύσκολης πορείας απελευθέρωσης
από τα θανάσιμα δεσμά ενός συστήματος που σαπίζει κάτω
από τις αντιφάσεις του,
Δεν πρέπει να φοβόμαστε την εξουσία, την ισχύ της
αριστοκρατίας του κέρδους ,ούτε τον κυνισμό ιδιαίτερα
των πρώην αριστερών, εάν μας διέπει η διαλεκτική της
χαράς, της φιλίας και της ελευθέριας, ήδη ένας άλλος
κόσμος είναι υπαρκτός!!!!

Στόχος από τα σήμερα να συγκροτήσουμε και να
συντηρήσουμε την ισο-ελεύθερη κοινότητα των μαχόμενων
σωμάτων ,την εξουσία της απόλυτης δημοκρατίας μας ,όχι
να γίνουμε κυβέρνηση, αλλά να μοιράσουμε την οικονομική
και πολιτική εξουσία στα πλήθη των παραγωγών του
κοινωνικού πλούτου, τοπικά ,εθνικά και παγκόσμια!!!

ΙΟΥΝΙΟΣ 2002

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΡΓΥΡΟΣ

ΚΥΠΡΟΣ ΕΝΙΑΙΑ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ

Η μαζική υπερψήφιση του «ΟΧΙ» από τους ελληνοκύπριους
αποτελεί ψήφο ανυπάκουης και αντίστασης στον
ιμπεριαλισμό και στην νέα τάξη πραγμάτων.

Πρόκειται για την μαζική καταψήφιση ενός
«πρωτοποριακού»μοντέλου ολοκληρωτικής κυριαρχίας και
κατοχής του ΟΗΕ-ΝΑΤΟ-ΕΕ-Ελληνικών και Τουρκικών δυνάμεων
πάνω στο σώμα της Κύπρου. Ενός σχεδίου«Γκουαντάναμο»για
τον Κυπριακό Λαό(ελληνοκύπριους –τουρκοκύπριους και
έποικους), με κουτσουρεμένα δημοκρατικά δικαιώματα(το
εκλογικό δικαίωμα θα ήταν εδαφικά περιορισμένο και
ελεγχόμενο από παρατηρητές, η ελεύθερη διακίνηση, η
ελεύθερη εγκατάσταση και επικοινωνία θα ήταν αυστηρά
ελεγχόμενη, την λειτουργικότητα του κρατικού μορφώματος
θα την εξασφάλιζε συμβόλαιο ξένων δικαστών),με αλλά
λόγια θα είχαμε ένα λαό με δύο εθνότητες φυλακισμένες η
κάθε μια στο δικό της«απαρτχάιντ».Ένα μεταμοντέρνο
προτεκτοράτο που σε καμία περίπτωση δεν θα έφερνε τους
λαούς της Κύπρου ποιο κοντά, απεναντίας ο ανταγωνισμός
της ελληνικής και τούρκικης αστικής τάξης θα έπαιρνε
εκρηκτικές διαστάσεις συνεπικουρούμενος και από τον
ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό που θα μετέτρεπε το νησί σε
μια πλωτή βάση.
Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις και εν μέσω της
συγκεκριμένης παγκόσμιας συγκυρίας ήταν αδύνατο να
υπάρξει ένα αριστερό-διεθνιστικό«Ναι». Πως αλήθεια θα
μπορούσε να υπάρξει ένα αριστερό«ναι» στο ιμπεριαλιστικό
σχέδιο του Ανάν την ίδια στιγμή που οι ΗΠΑ και οι
σύμμαχοι τους σπέρνουν τον όλεθρο στον αγωνιζόμενο
ιρακινό λαό και ο παλαιστινιακός λαός υπογράφει με αίμα
το δικό του «όχι». Για την αριστερά είναι ρεαλισμός της
χειρότερης μορφής η υποταγή στο κοσμοπολιτισμό της δικής
της αστικής τάξης και στην νεοταξική λογική, μια
γενικόλογη εργατίστικη πολιτική τοποθέτηση που
απολυτοποιεί την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας
υποβαθμίζοντας τις υπόλοιπες .
Όπως είναι όμως εξίσου υποταγή το να καλείς σε ένα
γενικόλογο«Όχι»δίχως να συνδέεις το εθνικό ζήτημα με το
κοινωνικό. Σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε ότι παρόλο
που η κυρίαρχη αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας καθορίζει τις
υπόλοιπες αντιθέσεις, υπάρχουν ιστορικές στιγμές που το
εθνικό ζήτημα ανοίγει το δρόμο στην κυρίαρχη αντίθεση.
Αυτό συμβαίνει και με το κυπριακό σε σχέση με τα
γεγονότα στην μέση ανατολή- Βαλκάνια- Ιράκ και το«πόλεμο
κατά της τρομοκρατίας».

Κάτω από αυτό το πρίσμα ο διχασμός των ελληνοκύπριων
αστών ανάμεσα στο «Όχι» και στο «Ναι»,δεν είναι καθόλου
απρόσμενη εξέλιξη, παρόλο που θεωρούμε πως αντικειμενικά
το στρατηγικό συμφέρον της ελληνοκυπριακής αστικής τάξης
βρίσκεται στο κοσμοπολιτισμό του«Ναι», εξαιτίας του
παρασιτικού βιοπολιτικού παραγωγικού ιστού της
χώρας(χιλιάδες off-shore, επιχειρήσεις που ξεπλένουν το
μαύρο χρήμα της ρώσικης μαφίας, αναπτυγμένος τριτογενής
τομέας, τεράστιες τουριστικές επιχειρήσεις, ναυτική
σημαία ευκαιρίας).
Το Ελληνοκυπριακό αστικό«όχι» με την σειρά του έχει
στόχο να παζαρέψει μια ακόμη πιο συμφέρουσα λύση, με
αβάντα την καλή οικονομική κατάσταση της Κύπρου, την
είσοδο της στην ΕΕ, το κρύο«ναι»της ελληνικής κυβέρνησης
και την κόντρα ανάμεσα σε ΗΠΑ, ΕΕ και Ρωσία.
Η σύγκρουση ανάμεσα στο αστικό«ναι» και στο αστικό «όχι»
αντανακλά το δίχως άλλο μια σύγκρουση ανάμεσα στην
στρατηγική της άνευ όρων ενσωμάτωσης στο παγκόσμιο
καπιταλιστικό πλέγμα και την στρατηγική μιας ενσωμάτωσης
με ενισχυμένα ή κυρίαρχα τα εθνικά χαρακτηριστικά.

Διόλου δεν μας τρομάζει το γεγονός ότι το
αριστερό-διεθνιστικό«Όχι» έχει μόνο μια μερική σχέση με
το συνολικό αντιφατικό«όχι»που ειπώθηκε. Σε κάθε
ιστορική στιγμή είναι αναγκαιότητα για την επαναστατική
αριστερά να διακρίνει κάθε φορά τι στρατηγικά συμφέρει
τους καταπιεσμένους, ανεξάρτητα πολλές φορές από τα
ιδεολογικά πλαίσια που ηγεμονεύουν ή συγκρούονται. Κάτω
από αυτές τις προϋποθέσεις ένα διεθνιστικό και
αντιιμπεριαλιστικό«όχι»είναι μια μίνιμουμ γραμμή
αντιπαράθεσης με την δική μας αστική τάξη και τον
ιμπεριαλισμό.

Την ίδια στιγμή πρέπει από την άλλη να αναλύσουμε σοβαρά
την ψήφο των τουρκοκύπριων. Το δικό τους«Ναι»από την μια
βέβαια επιβεβαιώνει τις αυταπάτες τους γύρω από την ΕΕ,
από την άλλη εκφράζει με αντιφατικό τρόπο την αντίσταση
τους στην κυριαρχία του τούρκικου ιμπεριαλισμού. Μια
στάση που δεν πρέπει διόλου να μηδενισθεί από τις
δυνάμεις της επαναστατικής αριστεράς.

Θα πρέπει«από κάτω»στα πλαίσια της διεθνιστικής πάλης
και αλληλεγγύης, οι αριστερές δυνάμεις της Ελλάδας της
Τουρκίας και της Κύπρου και οι αγωνιστές των κοινωνικών
και εργατικών κινημάτων να προχωρήσουν σε βήματα κοινής
δράσης, τέτοια μέτρα π.χ είναι η δημιουργία κοινών
οργανώσεων και συνδικάτων .
Αυτό όμως που θα οδηγήσει σε ένα ποιοτικό άλμα στην
κοινή δράση των καταπιεσμένων στην περιοχή είναι η
οικοδόμηση ενός διεθνιστικού εργατικού μετώπου σε
Ελλάδα-Κύπρο- Τουρκία- Βαλκάνια, ενάντια στο κεφαλαίο
και ιμπεριαλισμό. Παλεύοντας για μια ενιαία σοσιαλιστική
Κύπρο, όπου οι διπλά καταπιεσμένοι τουρκοκύπριοι θα
έχουν κάθε δικαίωμα εάν το επιθυμούν να δημιουργήσουν το
δικό τους κράτους. Μια σοσιαλιστική πατρίδα για όλους
τους κάτοικους της(ελληνοκύπριους- τουρκοκύπριους –
«έποικους» και μετανάστες).

Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Λύση προς όφελος των λαών
της Κύπρου μέσα σε αυτή την ύστερη φάση του
καπιταλιστικού συστήματος δεν πρόκειται να υπάρξει. Όπως
διαμορφώθηκε η ιστορική εξέλιξη της πανσπερμίας των λαών
στα Βαλκάνια και Κύπρο η ενότητα και η ειρηνική
συνύπαρξη των λαών μπορεί να υλοποιηθεί μόνο στην βάση
μίας Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας της Κύπρου η οποία θα
εντάσσεται σε μία Βαλκανική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία.
Η μόνη κοινωνική τάξη που μπορεί να εγγυηθεί την ειρήνη
στην περιοχή είναι η τάξη που δημιουργεί τον κοινωνικο
πλούτου, είναι η εργατική τάξη που μέσα από την δική της
δημοκρατικά αυτοδιαχειριζόμενη πολιτική και οικονομική
εξουσία θα εξασφαλίζει την πραγματική ενότητα των λαών
και εθνοτήτων.
29.4.2004
Δημήτριος Αργυρός

ερευνώντας τις δυνατότητες και τις ενέργειες που γεννάει η εποχή μας